Το θέμα των υψηλών διατιμήσεων στους λογαριασμούς της Αρχής Ηλεκτρισμού, ήταν στο επίκεντρο της σημερινής συνεδρίασης της κοινοβουλευτικής επιτροπής ελέγχου, όπου και ο πρόεδρος της Ζαχαρίας Κουλίας ζήτησε την δρομολόγηση διαδικασιών για ανακούφιση των καταναλωτών. Με τις αρμόδιες υπηρεσίες να διαβεβαιώνουν ότι μέχρι το τέλος του 2020 θα ολοκληρωθούν οι υποδομές για έλευση του Φυσικού Αερίου.
Σε δηλώσεις του ο Πρόεδρος της Επιτροπής Ελέγχου Ζαχαρίας Κουλίας ανέφερε ότι «ευελπιστώ τώρα που η κυβέρνηση αντιλήφθηκε ότι το υγραέριο είναι η λύση να το φέρει το συντομότερο δυνατό».
Παράλληλα, η βουλευτής του ΔΗΣΥ Αννίτα Δημητρίου ανέφερε ότι «Θα φορτώσουμε για ακόμη μια φορά τα πρόστιμα από τους ρύπους και τις ανεπάρκειες της κυβέρνησης να λάβει αποφάσεις στους φορολογούμενους πολίτες».
Ευθύνες στην κυβέρνηση επέρριψε η βουλευτής του ΑΚΕΛ Ειρήνη Χαραλαμπίδου, ενώ ο βουλευτής του Κινήματος Αλληλεγγύη Μιχάλης Γιωργάλλας και ο πρόεδρος των Οικολόγων Γιώργος Περδίκης, ξεκαθάρισαν πως δεν αναμένεται να υπάρξει μείωση στην τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος.
Συγκεκριμένα η κ. Χαραλαμπίδου είπε ότι «δεν μπορούμε να συζητούμε κατ’ επανάληψη το θέμα κόστους καυσίμων και η ΑΗΚ να μην είναι σε θέση να αλλάξει τα καύσιμα που χρησιμοποιεί».
Ο βουλευτής του Κινήματος Αλληλεγγύης Μιχάλης Γιωργάλλας ανέφερε ότι
«Οι υπηρεσίες του κράτους θεωρούν ότι δεν τίθεται θέμα ούτε αλλαγής της μεθοδολογίας αλλά ούτε και αλλαγής της δικαιολογίας που χρησιμοποιεί συνήθως η ΑΗΚ για να δικαιολογεί τις αυξήσεις, ότι αυτές οφείλονται στις διακυμάνσεις και στις αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου».
Ενώ ο πρόεδρος των Οικολόγων Γιώργος Περδίκης είπε «Να αποφασίσει η πολιτεία να αναπτύξει τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Μέχρι σήμερα η ΑΗΚ έχει πληρώσει 200εκ τέλος για τους ρύπους».
Χαρακτηριστικά τα όσα ανέφερε στα μέλη της επιτροπής ο γενικός διευθυντής της Αρχής Ηλεκτρισμού. Μίλησε για κατακόρυφη αύξηση τους τελευταίους μήνες στα αιτήματα για διακανονισμούς στους λογαριασμούς λόγω των υψηλών διατιμήσεων. Επίσης εκπρόσωπος των καταναλωτών παρουσίασε λογαριασμό ύψους 69 ευρώ εκ των οποίων μόνο τα 23 ευρώ αφορούσαν την κατανάλωση.