Καταφθάνοντας στο ραντεβού μας, η Έμιλυ Κολιανδρή μού εξηγεί πόσες υποχρεώσεις είχε να προλάβει μέσα στην ίδια μέρα, προτού συναντηθούμε, στο πλαίσιο της προώθησης της θεατρικής παράστασης «Amalia melancholia, η βασίλισσα των φοινίκων». Καθώς συζητάμε, την παρατηρώ και θυμάμαι την εποχή που, δύο και πλέον δεκαετίες πριν, έκανε τα πρώτα της βήματα στον καλλιτεχνικό χώρο και τη φιλοξενούσαμε ως νέα και πολλά υποσχόμενη ηθοποιό στα ΜΜΕ. Κοιτάζοντάς την σήμερα, τόσα χρόνια μετά, κι ενώ η ίδια έχει διανύσει πολλά χιλιόμετρα στην καλλιτεχνική της διαδρομή, επιβεβαιώνω πως υπάρχουν γυναίκες στις οποίες ο χρόνος δεν αφαιρεί, αλλά προσθέτει. Περισσότερο βάθος, μια αξιοθαύμαστη ηρεμία και μια διαφορετική ομορφιά.
Αν αφήναμε έξω απ' την κουβέντα μας το επαγγελματικό σας βιογραφικό, πώς θα συστήνατε τον εαυτό σας σε κάποιον που δεν σας γνωρίζει;
Θα έλεγα ότι είμαι μια γυναίκα, μητέρα δύο παιδιών, που πρόσφατα σταμάτησα να είμαι κόρη. Έχει σημασία αυτό που λέω, γιατί έχασα και τους δύο γονείς μου. Τον πατέρα μου πριν από τρία χρόνια και τη μητέρα μου πριν από έναν χρόνο.
«Σταμάτησα να είμαι κόρη», είπατε. Πώς σας άλλαξε αυτή η απώλεια;
Όταν σταματάς να είσαι κόρη, είσαι κάπως πιο μόνος μεν, αλλά έρχεται μια περίεργη ωριμότητα και σε βρίσκει. Οπότε είμαι σε αυτό το μεταίχμιο, ανάμεσα στην κόρη και στον γονιό, πια αποκλειστικά. Παράλληλα, υπάρχει και ο ρόλος της συζύγου, στον οποίο προσπαθώ κι εκεί να τα καταφέρνω, όχι πάντα με μεγάλη επιτυχία. Πέραν αυτών, είμαι μία σύγχρονη γυναίκα που προσπαθεί να τα προλάβει όλα, που δεν τα καταφέρνει, που θα ήθελε να κάνει περισσότερα πράγματα για τον εαυτό της, για τον κόσμο, για τη γη, αλλά χρησιμοποιεί ως δικαιολογία ότι δεν τα προλαβαίνει.
Δικαιολογία ή πραγματικότητα για πολλές σύγχρονες γυναίκες;
Είναι και δεν είναι δικαιολογία… Γενικά, θα έλεγα ότι είμαι μία περίπτωση με την οποία πολλές σύγχρονες γυναίκες θα ταυτίζονται. Μια γυναίκα που προσπαθεί να αποδείξει ότι είναι ίση με τον άντρα, ενώ ταυτόχρονα έχει περισσότερες υποχρεώσεις.
Μπορούμε να μείνουμε πάνω σε αυτό; Λέτε «να αποδείξει». Γιατί χρησιμοποιείτε τη λέξη;
Γιατί διανύουμε μια εποχή στην οποία, στη δική μου δουλειά τουλάχιστον, υπάρχουν πλέον αρκετοί μεγάλοι ρόλοι για γυναίκες, ενώ παλιότερα οι περισσότεροι πρωταγωνιστικοί ρόλοι ήταν γραμμένοι για άντρες. Γίνονται κάποια βήματα και σε άλλους τομείς, για παράδειγμα στη σκηνοθεσία, αλλά, αν το δεις συγκριτικά, οι γυναίκες σκηνοθέτριες παραμένουν πολύ λιγότερες από τους άντρες. Μπορεί να είμαι υπερβολική, αλλά, όταν μου έρχονται πρόχειρα στο μυαλό είκοσι σκηνοθέτες, οι πέντε είναι γυναίκες.
Υπάρχει, δηλαδή, ακόμη ανισότητα στην πράξη;
Οι άντρες ηθοποιοί, παρότι κάνουμε την ίδια δουλειά, πληρώνονται καλύτερα από τις γυναίκες, κάτι που, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι σωστό. Θα έλεγα μάλιστα ότι μια γυναίκα θα έπρεπε να πληρώνεται λίγο παραπάνω από έναν άντρα.
Γιατί;
Επειδή συνήθως οι γυναίκες έχουν κι άλλους ρόλους, όπως αυτόν της μητέρας. Οπότε, για να αφήσεις το παιδί σου και να πας να εργαστείς κάπου, πρέπει να μπορέσεις να φτιάξεις ένα σύμπαν που να λειτουργεί σωστά για να μπορείς να το κάνεις. Άρα χρειάζεσαι και περισσότερα χρήματα. Και ένα ακόμη παράδειγμα, λέμε ότι γίνονται κάποια βήματα, αλλά στην πραγματικότητα υπάρχει, θεωρώ, ένας φυλετικός ρατσισμός. Ας πούμε, ένας άντρας σκηνοθέτης που τα απαιτεί όλα, δεν κάνει καμία έκπτωση και, αν τα πράγματα δεν γίνουν όπως τα θέλει, σηκώνεται και φεύγει, θεωρείται διεκδικητικός, ασυμβίβαστος και πραγματικός καλλιτέχνης. Αν μια γυναίκα σκηνοθέτης κάνει το ίδιο, θεωρείται υστερική.
Σε συνεντεύξεις που είχατε δώσει στο παρελθόν λέγατε ότι «η αυτοπεποίθηση δεν είναι το δυνατό μου σημείο». Ισχύει ακόμα και σήμερα;
Τώρα που είμαι σε μία ηλικία που ο χρόνος αρχίζει να γίνεται αμείλικτος, που η φθορά χρόνο με τον χρόνο είναι πολύ πιο αισθητή από ό,τι ήταν στη δεκαετία των 20 ή στη δεκαετία των 30, άμα δεν είχα τότε αυτοπεποίθηση, θα έχω τώρα; Κοίτα, μετά τη μητρότητα, θα έλεγα ότι έχω πια εμπιστοσύνη στον εαυτό μου. Δηλαδή, με αναγνωρίζω ως καλλιτέχνη. Ξέρω ότι κάποια πράγματα μπορώ να τα κάνω πολύ καλά. Όχι όλα. Κάποια μέτρια, κάποια κακά, αλλά σε μερικά πράγματα στη δουλειά μου είμαι πολύ καλή. Αυτό, ναι, μικρότερη δεν το ένιωθα. Ένιωθα μονίμως ότι υπολειπόμουν σε πράγματα. Τώρα όχι, είμαι καλύτερα σε αυτό. Έχω όμως άλλα θέματα τώρα, κυρίως με το πώς είμαι ως μητέρα.
Άλλαξαν οι προτεραιότητές σας;
Όχι. Απλώς η καθημερινότητά μου είναι πλέον πιο απαιτητική και νιώθω ότι, όσο καλά κι αν τα πηγαίνω σε έναν ρόλο, κάπου υστερώ σε έναν άλλον. Σαν ο ένας ρόλος να μην τρέφει πάντα τον άλλον. Όταν είμαι πολύ καλή στη δουλειά μου, στο σπίτι και στα παιδιά μου νιώθω ότι είμαι ελλιπής, ότι είμαι απούσα. Και, όταν περνάω πολύ χρόνο με τα παιδιά, όταν είναι διακοπές και δεν θέλω να αρχίσω πρόβες, νιώθω ότι δεν είμαι καλή επαγγελματίας. Είναι μια αέναη πάλη.
Αυτό μεταφράζεται σε ενοχές;
Μικροενοχές. Μεγαλώνουμε πια και μέσα σε μια εποχή όπου υπάρχει πολύ μεγάλη πρόσβαση σε ψυχολόγους, ψυχιάτρους και γενικότερα σε συμβουλές γύρω από τη γονεϊκότητα, που πολλές φορές σε φορτώνουν με ενοχές. Γιατί απουσίαζες τον πρώτο χρόνο της ζωής του παιδιού σου, γιατί δεν ήσουν κάθε βράδυ εκεί, γιατί θεωρείται απαραίτητο να το βάζει για ύπνο η μητέρα του. Κι αν δεν τα κατάφερες, μπορεί απλώς να μην μπορούσες. Γιατί και το να δουλεύεις είναι ανάγκη, δεν είναι μόνο καπρίτσιο. Από κάποια στιγμή και μετά πρέπει να εργάζεσαι για να μπορείς να συντηρείς μια οικογένεια. Όλο αυτό το σύστημα του να είσαι «καλός γονιός», όλο αυτό το «good parenting», φέρνει τελικά πολλές ενοχές.
Μιλήσατε πριν και για τον ρόλο της συζύγου. Μετά από είκοσι και πλέον χρόνια σχέσης με τον σύζυγό σας, τι πιστεύετε ότι χρειάζεται μια σχέση για να κρατηθεί;
Θα σου πω. Δεν νομίζω ότι υπάρχει η τέλεια συνταγή και δεν είμαι καν σίγουρη αν αποτελώ κάποιο πρότυπο. Στις μέρες μας δεν ξέρω αν έχει πια την ίδια αξία το να κάνεις υποχωρήσεις ή να συμβιβάζεσαι σε κάποια πράγματα. Γιατί, όταν είσαι σε μία σχέση, αναπόφευκτα χρειάζεται κάποιες φορές να κάνεις πίσω σε πράγματα που θέλεις για χάρη του άλλου. Να υπάρχεις για τον εαυτό σου, αλλά και μαζί με τον άλλον. Οι μακρόχρονες σχέσεις είναι, κατά κάποιον τρόπο, ένα σπορ που απαιτεί θυσίες.
Πόσο αναγκαίες είναι τελικά αυτές οι θυσίες για να διατηρηθεί μια σχέση στον χρόνο;
Δεν είμαι σίγουρη ότι το να διατηρείς μια σχέση έχει μεγαλύτερη αξία από μια σχέση που ανθίζει, φτάνει στην κορύφωσή της, ζει τον απόλυτο έρωτα, μετά ολοκληρώνεται και προχωράς σε μια επόμενη. Δεν ξέρω, δηλαδή, αν η διάρκεια από μόνη της είναι τελικά το ζητούμενο. Στη δική μου περίπτωση, πάντως, για να το κάνω και για να το κάνουμε τόσα χρόνια, σημαίνει ότι είτε το θέλουμε, είτε το έχουμε ανάγκη, είτε το έχουμε συνηθίσει, είτε απλώς δεν μπορούμε αλλιώς. Σίγουρα, όμως, δεν είναι το πιο εύκολο πράγμα. Και ειδικά όταν κάνεις αυτή τη δουλειά, που είναι κατεξοχήν μια δουλειά χωρίς ρουτίνα. Από την άλλη, η ύπαρξη μιας μακρόχρονης σχέσης σε γειώνει. Οι καλλιτέχνες έχουμε ανάγκη από μία σταθερά.
Τι σημαίνει για σας να μπορείτε κάποτε να πείτε τη φράση «Έχω ζήσει καλά»;
Ωραία φράση είναι αυτή. Θα ήθελα να μπορώ να την πω κάποια στιγμή, σε μια άλλη ηλικία βεβαίως. Πρώτα απ’ όλα, θα ήθελα να είμαι υγιής καθώς μεγαλώνω. Κι αν είμαστε μαζί με τον Χρήστο μέχρι τα βαθιά γεράματα, να είμαστε υγιείς, όπως και τα παιδιά μου και οι άνθρωποί μου. Με τρομάζει πάρα πολύ η πιθανότητα της αρρώστιας, το να χάνεις τον εαυτό σου. Αυτό εύχομαι περισσότερο. Δηλαδή, αν είναι να μη ζήσω μέχρι τα 90, ας ζήσω λιγότερα χρόνια, αλλά να είναι καλά και με ποιότητα.
Όταν επιστρέφετε στην Κύπρο σήμερα, τι προσέχετε που ίσως, αν ζούσατε εδώ, δεν θα του δίνατε σημασία;
Κοίταξε, τώρα μιλάς σε μία Λεμεσιανή. Μία Λεμεσιανή που λείπει χρόνια. Και μιλάω ιδιαίτερα για τη Λεμεσό, γιατί αυτό που έχει συντελεστεί στην πόλη μου με προβληματίζει πολύ. Το σκεφτόμουν και τώρα που ερχόμουν με το ταξί. Η Λευκωσία έχει διατηρήσει κάτι αστικό, έχει ένα κύρος ως πόλη. Η Λεμεσός, αντίθετα, είναι ένα κράμα πλούτου, νεοπλουτισμού και άτακτης δόμησης, σαν να μην υπάρχει μια συνολική σκέψη, μια αρχιτεκτονική πολιτική πίσω από όλο αυτό.
Τι είναι αυτό που θεωρείτε ότι έχασε περισσότερο η Λεμεσός;
Νιώθω πια ότι το μέρος όπου είχα τις αναμνήσεις μου, όπου κάθε κομμάτι του ήταν συνδεδεμένο με κάτι, δεν υπάρχει πια. Δηλαδή, δεν μπορεί να έχουν χτιστεί, δεν ξέρω πόσοι, ουρανοξύστες και ακριβώς πίσω να υπάρχουν χαμόσπιτα που μπορεί στην πρώτη νεροποντή να υποχωρήσουν. Αυτό δείχνει ότι όλο αυτό δεν έγινε με κάποιο σχέδιο, με έναν ορίζοντα, με μια λογική που να δημιουργεί μια πόλη με χαρακτήρα. Και νιώθω ότι η πόλη μου δεν έχει πια χαρακτήρα. Αυτό με στενοχωρεί βαθιά.
Αυτή τη φορά επιστρέφετε στην Κύπρο με την «Amalia melancholia, η βασίλισσα των φοινίκων». Πώς νιώθετε που η παράσταση έρχεται εδώ;
Είμαι πολύ, πολύ χαρούμενη που έρχεται αυτή η παράσταση στην Κύπρο. Είναι η δεύτερη φορά που επιστρέφω μέσα από μία θεατρική δουλειά. Είχα ξανάρθει με τον αείμνηστο Βασίλη Παπαβασιλείου και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, όταν κάναμε την «Ελένη» του Ευριπίδη. Τώρα έρχομαι με μία παράσταση που διανύει ήδη τον πέμπτο χρόνο της. Ξεκίνησε για μία σεζόν και τελικά, όλο με διάφορες αφορμές, την επαναλαμβάνουμε. Νομίζω ότι έχει αγαπηθεί πολύ αυτή η παράσταση και κάπως προκύπτει συνεχώς μια ανάγκη να ξαναγίνεται.
Για όσους δεν γνωρίζουν, ποια Αμαλία θα γνωρίσει ο κόσμος;
Είναι η ιστορία της βασίλισσας Αμαλίας, όπως τη βλέπουμε μέσα από τις επιστολές που η ίδια έγραφε στον πατέρα της. Είχαν πολύ πυκνή επικοινωνία μέσω επιστολών όλα εκείνα τα χρόνια που βρισκόταν στην Ελλάδα. Και οι επιστολές αυτές, πέρα από το ότι έχουν φοβερή λογοτεχνική αξία από μόνες τους, έγραφε πάρα πολύ ωραία, είναι σαν ημερολόγια. Βλέπουμε την ιστορία μιας γυναίκας που πήγε στην Ελλάδα κορίτσι δεκαέξι χρονών. Μαζί με τον Όθωνα, που κι αυτός ήταν πολύ μικρός και μάλλον όχι και τόσο ικανός για να γίνει βασιλιάς, ανέλαβαν την Ελλάδα σε μία πολύ δύσκολη στιγμή, όταν ήταν ένα κράτος ακυβέρνητο, ανοργάνωτο, χωρίς σχεδόν τίποτα.
Διαβάστε επίσης: Κύριε Χάρη Ρώμα, για ποια πράγματα είστε ευγνώμων αυτή τη στιγμή;
Ποιες δυσκολίες και προσωπικές δοκιμασίες σημάδεψαν τη ζωή της Αμαλίας;
Αγάπησε πάρα πολύ την Ελλάδα, αλλά μάλλον η Ελλάδα δεν την αγάπησε όσο εκείνη. Η ίδια η ζωή της και το σώμα της έγιναν αντικείμενο κουτσομπολιών και πειραμάτων, προκειμένου να μείνει έγκυος και να επιτελέσει τον προορισμό της, να φέρει επιτέλους τον διάδοχο. Γιατί ούτε η Αμαλία ούτε ο Όθωνας ήταν Έλληνες, οπότε έπρεπε να αποκτήσουν τον διάδοχο που θα ήταν ο πρώτος Έλληνας, καθαρόαιμος βασιλιάς. Και όσο ο διάδοχος δεν ερχόταν, τόσο περισσότερες εξευτελιστικές και επίπονες μεθόδους της επέβαλλαν. Κάποια στιγμή, αφού δεν κατάφερε να φέρει τον πολυπόθητο διάδοχο και εκδιώχθηκαν πίσω στη Γερμανία με τον Όθωνα, πέθανε ξεχασμένη και πικραμένη. Στη νεκροτομή της αποκαλύφθηκε ότι έπασχε από ένα σπάνιο σύνδρομο και δεν είχε μήτρα. Δεν είχε, δηλαδή, το όργανο για να επιτελέσει αυτόν τον προορισμό. Έφτιαξε όμως το δικό της «παιδί», θα λέγαμε, που ήταν ο Εθνικός Κήπος, τον οποίο ακόμη και σήμερα μπορούν να επισκέπτονται παιδιά και παιδιά των παιδιών και να τον απολαμβάνουν. Και σε αυτόν τον Εθνικό Κήπο δεν υπάρχει κάποια αναφορά ότι ήταν δική της σύλληψη και δημιουργία. Ήταν ένα πολύ δύσκολο και προσωπικό έργο. Έφερε φοίνικες από την Αίγυπτο, έφερε σπάνια είδη. Αφού δεν μπόρεσε να επενδύσει τον εαυτό της στο να γίνει μητέρα, επένδυσε και σε άλλα πράγματα. Και στον Λυκαβηττό, για παράδειγμα, εκείνη ξεκίνησε την πευκοφύτευση.
Τι πιστεύετε ότι ανακαλύπτει ο θεατής για την Αμαλία που πιθανόν δεν γνώριζε;
Γενικά, η ζωή της είναι άγνωστη και συναρπαστική. Θα έλεγα ότι θα μπορούσε άνετα να γίνει μία ταινία με βάση τη ζωή της. Είχε πολύ έντονη πολιτική σκέψη και απόψεις για την εποχή της, πολύ μπροστά και, κατά τη γνώμη μου, πολύ σωστές. Απλώς έχουμε, και καλώς βέβαια, πάντα μία καχυποψία όταν ακούμε για βασιλιά, οπότε υπάρχει μια αμηχανία. Αλλά το καλό είναι ότι, μετά από αυτή την παράσταση, πάρα πολύς κόσμος έπιασε και διάβασε για την Αμαλία ή άρχισε να πηγαίνει στον Εθνικό Κήπο και να τον βλέπει λίγο αλλιώς.
Μέσα σε αυτή την ιστορία υπάρχει έντονα και το στοιχείο της μοναξιάς. Πώς προσεγγίζετε εσείς αυτή την πλευρά της Αμαλίας πάνω στη σκηνή;
Η αλήθεια είναι ότι η όλη παράσταση είναι σαν οι θεατές να μπαίνουν σε ένα μουσείο φυσικής ιστορίας, ας πούμε, και να παρατηρούν αυτό το έκθεμα. Σαν κι εκείνη να είναι ένα φυτό μέσα στον χώρο ή ένα ζώο προς αναπαραγωγή. Στη σκηνή, ευτυχώς, δεν είμαι μόνη. Συμπράττουμε με τη Ρίτα Λυτού, που είναι σαν επιμελήτρια αυτής της έκθεσης και παίρνει διάφορους ρόλους μέσα στην ιστορία. Η παράσταση έχει, κατά κάποιον τρόπο, τη μορφή μιας συνομιλίας με τον πατέρα της. Δεν είναι εύκολο πράγμα. Απαιτεί μια διαφορετική συγκέντρωση. Μου αρέσει να παίζω με άλλους ηθοποιούς. Είναι, πώς να το πω, σαν ομαδικό άθλημα εκείνη την ώρα. Το να είσαι μόνος σου είναι πιο δύσκολο, απαιτεί άλλη συγκέντρωση. Μου έχει τύχει, πάντως, σε παραστάσεις της «Αμαλίας», όταν ολοκληρώνονται, να νιώθω πραγματικά ότι έχω πάει σε άλλες περιοχές. Και αυτό έχει πολύ ενδιαφέρον.
Γενικότερα, τι αναζητάτε σήμερα σε έναν ρόλο πριν αποφασίσετε ότι θα δεχτείτε μια πρόταση;
Αν έπρεπε να τα ιεραρχήσω, είναι σίγουρα πρώτα οι υπόλοιποι ηθοποιοί, οι συνάδελφοί μου. Μετά είναι ο σκηνοθέτης και τρίτο έρχεται το έργο. Δηλαδή, δεν έχω τόσο φιλοδοξίες ως προς τους ρόλους όσο ως προς τη συνθήκη. Γιατί ξέρω και έχω δει εμβληματικά έργα να καταστρέφονται, για το δικό μου γούστο, και να μου είναι τελείως αδιάφορα, επειδή ο πυρήνας των ανθρώπων δεν λειτουργεί, δεν επικοινωνεί, δεν πετυχαίνει το γλυκό που λέμε. Για να πετύχει το γλυκό, θέλει η συνταγή και τα υλικά να είναι πολύ καλά.
Διαβάστε εδώ: “Amalia melancholia, η βασίλισσα των φοινίκων” - Ένα έκθεμα φυσικής και πολιτικής ιστορίας
Μία άλλη δουλειά που σας συνόδευσε πρόσφατα είναι η τηλεοπτική «Ηλέκτρα».
Κοίταξε, αυτή την ιστορία την είχα φοβηθεί πολύ, γιατί έπρεπε να πάρω την απόφαση να ασχοληθώ για πρώτη φορά με μία καθημερινή σειρά. Δεν είχα ιδέα τι ήταν και ήξερα ότι θα απαιτούσε από μένα μία μεγάλη αφοσίωση, ότι δεν θα μπορούσα να κάνω θέατρο. Εντάξει, δεν ήξερα ότι θα κρατούσε τρία χρόνια. Αλλά η αλήθεια είναι ότι, όταν διάβασα τα πρώτα σενάρια, ήξερα ότι ήθελα να το κάνω. Με ενδιέφερε πάρα πολύ η ιστορία αυτής της γυναικείας χειραφέτησης, γιατί δεν είναι απλώς μία γυναίκα που ερωτεύεται έναν μικρότερο άντρα. Είναι μία γυναίκα που, εκείνη την εποχή, τη δεκαετία του ’70, αποφασίζει να αλλάξει τη ζωή της.
Τι ήταν αυτό που σας γοήτευσε περισσότερο σε αυτή τη γυναίκα;
Είναι μία γυναίκα που δεν θέλει να υπακούει, που διαβάζει αναγνώσματα που απαγορεύονται, που είναι καλλιτέχνης. Και έρχεται, ναι, ο έρωτας στη ζωή της και την ανατρέπει. Είναι μία γυναίκα που τα βάζει με όλους. Με τη μικρή κοινωνία στο νησί, με τη μάνα της, με τον άντρα της, με τις κόρες της προκειμένου να είναι ελεύθερη. Στην πορεία, επειδή τα πράγματα περιπλέχθηκαν και μπήκε στη μέση και η κόρη της, που ερωτεύτηκε τον ίδιο άντρα, εγώ δεν θα μπορούσα να φανταστώ ότι, σε μία ανάλογη στιγμή, το πάθος μου θα μπορούσε να υπερτερήσει της αγάπης μου για το παιδί μου. Μόνο σε αυτό νιώθω ότι θα έπαιρνα έναν άλλο δρόμο.
Μιλήσαμε πριν για τον χρόνο και την αυτοπεποίθηση. Πώς είναι για μία γυναίκα που μεγαλώνει στο σανίδι ή μπροστά στην κάμερα, σε ένα επάγγελμα που έχει τόσο πολύ να κάνει με την εικόνα;
Είναι δύσκολο, παρόλο που θεωρώ τον εαυτό μου αρκετά ευνοημένο, με την έννοια ότι μεγαλώνω καλά. Παρ’ όλα αυτά, πάντα έχεις απαιτήσεις από τον εαυτό σου. Είναι και μία δουλειά στην οποία χρησιμοποιούμε πολύ το σώμα μας και την ενέργειά μας. Με πειράζει, με θυμώνει που κουράζομαι πιο εύκολα απ’ ό,τι όταν ήμουν νεότερη. Και είναι αμείλικτος πια ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνία, τα κοινωνικά δίκτυα και η τηλεόραση ζητούν από μία γυναίκα, και από έναν άντρα, να μη γεράσει, να μην παχύνει, να είναι πάντα άτρωτος. Είναι δύσκολο. Χαίρομαι, στο Hollywood, όταν βλέπω γυναίκες, λίγες πια, που αφήνονται σε αυτό. Γιατί όλη αυτή η επιμονή στη νεότητα κάνει κακό στη δουλειά μας. Εκτός από το να κρατιέσαι σε μία καλή φόρμα, που αυτό είναι ωραίο και αναγκαίο, η επιθυμία να μένεις πάντα νέος σε κάνει να καταφεύγεις και σε άλλες μεθόδους. Όλα αυτά μπορούν να εμποδίσουν τη σχέση ενός ηθοποιού με την υποκριτική. Υπάρχουν, για παράδειγμα, κάποιες ηθοποιοί στο Hollywood, θα πω εκεί για να μην πω πιο κοντά μας, στις οποίες πια δεν μπορείς να διακρίνεις τις εκφράσεις τους.
Διάβασε ακόμα: Ρένος Χαραλαμπίδης: «Όσοι ζουν τον ρομαντισμό, ζουν μια καλύτερη ζωή»
Μετά από τόσα χρόνια πορείας και τόσους διαφορετικούς χαρακτήρες, υπάρχει κάποιος ρόλος που θα θέλατε μέχρι σήμερα να είχατε ενσαρκώσει;
Νιώθω ότι έχω παίξει πολλούς μεγάλους ρόλους. Αλλά, ξέρεις, το ρεπερτόριο είναι ανεξάντλητο. Υπάρχουν ρόλοι που θα ήθελα, Τενεσί Ουίλιαμς για παράδειγμα, δεν έχω κάνει καθόλου. Μπορώ να σκεφτώ πέντε-έξι ρόλους που θα με ενδιέφεραν, αλλά, όπως σου είπα, για μένα έχει μεγαλύτερη σημασία με ποιους θα το κάνω και σε ποιο πλαίσιο.
Σας ενδιαφέρουν, αλλά δεν είναι απωθημένα;
Όχι, δεν θα το έλεγα. Γιατί αλλιώς νομίζω ότι είμαι σε μία ηλικία και σε μία φάση πια που θα το κυνηγούσα. Θα έπαιρνα κάποιον, ξέρω γω, από τους σκηνοθέτες με τους οποίους έχω δουλέψει και θα του έλεγα: «Πάμε να κάνουμε αυτό;». Δεν μου έχει έρθει ακόμα. Ίσως είναι και λίγο στον χαρακτήρα μου. Είμαι πιο, έτσι να το πω, νωθρή. Δηλαδή, θέλω ο άλλος να με φανταστεί και να μου πει «έλα να το κάνουμε», παρά να το διεκδικήσω εγώ. Ίσως είμαι λιγότερο διεκδικητική.
Ποιο είναι το επόμενό σας επαγγελματικό βήμα; Υπάρχει κάτι ανακοινώσιμο;
Αυτή η χρονιά, μετά από πάρα πολλά χρόνια, είναι η πρώτη χρονιά που θα κάνω μία παύση. Ίσως και μετά την «Ηλέκτρα» το είχα μεγάλη ανάγκη. Το αισθάνομαι ότι πρέπει να το κάνω, για να καταλάβω λίγο τι μου έχει συμβεί τα τελευταία χρόνια και σε προσωπικό επίπεδο. Γιατί μου συνέβησαν αυτές οι απώλειες, τις οποίες πραγματικά δεν πρόλαβα ούτε να τις διαχειριστώ ούτε να τις βιώσω. Η απώλεια των γονιών μου συνέπεσε με την «Ηλέκτρα». Την πρώτη χρονιά έχασα τον μπαμπά μου, τις πρώτες μέρες των γυρισμάτων, και την τρίτη χρονιά της «Ηλέκτρας» έχασα τη μαμά μου. Αλλά η έννοια μου, ας πούμε, ήταν τι έπρεπε να γυρίσω, πώς θα διαχειριστώ τις κηδείες και όλα αυτά. Δεν μπορούσα να καθυστερώ το γύρισμα και η έννοια μου ήταν να επιστρέψω σε όσο το δυνατόν λιγότερες μέρες. Και κάπως νιώθω ότι χρωστάω στον εαυτό μου να… να πενθήσω. Οπότε θα πάρω μια παύση. Ελπίζω να το καταφέρω.
- Την παράσταση «Amalia melancholia» μπορείτε να παρακολουθήσετε στο Δημοτικό Θέατρο (Διεθνές Φεστιβάλ Λευκωσίας), το Σάββατο 10 Οκτωβρίου στις 8 μ.μ. και την Κυριακή 11 Οκτωβρίου στις 7 μ.μ. Εισιτήρια στο More.com
- Η Έμιλυ Κολιανδρή θα είναι φιλοξενούμενη στο Casa de Mikel, το Σάββατο 10 Οκτωβρίου, στις 21:15 στον ΑΝΤ1