Ο Έντουαρντ Ένινφουλ θυμάται τα πάρτι των ’90s και γελάει σαν άνθρωπος που ξέρει πόσα γλίτωσαν επειδή δεν υπήρχε κάμερα σε κάθε χέρι. Αν υπήρχαν κινητά, λέει, θα μας είχαν κάνει cancel όλους.
Η φράση ακούγεται σαν αστείο, αλλά ανοίγει αμέσως την πραγματική πόρτα της νέας έκθεσης στην Tate Britain:
Tι ήταν εκείνη η δεκαετία πριν γίνει φίλτρο, hashtag, archive account και TikTok moodboard.
Η έκθεση The 90s: Art and Fashion ανοίγει στην Tate Britain στις 8 Οκτωβρίου 2026 και θα διαρκέσει έως τις 14 Φεβρουαρίου 2027. Την επιμελείται ο Έντουαρντ Ένινφουλ, ο άνθρωπος που το 1991, στα 18 του, έγινε ο νεότερος fashion director στην ιστορία του i-D και πέρασε την υπόλοιπη δεκαετία μέσα στον πυρήνα της βρετανικής εικόνας: περιοδικά, φωτογραφίσεις, κλαμπ, μοντέλα, σχεδιαστές, καλλιτέχνες, παρέες που τότε έμοιαζαν μικρές και αργότερα έγιναν μυθολογία.
Σήμερα ο Ένινφουλ είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα της διεθνούς μόδας. Πέρασε από τη Vogue Italia, την αμερικανική Vogue, το W και τη βρετανική Vogue, ενώ το 2025 συνίδρυσε το EE72. Όμως η δημιουργική του ρίζα, όπως φαίνεται και στη συνέντευξή του στο Dazed, παραμένει εκεί: στα λονδρέζικα ’90s, στη στιγμή που η γυαλισμένη εικόνα των ’80s υποχώρησε μπροστά σε κάτι πιο ωμό, πιο φτωχό, πιο νυχτερινό, πιο αληθινό ή τουλάχιστον πιο πεισμένο ότι ψάχνει την αλήθεια.
Η Tate αρχικά του είχε προτείνει κάτι πιο περιορισμένο: μια έκθεση γύρω από τους Young British Artists. Ο Ένινφουλ αρνήθηκε αυτό το στενό πλαίσιο. Δεν χρειαζόταν εκείνος για μια καθαρή YBA έκθεση. Το δικό του βλέμμα ζητούσε κάτι πιο ακατάστατο και πιο ζωντανό: μόδα, τέχνη, φωτογραφία, design, περιοδικά, κλαμπ, φυλή, τάξη, σεξουαλικότητα, AIDS, βρετανική διασπορά, σώματα που δεν χωρούσαν εύκολα στην επίσημη ιστορία της Cool Britannia.
Φυσικά, οι μεγάλοι μύθοι είναι εκεί. Η Τρέισι Έμιν, ο Ντέιμιεν Χερστ με τον καρχαρία στη φορμαλδεΰδη, οι αδελφοί Τσάπμαν, η Τζένι Σαβίλ, ο Αλεξάντερ ΜακΚουίν, ο Τζον Γκαλιάνο, η Βίβιαν Γουέστγουντ, ο Χουσεΐν Τσαλαγιάν, οι φωτογραφίες της Κορίν Ντέι, του Γιούργκεν Τέλερ και του Glen Luchford. Η Κέιτ Μος δεν λείπει ούτε θα μπορούσε να λείπει. Ένα από τα κομμάτια που ήθελε πολύ ο Ένινφουλ ήταν το διάσημο φόρεμα της Liza Bruce που φόρεσε η Μος το 1993, εκείνο που τα φλας των παπαράτσι έκαναν σχεδόν διάφανο. Το πραγματικό φόρεμα δεν βρέθηκε για την έκθεση· στη θέση του θα παρουσιαστεί η εικόνα.
Αυτό το μικρό επεισόδιο λέει πολλά. Τα ’90s ήταν μια δεκαετία όπου η μόδα δεν ζούσε μόνο στα ρούχα, αλλά στην εικόνα που τα πρόδιδε, τα άλλαζε ή τα έκανε θρύλο. Ένα φλας μπορούσε να μετατρέψει ένα slip dress σε ιστορική στιγμή. Ένα περιοδικό μπορούσε να κάνει μια φτωχή παραγωγή να μοιάζει με μανιφέστο. Ένα πρόχειρο styling μπορούσε, χρόνια αργότερα, να διαβαστεί σαν πολιτισμική τομή.
Ο Ένινφουλ θυμάται φωτογραφίσεις όπου εμφανιζόταν με μια μαύρη σακούλα γεμάτη ρούχα από την αγορά, ενώ ο Craig McDean έφερνε μια μικρή φωτογραφική μηχανή και όλοι μαζί έφτιαχναν εικόνες χωρίς σχεδόν καθόλου χρήματα. Η Ναόμι Κάμπελ και η Κέιτ Μος πλήρωναν μόνες τους τα εισιτήρια του τρένου και το φαγητό τους. Αυτό που σήμερα θα παρουσιαζόταν ως επιμελημένη αισθητική της φτώχειας, τότε ήταν συχνά απλώς η πραγματικότητα μιας παρέας που είχε περισσότερη ενέργεια από budget.
Στο κέντρο της έκθεσης βρίσκεται και η μεγάλη δύναμη των περιοδικών. Το The Face, το i-D και το Dazed & Confused δεν ήταν απλώς έντυπα· ήταν μηχανές παραγωγής βλέμματος. Το 1991, την ίδια χρονιά που ο Ένινφουλ αναλάμβανε στο i-D, οι Rankin και Jefferson Hack ίδρυαν το Dazed & Confused. Οι ανταγωνισμοί ήταν έντονοι, τα εξώφυλλα μετρούσαν, οι ίδιες προσωπικότητες διεκδικούνταν από όλους. Το πρωί μπορούσαν να πολεμούν για την ίδια εικόνα· το βράδυ βρίσκονταν στα ίδια κλαμπ.
Αυτή είναι ίσως η πιο δύσκολη πλευρά να ανασυσταθεί σήμερα. Όχι το styling των ’90s — αυτό ανακυκλώνεται παντού. Αλλά η αίσθηση μιας σκηνής που μπορούσε ακόμη να υπάρξει χωρίς να καταγράφεται αμέσως, χωρίς να εξηγεί τον εαυτό της σε πραγματικό χρόνο, χωρίς να περιμένει την τιμωρία ή την επιβράβευση του αλγορίθμου. Η νύχτα είχε ακόμη δικαίωμα να εξαφανίζεται. Η εικόνα μπορούσε να αργήσει να γίνει αρχείο.
Η έκθεση, όμως, δεν θέλει να πουλήσει μόνο αυτή τη σαγηνευτική αταξία. Ο Ένινφουλ επιμένει ότι τα ’90s δεν ήταν μόνο supermodels, Britpop, club kids και φωτογραφίες που μοιάζουν ακόμη επικίνδυνα ζωντανές. Ήταν και η δεκαετία όπου άρχισαν να μπαίνουν πιο καθαρά στο κέντρο οι συζητήσεις για τη διαφορετικότητα, τη συμπερίληψη, τη φυλή και την πρόσβαση. Γι’ αυτό το βλέμμα της Tate ανοίγει πέρα από το λευκό, γυαλισμένο αφήγημα της Cool Britannia.
Στην έκθεση εμφανίζονται δημιουργοί όπως η Maud Sulter και η Sonia Boyce, ενώ ο Ένινφουλ έφερε στην ομάδα της Tate και το έργο του Normski, του φωτογράφου που κατέγραψε τη νυχτερινή και μουσική κουλτούρα της εποχής. Δίπλα στους σχεδιαστές και στους YBAs βρίσκονται ο Ozwald Boateng, η Roshini Kempadoo, η Eileen Perrier και ο Hamad Butt, του οποίου το έργο συνδέεται με την κρίση του AIDS. Το αποτέλεσμα δεν είναι μια απλή αναπαράσταση της δεκαετίας, αλλά μια προσπάθεια να φανεί ποιοι είχαν ταλέντο χωρίς να έχουν πάντα το σωστό σχολείο, το σωστό δίκτυο ή την επίσημη άδεια να ανήκουν.
Αυτό κάνει το The 90s: Art and Fashion πιο ενδιαφέρον από μια έκθεση νοσταλγίας. Δεν κοιτάζει τα ’90s σαν moodboard για σημερινά editorials. Τα κοιτάζει σαν δεκαετία όπου η μόδα και η τέχνη έχασαν για λίγο τα καθαρά τους σύνορα. Η πασαρέλα έγινε performance, το περιοδικό έγινε γκαλερί, το κλαμπ έγινε στούντιο, η φωτογραφία μόδας έγινε κοινωνικό ντοκουμέντο, το σώμα έγινε πεδίο μάχης.
Και εδώ η φράση για τα κινητά αποκτά άλλο βάρος. Δεν αφορά μόνο τα σκάνδαλα που δεν καταγράφηκαν ή τα πάρτι που σήμερα θα έβγαζαν captions απολογίας. Αφορά μια ολόκληρη συνθήκη παραγωγής εικόνας πριν από τη μόνιμη αυτοπαρατήρηση. Οι άνθρωποι των ’90s έφτιαχναν τον εαυτό τους μπροστά στον φακό, αλλά όχι ακόμη μπροστά σε εκατομμύρια μικρούς φακούς. Αυτό δεν τους έκανε αθώους. Τους έκανε πιο άπιαστους.
Γι’ αυτό τα ’90s επιστρέφουν σήμερα με τόση δύναμη. Όχι επειδή ήταν πιο καθαρά ή πιο ελεύθερα, αλλά επειδή μοιάζουν με την τελευταία δεκαετία που πρόλαβε να γίνει μύθος πριν μάθει να επιτηρεί τον εαυτό της. Η Tate Britain τα ξανανοίγει μέσα από τον άνθρωπο που τα έζησε ως παιδί της εικόνας και αργότερα τα είδε να γίνονται παγκόσμιο αρχείο. Ο Ένινφουλ δεν στήνει απλώς μια έκθεση για τη μόδα και την τέχνη. Στήνει μια αίθουσα με τα φαντάσματα μιας εποχής που δεν είχε ακόμη μάθει να φοβάται την κάμερα στην τσέπη της.
Πηγή: LiFO