Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
Σεφέρης

Στις 24 Οκτωβρίου 1963, ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης γίνεται ο πρώτος Έλληνας λογοτέχνης που βραβεύεται με το Νομπέλ Λογοτεχνίας.
 

Ο νομπελίστας ποιητής

Από τη δεκαετία του ‘50 η ποίηση του Σεφέρη ήταν γνωστή και αναγνωρισμένη στο εξωτερικό. Το 1955 και το 1961 ήταν υποψήφιος για το Νόμπελ. Δύο χρόνια αργότερα, οι φήμες έδιναν κι έπαιρναν στην Αθήνα ότι θα ήταν αυτός ο νικητής. Οι φήμες επιβεβαιώθηκαν το μεσημέρι της 24ης Οκτωβρίου, όταν έφθασε στην Αθήνα το τηλεγράφημα της Σουηδικής Ακαδημίας, που ανήγγειλε τη χαρμόσυνη είδηση. Ο Σεφέρης είχε κερδίσει το βραβείο «για το υπέροχο λυρικό ύφος του, που είναι εμπνευσμένο από ένα βαθύ αίσθημα για το ελληνικό πολιτιστικό ιδεώδες». Η ποιητική παραγωγή του Σεφέρη, συνεχίζει η ανακοίνωση, «δεν είναι μεγάλη σε όγκο, αλλά λόγω της μοναδικής σκέψης και του ύφους της, καθώς και της ομορφιάς της γλώσσας της, έχει καταστεί σύμβολο διαρκείας για όλα όσα είναι ακατάλυτα στην ελληνική παράδοση της ζωής». Η Σουηδική Ακαδημία είχε ξεπληρώσει ένα χρέος της προς την Ελλάδα, καθώς στο παρελθόν είχε παρακάμψει τις υποψηφιότητες του Νίκου Καζαντζάκη και του Άγγελου Σικελιανού.


Τα ονόματα των συνυποψηφίων του Σεφέρη προκαλούν δέος. Στο «ΤΟ ΒΗΜΑ» της 25ης Οκτωβρίου 1963 διαβάζουμε: «Μέχρις όμως της τελευταίας στιγμής συνεζητούντο τα ονόματα και άλλων υποψηφίων. Εκτός του Ζαν – Πωλ Σάρτρ και του ποιητού Ρενέ Σαρ από την Γαλλίαν, εξητάσθησαν αι υποψηφιότητες του Χιλιανού ποιητού και διπλωμάτου Πάμπλο Νερούντα, των Άγγλων μυθιστοριογράφων Γράχαμ Γκρην και Λώρενς Ντάρρελ – ο τελευταίος είναι εκείνος που μετέφρασε τον Σεφέρην εις την αγγλικήν – και τού Άγγλου επίσης ποιητού Ρόμπερτ Γκρέηβς».

 

Σεφέρης

Το κλίμα στην Αθήνα την εποχή της βράβευσης ήταν πολιτικά ρευστό και κοινωνικά τεταμένο. Η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη τον Μάιο, η παραίτηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή τον Ιούνιο και οι εκλογές που έχουν ήδη προκηρυχθεί για τον Νοέμβριο του 1963 μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον. Η είδηση για την βράβευση δημοσιεύεται στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και εκτενή αφιερώματα υπάρχουν στις πολιτιστικές τους σελίδες, γρήγορα όμως το ενδιαφέρον ατονεί. Την επομένη της βράβευσης (11 Δεκεμβρίου), η σχετική είδηση είναι στις περισσότερες εφημερίδες είτε χαμένη στις εσωτερικές τους σελίδες, είτε πρωτοσέλιδο μονόστηλο, συμπιεσμένο υπό το βάρος των πολιτικών εξελίξεων.


Εξάλλου, τις πρώτες ώρες από την ανακοίνωση της Σουηδικής Ακαδημίας, υπήρξαν, σύμφωνα με τον Γ. Π. Σαββίδη και το «ΒΗΜΑ» της 7ης Νοεμβρίου 1993, οι εξής αντιδράσεις:
«Η άμεση απήχηση στην Ελλάδα; Μουγκαμάρα και φθόνος. Την ημέρα της αναγγελίας βρισκόμουν για συμπαράσταση του ποιητή, περιμένοντας το τηλεφώνημα για την τελική απόφαση της Σουηδικής Ακαδημίας. Όταν ακούστηκε η επιβεβαίωση, για να μην απασχολώ τη γραμμή, πετάχτηκα στο κοντινό ψιλικατζίδικο, που είχε τηλέφωνο, να δώσω στην είδηση στο “Βήμα”. Επιστρέφοντας, βρήκα να περιφέρεται στην οδό Άγρας ένας έρημος ιταλός δημοσιογράφος. Με σταμάτησε και ρώτησε; “Πού μένει ο Σεφέρης;” Του έδειξα την πόρτα. Με κοίταξε σαν να τον δούλευα: “Mα πού είναι οι έλληνες δημοσιογράφοι και οι φωτογράφοι;” [...] Η Κυρία Μαρώ (σ.σ. σύζυγος Γιώργου Σεφέρη), οργανωμένη οικοδέσποινα, άνοιξε τις δέουσες σαμπάνιες. Αλλιώς, ούτε λουλούδια, ούτε γάτα. Μονάχα ο Αλέκος Σεγκόπουλος φιλοτιμήθηκε να στείλει για δώρο ένα αντίτυπο υπερπολυτελείας της Αλεξανδρινής έκδοσης του Καβάφη […]  Επιστρέφοντας αεροπορικώς από τη Στοκχόλμη, είχα τηλεγραφήσει στο “Βήμα” αριθμό πτήσης και ώρα αφίξεως, υποδεικνύοντας την οργάνωση κάποιας υποδοχής. Στο Ελληνικό βρήκαμε να μας περιμένουν δύο γυναίκες: η μάνα μου και η Ιωάννα Τσάτσου. Κανείς άλλος».

Σεφέρης

Τον Δεκέμβριο του 1963, ο Σεφέρης παραλαμβάνει το βραβείο και σε μια σύντομη ομιλία, κατορθώνει να συμπεριλάβει ολόκληρο το ελληνικό πνεύμα:

«Τούτη τὴν ὥρα αἰσθάνομαι πὼς εἶμαι ὁ ἴδιος μία ἀντίφαση. Ἀλήθεια, ἡ Σουηδικὴ Ἀκαδημία, ἔκρινε πὼς ἡ προσπάθειά μου σὲ μία γλώσσα περιλάλητη ἐπὶ αἰῶνες, ἀλλὰ στὴν παροῦσα μορφή της περιορισμένη, ἄξιζε αὐτὴ τὴν ὑψηλὴ διάκριση. Θέλησε νὰ τιμήσει τὴ γλώσσα μου, καὶ νὰ - ἐκφράζω τώρα τὶς εὐχαριστίες μου σὲ ξένη γλώσσα. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσετε τὴ συγνώμη ποὺ ζητῶ πρῶτα -πρῶτα ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου.

Ἀνήκω σὲ μία χώρα μικρή. Ἕνα πέτρινο ἀκρωτήρι στὴ Μεσόγειο, ποὺ δὲν ἔχει ἄλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν ἀγώνα τοῦ λαοῦ, τὴ θάλασσα, καὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Εἶναι μικρὸς ὁ τόπος μας, ἀλλὰ ἡ παράδοσή του εἶναι τεράστια καὶ τὸ πράγμα ποὺ τὴ χαρακτηρίζει εἶναι ὅτι μας παραδόθηκε χωρὶς διακοπή. Ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα δὲν ἔπαψε ποτέ της νὰ μιλιέται. Δέχτηκε τὶς ἀλλοιώσεις ποὺ δέχεται καθετὶ ζωντανό, ἀλλὰ δὲν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Ἄλλο χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς παράδοσης εἶναι ἡ ἀγάπη της γιὰ τὴν ἀνθρωπιά, κανόνας της εἶναι ἡ δικαιοσύνη. Στὴν ἀρχαία τραγωδία, τὴν ὀργανωμένη μὲ τόση ἀκρίβεια, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ξεπερνᾶ τὸ μέτρο, πρέπει νὰ τιμωρηθεῖ ἀπὸ τὶς Ἐρινύες.

Ὅσο γιὰ μένα συγκινοῦμαι παρατηρώντας πῶς ἡ συνείδηση τῆς δικαιοσύνης εἶχε τόσο πολὺ διαποτίσει τὴν ἑλληνικὴ ψυχή, ὥστε νὰ γίνει κανόνας τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς διδασκάλους μου, τῶν ἀρχῶν τοῦ περασμένου αἰώνα, γράφει: «... θὰ χαθοῦμε γιατί ἀδικήσαμε ...». Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀγράμματος. Εἶχε μάθει νὰ γράφει στὰ τριάντα πέντε χρόνια τῆς ἡλικίας του. Ἀλλὰ στὴν Ἑλλάδα τῶν ἡμερῶν μας, ἡ προφορικὴ παράδοση πηγαίνει μακριὰ στὰ περασμένα ὅσο καὶ ἡ γραπτή. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ποίηση. Εἶναι γιὰ μένα σημαντικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Σουηδία θέλησε νὰ τιμήσει καὶ τούτη τὴν ποίηση καὶ ὅλη τὴν ποίηση γενικά, ἀκόμη καὶ ὅταν ἀναβρύζει ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα λαὸ περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πὼς τοῦτος ὁ σύγχρονος κόσμος ὅπου ζοῦμε, ὁ τυραννισμένος ἀπὸ τὸ φόβο καὶ τὴν ἀνησυχία, τὴ χρειάζεται τὴν ποίηση. Ἡ ποίηση ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀνθρώπινη ἀνάσα - καὶ τί θὰ γινόμασταν ἂν ἡ πνοή μας λιγόστευε; Εἶναι μία πράξη ἐμπιστοσύνης - κι ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει ἂν τὰ δεινά μας δὲν τὰ χρωστᾶμε στὴ στέρηση ἐμπιστοσύνης.

Παρατήρησαν, τὸν περασμένο χρόνο γύρω ἀπὸ τοῦτο τὸ τραπέζι, τὴν πολὺ μεγάλη διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς ἀνακαλύψεις τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης καὶ στὴ λογοτεχνία. Παρατήρησαν πὼς ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ δράμα καὶ ἕνα σημερινό, ἡ διαφορὰ εἶναι λίγη. Ναί, ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου δὲ μοιάζει νὰ ἔχει ἀλλάξει βασικά. Καὶ πρέπει νὰ προσθέσω πὼς νιώθει πάντα τὴν ἀνάγκη ν᾿ ἀκούσει τούτη τὴν ἀνθρώπινη φωνὴ ποὺ ὀνομάζουμε ποίηση. Αὐτὴ ἡ φωνὴ ποὺ κινδυνεύει νὰ σβήσει κάθε στιγμὴ ἀπὸ στέρηση ἀγάπης καὶ ὁλοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει ποὺ νἄ ῾βρει καταφύγιο, ἀπαρνημένη, ἔχει τὸ ἔνστικτο νὰ πάει νὰ ριζώσει στοὺς πιὸ ἀπροσδόκητους τόπους. Γι᾿ αὐτὴ δὲν ὑπάρχουν μεγάλα καὶ μικρὰ μέρη τοῦ κόσμου. Τὸ βασίλειό της εἶναι στὶς καρδιὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς. Ἔχει τὴ χάρη ν᾿ ἀποφεύγει πάντα τὴ συνήθεια, αὐτὴ τὴ βιομηχανία. Χρωστῶ τὴν εὐγνωμοσύνη μου στὴ Σουηδικὴ Ἀκαδημία ποὺ ἔνιωσε αὐτὰ τὰ πράγματα, ποὺ ἔνιωσε πὼς οἱ γλῶσσες, οἱ λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δὲν πρέπει νὰ καταντοῦν φράχτες ὅπου πνίγεται ὁ παλμὸς τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς, ποὺ ἔγινε ἕνας Ἄρειος Πάγος ἱκανὸς νὰ κρίνει μὲ ἀλήθεια ἐπίσημη τὴν ἄδικη μοίρα τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ θυμηθῶ τὸν Σέλλεϋ, τὸν ἐμπνευστή, καθὼς μᾶς λένε, τοῦ Ἀλφρέδου Νομπέλ, αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ μπόρεσε νὰ ἐξαγοράσει τὴν ἀναπόφευκτη βία μὲ τὴ μεγαλοσύνη τῆς καρδιᾶς του.

Σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο, ποὺ ὁλοένα στενεύει, ὁ καθένας μας χρειάζεται ὅλους τοὺς ἄλλους. Πρέπει ν᾿ ἀναζητήσουμε τὸν ἄνθρωπο, ὅπου καὶ νὰ βρίσκεται.

Ὅταν στὸ δρόμο τῆς Θήβας, ὁ Οἰδίπους συνάντησε τὴ Σφίγγα, κι αὐτὴ τοῦ ἔθεσε τὸ αἴνιγμά της, ἡ ἀπόκρισή του ἦταν: ὁ ἄνθρωπος. Τούτη ἡ ἁπλὴ λέξη χάλασε τὸ τέρας. Ἔχουμε πολλὰ τέρατα νὰ καταστρέψουμε. Ἂς συλλογιστοῦμε τὴν ἀπόκριση τοῦ Οἰδίποδα».

Ο ποιητής 


Ο Γιώργος Σεφέρης (Σεφεριάδης) είναι ένας από τους πιο γνωστούς Νεοέλληνες ποιητές, τιμημένος με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας το 1963. Γεννήθηκε στη Σμύρνη στις 13 Μαρτίου 1900 και πέθανε στην Αθήνα στις 20 Σεπτεμβρίου 1971. Το 1914 εγκαταστάθηκε μαζί με την οικογένειά του στην Αθήνα, όπου και τέλειωσε το γυμνάσιο το 1918. Στη συνέχεια σπούδασε νομικά στο Παρίσι απ' όπου πήρε και τον τίτλο του διδάκτορος (1924). Το 1926 εισήλθε στο διπλωματικό σώμα, υπηρετώντας σε διάφορες θέσεις σε πολλές χώρες. Ως πρέσβης της Ελλάδας υπηρέτησε στο Λίβανο, στη Συρία, στην Ιορδανία, στο Ιράκ, στο Λονδίνο. Εκτός από το ευρύτατα γνωστό ποιητικό του έργο, ο Γιώργος Σεφέρης διακρίθηκε κι ως δοκιμιογράφος. Η εμφάνισή του στα γράμματα έγινε το 1931, με τη δημοσίευση της ποιητικής του συλλογής Στροφή. Ακολούθησε η Στέρνα (1932). Το 1935 εξέδωσε το Μυθιστόρημα, συλλογή από 24 αλληλένδετα ποιήματα. Το 1940 εξεδόθησαν το Tετράδιο Γυμνασμάτων και το Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Α'. Το Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β'   εξεδόθη το 1944, ενώ το 1947 δημοσίευσε την Κίχλη. Το 1955 εξέδωσε το   Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Γ' (αρχικός τίτλος: Κύπρον, οὖ μ' ἐθέσπισεν...). Τελευταίο του ποιητικό έργο τα Τρία Κρυφά Ποιήματα (1966).

Σεφέρης


Η σχέση του με την Κύπρο  
Ο Γιώργος Σεφέρης συνδέθηκε στενά με την Κύπρο. Ως διπλωμάτης σχετίστηκε ιδιαίτερα με την Κύπρο όταν είχε υπηρετήσει ως πρέσβης της Ελλάδας στο Λονδίνο από το 1957 μέχρι το 1962. Ο διορισμός του ως εκπροσώπου της Ελλάδας στη βρετανική πρωτεύουσα έγινε σε μια κρίσιμη εποχή κατά την οποία στην Κύπρο διεξαγόταν ο ένοπλος απελευθερωτικός αγώνας κατά των Βρετανών αποικιοκρατών, που είχε πληγώσει σοβαρότατα και τις ελληνοβρετανικές σχέσεις. Είχε επισκεφθεί τρεις φορές την Κύπρο. Το φθινόπωρο-χειμώνα του 1953 και ξανά τον επόμενο χρόνο, το 1954, και πάλι το 1955. Ξαναπέρασε δε από την Αμμόχωστο αργότερα το 1969. Το 1953 κυρίως, οπότε περιόδευσε το νησί συνοδευόμενος από τον φίλο του Κύπριο ζωγράφο Αδαμάντιο Διαμαντή, ο ποιητής Σεφέρης συγκλονίστηκε από «τον κόσμο της Κύπρου» κι από την ίδια την Κύπρο γενικότερα. Γνώρισε, όπως ο ίδιος έγραψε, έναν χώρο «όπου το θαύμα λειτουργούσε ακόμη». Αποτέλεσμα της γνωριμίας του αυτής με τον κόσμο της Κύπρου (στον οποίο άλλωστε και την αφιερώνει, με τις λέξεις Μνήμη καί Ἀγάπη) ήταν η πολύ σημαντική ποιητική του συλλογή   Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Γ'. 

Στα ταξίδια του στην Κύπρο ο Σεφέρης, ένιωσε πως βρήκε τον εαυτό του και πως βίωσε μία αποκάλυψη. Μάλιστα είχε εκμυστηρευτεί πως ένιωθε ότι «…[η Κύπρος] μπορεί να με πήρε για ψυχοπαίδι της». Ο ποιητής είχε ένα πολύ βαθύ δέσιμο με το νησί. Ένιωθε, πως στην Κύπρο έβρισκε τον ατόφιο ελληνισμό που ζητούσε. 

Σεφέρης

Το καλοκαίρι του 1971 ο Σεφέρης τελικά αποφάσισε (παρά τις ανησυχίες του λόγω της Χούντας) να πραγματοποιήσει τη μεγάλη του επιθυμία να επισκεφθεί ξανά το νησί και άρχισε τις προετοιμασίες. Μια εκδοχή είναι ότι ήθελε να συνομιλήσει με τον Μακάριο για τα πολιτικά προβλήματα. Σε επιστολή του προς τη δημοσιογράφο Anne Philipe, της δίνει τη διεύθυνση του Λουίζου στην Αμμόχωστο για να επικοινωνήσει μαζί του. Ο Ευάγγελος περίμενε «με ανοιχτές αγκάλες» τον Γιώργο και τη Μαρώ να έλθουν στην Κύπρο, όπως τους έγραψε.


Στις 22 Ιουλίου, πέντε μέρες πριν την αναχώρηση για την Κύπρο, ο Σεφέρης μεταφέρθηκε στον Ευαγγελισμό, όπου και πέθανε στις 20 Σεπτεμβρίου 1971. 


Με πληροφορίες από in.gr, sansimera.gr, naftemporiki.gr, Το Βήμα, polignosi.com