Στο μήνυμά του προς τους εκπαιδευτικούς, μαθητές και φοιτητές, ο Υπουργός αναφέρει ότι «τιμούμε τους Έλληνες, τους Κύπριους, αλλά και όλους τους ανθρώπους που αγωνίστηκαν, υπέφεραν ή έδωσαν τη ζωή τους για την εδραίωση της ειρήνης και της ασφάλειας στην Ευρώπη και στον κόσμο».
Όπως είπε, το 1944 η ανθρωπότητα δεσμεύτηκε να μην επιτρέψει ποτέ την αναβίωση της φρίκης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
«Εντούτοις, εβδομήντα χρόνια μετά, ο κόσμος αντικρύζει με δέος ανοικτά πολεμικά μέτωπα και τρομοκρατική δράση, που ταλανίζουν ακόμα την ανθρωπότητα», προσθέτει.
Συμπληρώνει ότι η Κύπρος, μετά από 40 χρόνια συνεχιζόμενης κατοχής, εξακολουθεί να βιώνει τις τουρκικές προκλήσεις και απειλές, που παραβιάζουν τη διεθνή νομιμότητα και παρεμποδίζουν τη δίκαιη, βιώσιμη και λειτουργική λύση του κυπριακού ζητήματος.
«Οφείλουμε να συνεχίσουμε ενωμένοι τις προσπάθειες για απελευθέρωση και επανένωση της πατρίδας μας, διασφαλίζοντας τα ανθρώπινα δικαιώματα για όλους τους νόμιμους κατοίκους της» συμπληρώνει ο κ. Καδής.
Ο Υπουργός αναφέρεται στην απάντηση του ελληνικού λαού προς τις δυνάμεις του φασισμού, καθώς στην απαίτηση για παράδοση της Ελλάδας, σημειώνοντας πως ο Ελληνικός λαός αντιστάθηκε στον εκβιασμό και έγραψε σελίδες ηρωισμού και αυτοθυσίας στις χιονισμένες βουνοκορφές της Πίνδου και στην Ήπειρο, ενώ όταν τον Απρίλη του 1941 οι στρατιές του Χίτλερ εισέβαλαν στην Ελλάδα, οι Έλληνες, παρά τις κακουχίες, συνέχισαν τον αγώνα και έγραψαν το έπος της Αντίστασης.
Η συμβολή τους υπήρξε καθοριστική στην επικράτηση των συμμαχικών δυνάμεων κατά του ναζισμού, συνεχίζει ο Υπουργός, προσθέτοντας ότι στον αγώνα των Ελλήνων του 1940, σημαντική ήταν και η συνεισφορά των Κυπρίων.
Όπως αναφέρει, πολλοί νέοι κατατάγηκαν εθελοντικά και πότισαν με το αίμα τους τα βουνά της Πίνδου και άλλοι ενώθηκαν με τις βρετανικές δυνάμεις σε επιχειρήσεις σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και της Μέσης Ανατολής.
Καταλήγει, λέγοντας ότι μεγάλος αριθμός γυναικών υπηρέτησαν εθελόντριες ως ασυρματίστριες, τηλεφωνήτριες, νοσοκόμες, οδηγοί, αγγελιαφόροι.