Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
Στο μικροσκόπιο της Επιτροπής Νομικών της Βουλής βρέθηκε η πρόταση νόμου της Προέδρου του Σώματος, Αννίτας Δημητρίου που καθιστά το αδίκημα της γυναικοκτονίας, ως ιδιώνυμο έγκλημα το οποίο θα επισύρει την ποινή της δια βίου φυλάκισης. 

Με τον πρόεδρο της Επιτροπής Νομικών, Νίκο Τορναρίτη να δηλώνει πως «μέσα στη νομοθεσία που αφορά τη σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, μπαίνουν ενισχυτές επιβαρυντικές διατάξεις σε σχέση με τη συγκεκριμένη πράξη, τη γυναικοκτονία είτε πλευράς συζύγου είτε πλευράς οικογενειακού περιβάλλοντος», 

Η πρόταση θα προνοεί πως το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση και επιβολή της ποινής θα λαμβάνει υπόψη ως επιβαρυντικό παράγοντα ότι ο θάνατος επήλθε ως αποτέλεσμα βίας από ερωτικό σύντροφο, βασανισμού ή άσκησης βίας λόγω μισογυνισμού, άσκησης ενδοοικογενειακής βίας αλλά και άσκηση βίας για λόγους τιμής. 

Εντός των επόμενων δύο εβδομάδων η πρόταση νόμου θα διαβιβαστεί την Ολομέλεια της Βουλής. 

«Θεραπείες μεταστροφής»

Η επιτροπή άρχισε και τη συζήτηση της πρότασης νόμου του ΑΚΕΛ για ποινικοποιήση των θεραπειών μεταστροφής σε βάρος των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων. 

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης ακούστηκαν καταγγελίες όσων ιατρών και μη μετέρχονται τέτοιων μεθόδων, που αποσκοπούν στην αλλαγή του σεξουαλικού προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου ενός ατόμου. 

«Οι μαρτυρίες που αναφέρθηκαν στη συζήτηση ήταν σοκαριστηκές. Μέσα στα θύματα αυτού του θέματος είναι και γυναίκες παντρεμένες, έχουμε μαρτυρίες ατόμων που έφτασαν μέχρι και τους αυτοκτονικούς ιδεασμούς», δήλωσε εκ μέρους της ΛΟΑΤΚΙ, Αντώνης Παπαγεωργίου

Η πρόταση νόμου προβλέπει ποινές μέχρι και δύο έτη φυλάκισης για όσους εφαρμόζουν ψευδοθεραπείες και ποινές μέχρι τρία έτη όταν αυτές εφαρμόζεται σε ανήλικα πρόσωπα ή άτομα που είναι σε ευάλωτη θέση λόγω ψυχικής υγείας. 

Ο βουλευτής του ΑΚΕΛ, Γιώργος Κουκουμάς δήλωσε πως «έχουν συνήθως θύματα παιδιά και έφηβους και βασίζονται πάνω στην αντίληψη, την οπισθοδρομική αντίληψη ότι τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα είναι άρρωστα άτομα και πρέπει να θεραπευτούν». 

Η συγκεκριμένη πράξη έχει ήδη ποινικοποιηθεί σε αρκετές χώρες μεταξύ των οποίων η Μάλτα, η Γερμανία, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο.