«Ο Ερντογάν δεν μπορεί να αψηφά για καιρό την πραγματικότητα», ο τίτλος του αφιερώματος, στο οποίο θίγεται με κριτική ματιά ο τρόπος με τον οποίο επιλέγει ο πρόεδρος της Τουρκίας να «σώσει» τη χώρα του με μείωση των επιτοκίων.
Ειδικότερα σημειώνεται ότι το «σχέδιο του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να σώσει το νόμισμα της Τουρκίας απλώς αυξάνει τους κινδύνους».
Αναφέρεται, ακόμη, ότι οι άνδρες με τα χρόνια τείνουν να γίνονται πεισματάρηδες και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν είναι εύπλαστος.
«Κατά τη διάρκεια 19 ετών στην εξουσία της Τουρκίας, πρώτα ως πρωθυπουργός και μετά ως πρόεδρος, ο Ερντογάν έχει φυλακίσει χιλιάδες αντιφρονούντες και επικριτές: κοσμικούς στρατιωτικούς, διαδηλωτές, Κούρδους ακτιβιστές, μέλη του κινήματος Γκιουλέν. Έχει φιμώσει ή εκκαθαρίσει ομάδες της κοινωνίας των πολιτών, τα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης και το δικαστικό σώμα. Με κάθε πρόκληση από την οποία επιζεί, όπως οι διαμαρτυρίες στο πάρκο Γκεζί το 2013 και η απόπειρα πραξικοπήματος το 2016, το ''εγώ'' του μεγαλώνει.», προστίθεται στο αφιέρωμα.
«Οι πιο ευαίσθητοι σύμβουλοι έχουν παραιτηθεί, αφήνοντάς τον να περιβάλλεται από συγγενείς και άντρες. Ένας ηγέτης τόσο ισχυρός όσο ο Ερντογάν μπορεί να φιμώσει φωνές που δεν θέλει να ακουστούν», επισημαίνεται, δε, από τον Economist.
Ωστόσο το βρετανικό περιοδικό τονίζει ότι από τον Σεπτέμβριο ο Ερντογάν προσπαθεί να αψηφήσει τους νόμους της οικονομίας. «Καθώς ορισμένες αναδυόμενες οικονομίες αύξησαν τα επιτόκια για να καταπολεμήσουν τον πληθωρισμό, η Τουρκία πήγε προς την άλλη κατεύθυνση. Παρά το γεγονός ότι ο πληθωρισμός ξεπέρασε το 21% τον Νοέμβριο, ο πρόεδρός της πίεσε την κεντρική τράπεζα να μειώσει τα επιτόκια κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες, στο 14%, σύμφωνα με την πεποίθησήη ότι τα υψηλότερα επιτόκια προκαλούν πληθωρισμό αντί να τον καταπολεμούν. Σε απάντηση, οι Τούρκοι μετέτρεψαν περισσότερες καταθέσεις λιρών σε δολάρια και ευρώ. Αυτό προκάλεσε μια νομισματική κρίση».