Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
Στην ανασκόπηση των ελληνογερμανικών σχέσεων και της δύσκολης περιόδου της δημοσιονομικής κρίσης, σε αναφορές στις ελληνοτουρκικές σχέσεις αλλά και στην ανάδειξη των προοπτικών που διανοίγει ο διάλογος και η επιδίωξη συγκλίσεων, προχώρησαν ο Έλληνας Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και η Γερμανίδα Καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ, κατά τις κοινές τους δηλώσεις, μετά τη συνάντηση που είχαν στο Μέγαρο Μαξίμου.

Αναφερόμενος στη 16χρονη πορεία της απερχόμενης Καγκελαρίου, ο Έλληνας Πρωθυπουργός χαρακτήρισε την κ. Μέρκελ ως «φωνή της λογικής και της σταθερότητας». Όπως είπε, αυτή η φωνή μπορεί να υπήρξε «άδικη ίσως κάποιες φορές, όμως καθοριστική».

«Και εσείς παραδεχτήκατε ότι ζητήσατε πολλά από τους Έλληνες», ανέφερε ο κ. Μητσοτάκης, εκτιμώντας ότι «ευτυχώς ούτε η φτηνή λιτότητα, ούτε τα φτηνά εθνικά συνθήματα άντεξαν. Η κοινοτική αλληλεγγύη και ο αληθινός πατριωτισμός βγήκαν στο τέλος νικητές».

Μιλώντας για τη σημερινή Ελλάδα ως μια χώρα πολύ διαφορετική από αυτή που είχε γνωρίσει η κ. Μέρκελ πριν από μια δεκαετία, ο κ. Μητοστάκης ανέδειξε ως καθοριστικό τον ρόλο της Καγκελαρίου στην άρνηση εξοστρακισμού της Ελλάδας από την Ευρώπη.

Ο κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε τη σημασία των ομοφωνιών και των συγκλίσεων στην πορεία της Ευρώπης προς το μέλλον, υποστηρίζοντας ότι η κ. Μέρκελ κινείται ουσιωδώς σε μια τέτοια κατεύθυνση.

Στο ζήτημα των ελληνοτουρκικών σχέσεων ο κ. Μητοστάκης αναγνώρισε ως σημαντική τη θέση της Καγκελαρίου για εκτόνωση των εντάσεων μέσω του διαλόγου, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι η ευρωπαϊκές αρχές θα πρέπει να μετουσιωθούν σε πράξη.

«Κι εγώ αγωνίζομαι για να κρατώ πάντα ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας. Συχνά η δυτική ψυχραιμία ενθαρρύνει την τουρκική αυθαιρεσία. Είναι καιρός οι ευρωπαϊκές αρχές να μετουσιωθούν σε ευρωπαϊκή πολιτική και κυρίως σε ευρωπαϊκή πρακτική, απέναντι σε όσους την προσβάλλουν», ανέφερε. «Η Ελλάδα θέλει μόνο φίλους. Και το αποδεικνύει συνάπτοντας συμφωνίες συνεργασίας με όλα τα φιλειρηνικά κράτη της περιοχής. Επιθυμεί τις καλές σχέσεις, ασφαλώς και με τους γείτονές μας, πάντα με γνώμονα το διεθνές δίκαιο και το δίκαιο της θάλασσας. Όμως δεν ανέχεται ούτε απειλές ούτε αμφισβητήσεις των δικαιωμάτων της. Η θέση μου είναι σαφής και κρυστάλλινη», τόνισε ο Έλληνας Πρωθυπουργός.

Ερωτηθείς ποια θα είναι τα ζητήματα που θα θέσει στον διάδοχο της κ. Μέρκελ αναφορικά με την Τουρκία, ο κ. Μητσοτάκης σημείωσε ότι είναι επιτακτική η τήρηση των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για την Τουρκία. Όπως είπε, οι συγκεκριμένες αποφάσεις θέτουν την Τουρκία ενώπιον ενός διλήμματος: μιας σχέσης αμοιβαία επωφελούς συνεργασίας, που προϋποθέτει όμως τη μείωση των εντάσεων, τον σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου και των σχέσεων καλή γειτονίας ή τον δρόμο των κυρώσεων εάν συνεχιστεί η προκλητική συμπεριφορά της.

Απαντώντας στη σχετική ερώτηση, ο κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε και στο ζήτημα της τουρκικής στάσης στο Κυπριακό. «Υπάρχει μια διαρκής τουρκική προκλητικότητα, η οποία δυστυχώς σε αρκετά επίπεδα εντείνεται και θα έλεγα ότι εκδηλώνεται με ακόμα πιο έντονο τρόπο στην περίπτωση της Κύπρου. Είναι ένα ζήτημα που είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε και με την Καγκελάριο. Προβληματιζόμαστε και οι δύο πολύ έντονα. Συμφωνούμε επί της αρχής ότι δεν μπορούμε να κάνουμε καμία συζήτηση στη βάση της λογικής των δύο κρατών. Είναι κάτι το οποίο απορρίπτουμε επί της αρχής. Και ενθαρρύνουμε την Τουρκία να αποδεχτεί το αυτονόητο, τον διορισμό δηλαδή ενός νέου διαμεσολαβητή από τα Ηνωμένα Έθνη, ώστε να κρατήσουμε ζωντανή τη διαδικασία του διαλόγου, στο πλαίσιο των υφιστάμενων αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών», σημείωσε σχετικά ο κ. Μητσοτάκης.

«Εγώ θα συνεχίσω να αγωνίζομαι για έναν ειλικρινή διάλογο και για μια σχέση αμοιβαίου σεβασμού, όπως απαιτούν οι σχέσεις μεταξύ γειτόνων», τόνισε.

Τέλος, ο κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε στις προοπτικές της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης αλλά και στο μεταναστευτικό, σημειώνοντας την έλλειψη μιας κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής στα θέματα μετανάστευσης και ασύλου.

Από την πλευρά της, η κ. Μέρκελ αναφέρθηκε στις σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας, καθώς και στις δυσκολίες που υπήρξαν σε αυτό το επίπεδο.

«Οι δυσκολίες ήταν δεδομένες όταν επρόκειτο για τη σταθερότητα του ευρώ και εγώ προσωπικά είχα απόλυτη επίγνωση για την υπερβολική επιβάρυνση που σήμαινε αυτό και την πρόκληση που σήμαινε αυτό για τους ανθρώπους στην Ελλάδα. Καταφέραμε στο τέλος να βρούμε μια κοινή πορεία, έναν κοινό βηματισμό για να μείνει η Ελλάδα μέλος της ΕΕ» ανέφερε η απερχόμενη Γερμανίδα Καγκελάριος.

Αναφερόμενη και στην πρόκληση του μεταναστευτικού, η κ. Μέρκελ σημείωσε ότι το «Σύμφωνο ΕΕ-Τουρκίας είναι παράδειγμα που μας δείχνει ότι μπορούμε να συνεργαστούμε και σε αυτή την περίπτωση να συνεργαστούμε και με την Τουρκία».

Αναγνωρίζοντας τις δυσκολίες που υφίστανται στο επίπεδο των ελληνοτουρκικών σχέσεων η κ. Μέρκελ επισήμανε τη σημασία του διαλόγου, ο οποίος, όπως είπε, είναι μια μακρά διαδικασία και στο επίπεδο των σχέσεων της Τουρκίας με την ΕΕ. «Συζητήσαμε και χθες και σήμερα εντατικά ότι θα πρέπει να ισχύουν τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών και το διεθνές δίκαιο και πιστεύουμε ότι είναι σημαντικό μολονότι δύσκολο να βρίσκουμε απαντήσεις και λύσεις μέσω του διαλόγου», ανέφερε η κ. Μέρκελ.

Νωρίτερα, η Γερμανίδα Καγκελάριος έγινε δεκτή από την Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου.

Η κ. Σακελλαροπούλου χαρακτήρισε την κ. Μέρκελ ως μια σπουδαία πολιτικό, η οποία επέδειξε μια καθαρά φιλοευρωπαϊκή στάση σε σειρά ζητημάτων. Υπήρξαν στιγμές δυσκολίας και έντασης, είπε η κ. Σακελλαροπούλου, αναφέροντας ότι κατά την οικονομική κρίση η Ελλάδα αισθάνθηκε πολλές φορές μόνη. Ωστόσο, εκτίμησε ότι οι δυσκολίες συνέβαλαν στην αλληλοκατανόηση και η Ευρώπη διατήρησε τη συνοχή της.

Από την πλευρά της, η κ. Μέρκελ σημείωσε ότι παρά τις δυσκολίες υπάρχουν στέρεες βάσεις στις σχέσεις των δύο χωρών, με τον διάλογο να αποτελεί πάντοτε το κλειδί για την εξεύρεση λύσεων.