Τέτοια ψυχικά τραύματα ακολουθούν, σε όλη τους τη ζωή, όσους βίωσαν τον πόλεμο και την προσφυγιά.
Ενδεικτική είναι η περίπτωση της γιαγιάς Ελένης, εκ Μόρφου ορμώμενης. Η γιαγιά Ελένη είναι σήμερα 85 ετών, αλλά ποτέ δεν ξεχνά τη γενέτειρα της, την οποία υπεραγαπά.
«Εν να πεθάνω τζαι στου Μορφου εν θα πάω», είναι το μόνιμο της παράπονο. «Εβαρεθηκα δαμαι στο ξένο το χωρκό (που την φιλοξενεί μέχρι να επιστρέψει, όπως λέει, στο σπίτι της στην κατεχόμενη Μόρφου). Θέλω να πάω έσσο μου».
Η γιαγιά Ελένη, που ήταν 38 ετών όταν έγινε η εισβολή, θυμάται τα πάντα από την κατεχόμενη κωμόπολη της. «Τις εκκλησίες, τον Άγιο Μάμα, το Παντοπωλείο (εκεί κοντά ήταν και το σπίτι της), τα σχολεία, την περιοχή του «Παρατζει» που ήταν τα περιβόλια της με τις πορτοκαλιές.
Πλέον, όπως λέει, δεν την ενδιαφέρουν οι λόγοι για τους οποίους δεν μπορεί να επιστρέψει στο σπίτι της. Την ενδιαφέρει και την πληγώνει μόνο το γεγονός ότι δεν μπορεί να επιστρέψει.