Ο επικεφαλής του State Department, ως εκ τούτου, επανέφερε στη δημόσια συζήτηση την αμερικανική κόκκινη γραμμή. Κανένας σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών, περιλαμβανομένης και της Τουρκίας, δεν μπορεί να προβαίνει σε αγορές οπλικών συστημάτων από τη Ρωσία.
«Οποιεσδήποτε σημαντικές συναλλαγές με οντότητες ρωσικών αμυντικών συστημάτων, θα μπορούσαν και πάλι να υπόκεινται στο νόμο CAATSA και αυτό είναι ξεχωριστό και εκτός από τις κυρώσεις που έχουν ήδη επιβληθεί», δήλωσε ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ.
Ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών τοποθετήθηκε και για την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων, μια κίνηση που εξόργισε την Άγκυρα η οποία συνεχίζει να απειλεί με αντίποινα.
«Δεν θα έπρεπε να αποτελεί έκπληξη και είναι επίσης αλήθεια ότι ο Πρόεδρος το ξεκαθάρισε από την πρώτη κιόλας μέρα την αποφασιστικότητά του να βάλει τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία στο επίκεντρο της εξωτερικής μας πολιτικής. Και μέρος αυτού εμπερικλείει την κατανόηση της ιστορίας και την αναγνώριση φρικαλεοτήτων του παρελθόντος, ακριβώς για να αποτρέψουμε επανάληψή τους», σημείωσε ο Άντονι Μπλίνκεν.
Στην Άγκυρα, που βάλλεται πανταχόθεν, η ενόχλησή τους για τις εξελίξεις είναι διάχυτη, ωστόσο πίσω από τη ρητορική αντίδραση που περίτεχνα επικοινωνούν με το λαό, πολύ λίγα μπορούν να πράξουν.
Άλλωστε, η κατακερματισμένη τουρκική οικονομία, δεν επιτρέπει νέες περιπέτειες.
Στο βωμό, όμως, της συντήρησης της πλασματικής εικόνας μιας ισχυρής χώρας, επανήλθαν τα δημοσιεύματα που αφορούν το μέλλον της αεροπορικής βάσης του Ιντσιρλίκ.
Ο Τύπος στην Τουρκία μεταδίδει πληροφορίες για νέες σκέψεις της κυβέρνησης του Ταγίπ Ερντογάν να απαιτήσει από τις αμερικανικές δυνάμεις να εγκαταλείψουν το Ιντσιρλίκ, με πηγές από το Υπουργείο Άμυνας της χώρας να διαμηνύει, μάλιστα, ότι η βάση ανήκει στις τουρκικές αεροπορικές δυνάμεις.
Κενές περιεχομένου, ωστόσο, οι απειλές, και για εσωτερική κατανάλωση, όπως σχολιάζουν πολιτικοί αναλυτές.