1η Απριλίου 1955. Η Κύπρος στα όπλα. Για την Ελευθερία, για την Ένωση με την μάνα Ελλάδα. Αφού «είδαμε κι αποείδαμε με τα τηλεγραφήματα και τες πρεσβείες, κλείσαμε τη μικρή μας ζωή σ΄ένα φάκελο μικρό που να χωράει στη χούφτα μιας μαθητριούλας, στον προβολέα ενός ποδηλάτου, στη ράχη ενός βιβλίου και γράψαμε με κόκκινο μελάνι τη διεύθυνση: Αξιότιμον Ελληνικόν Κυπριακόν λαόν, Οδόν Ελευθερίας ή Θανάτου. Χωριά και πόλεις, Κύπρον.
Η δίψα για την εκπλήρωση του προαιώνιου πόθου θεριεύει στις ψυχές των Ελλήνων της Κύπρου. Στις πόλεις, στα χωριά, στα βουνά αντηχούν οι ιαχές του Λεωνίδα, του Κολοκοτρώνη, του Παύλου Μελά και τα ηρωικά παλληκάρια της Κύπρου πέφτουν στην φωτιά της μάχης, ανεβαίνουν στο ικρίωμα της αγχόνης, ψέλνοντας περήφανα τον Ύμνον εις την Ελέυθερία.
Μαθητές, γυναίκες, φλογεροί παπάδες, δάσκαλοι, αμούστακα παλληκάρια αναμετρώνται με την ιστορία. Στον Μαχαιρά, την Σεβέρειο, στον Αχυρώνα, στο Δίκωμο γράφονται νέες, χρυσές σελίδες στην μακραίωνη ελληνική ιστορία.
Οι κατακτητές και ο πολυάριθμος στρατός τους δεν κατάφερε να κάμψει το φρόνημα του λαού, ενός λαού που αγωνιζόταν για την αυτοδιάθεση. Ούτε τα βασανιστήρια, ούτε τα κέρφιου, ούτε ο εκφοβισμός, ο χρηματισμός, οι δολοφονίες λύγισαν τους επαναστατημένους Έλληνες της Κύπρου. Ούτε οι μανάδες των ηρώων μας λύγισαν.
«Χαλάλιν της πατρίδος μου
ο γιος μου, η ζωή μου…»
Γιατί ο ένδοξος θάνατος, είναι αθανασία.
Γιατί «θέλει Αρετήν και Τόλμην η Ελευθερία».