Αιτιολογώντας αυτό, ο δρ. Τσιούτης ανέφερε πως η φιλοσοφία των νέων αυτών μέτρων εδράστηκε στα ιδιότυπα lockdowns που επεβλήθησαν το Νοεμβρίο σε Λεμεσό και Πάφο, όπου χρειάστηκαν περίπου 20 ημέρες για να διαφανεί αισθητή διαφοροποίηση στους δείκτες και τη γενικότερη επιδημιολογική εικόνα.
«Παρόμοια είναι τώρα και τα μέτρα και αυτό που αναμένουμε η επιδημιολογική εικόνα. Είναι δύσκολο να προκύψει δραματική αλλαγή από μέρα σε μέρα» σημείωσε ο δρ. Τσιούτης.
Ερωτηθείς για το κατά πόσο θα μπορούσε να προκύψει σχετική χαλάρωση των περιορισμών σε συγκεκριμένες ημερομηνίες που σχετίζονται άμεσα με τις γιορτές, όπως είναι τα Χριστούγεννα ή η παραμονή της Πρωτοχρονίας, ο δρ. Τσιούτης αφού αναγνώρισε την ανάγκη των πολιτών να ζήσουν με τους οικείους τους στιγμές χαλάρωσης, επεσήμανε κάποιους κινδύνους που ελλοχεύουν.
«Είναι δραστηριότητες και ημέρες ιδιαίτερα αυξημένου κινδύνου, θα υπάρχουν πολλές επαφές σε κλειστούς χώρους, θα υπάρχουν πολλοί ηλικιωμένοι και άτομα με χρόνια νοσήματα, άρα χρειάζεται μια προσοχή» σημείωσε ο δρ. Τσιούτης, τονίζοντας πως το εν λόγω ζήτημα θα τύχει αξιολόγησης.
Αναφορικά με το πότε και αν θα αξιολογηθεί το ενδεχόμενο χαλάρωσης για τις συγκριμένες ημερομηνίες, ο δρ. Τσιούτης απάντησε « θα περίμενα και την άλλη εβδομάδα», αιτιολογώντας πως υπάρχουν κάποιοι παράγοντες επί του παρόντος που προκαλούν ανησυχία. Συγκεκριμένα ο αριθμός των νοσηλευομένων και το ποσοστό θετικότητας που προκύπτει από τα τεστ που παραμένει υψηλός.
Προέτρεψε παράλληλα τους πολίτες όπως ήδη από τώρα ξεκινήσουν να μειώνουν τις επαφές τους για να προστατευθούν και οι ευάλωτες ομάδες, γιατί «οι γιορτές δεν θα είναι ίδιες με πέρσι» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε.
Αναφορικά με τις «φωνές» που ήθελαν πιο χαλαρά μέτρα στις γιορτές και ενδεχόμενη αυστηροποίηση τον Ιανουάριο, ο δρ. Τσιούτης προέβη στην αποκάλυψη πως «αυτό υπήρχε σαν σενάριο», αλλά κάποια στοιχεία που είχαν οι ειδικοί ενώπιον τους όταν σχημάτιζαν τις προτάσεις δεν προέκριναν αυτό το ενδεχόμενο.
Για αυτό το λόγο προτίμησαν όπως ακολουθήσουν το συγκεκριμένο μοτίβο μέτρων, ούτως ώστε μέχρι τον Ιανουάριο να επέλθει ενδεχόμενη βελτίωση της επιδημιολογικής εικόνας.