Οι ανακριτές του ΤΑΕ Πάφου συλλέγουν μαρτυρίες και λαμβάνουν καταθέσεις, αναζητώντας τα ίχνη του καταζητούμενου, ο οποίος δεν αποκλείεται να διέφυγε στα κατεχόμενα από μη ελεγχόμενο σημείο στη νεκρή ζώνη, αφού από τη στιγμή διάπραξης του στυγερού εγκλήματος, τα ξημερώματα, μέχρι τον εντοπισμό της άτυχης γυναίκας από λειτουργό των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, παρήλθαν περίπου έξι ώρες.
Οι οδηγίες παραμένουν σε πλήρη ισχύ, για αυστηρότερους ελέγχους στα σημεία εισόδου και εξόδου της Δημοκρατίας, καθώς και στα οδοφράγματα.
Το εν λόγω περιστατικό θεωρείται ένα πολύ σοβαρό αδίκημα για αυτό και η αστυνομία προσπαθεί με τάχιστους ρυθμούς να ολοκληρώσεις τις εξετάσεις, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο Εκπρόσωπος Τύπου της Αστυνομίας, Χρίστος Αντρέου .
Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, ενώπιον των ανακριτών, το έγκλημα διαπράχθηκε γύρω στις πέντε τα ξημερώματα της Δευτέρας αφού ο δράστης πέτυχε είσοδο στο σπίτι με κλειδιά, τα οποία εντοπίστηκαν πάνω στην πόρτα.
Ο 42χρονος, αφού λογομάχησε με την 31χρονη, όπως μαρτυρούν και γείτονες, της κάρφωσε μαχαίρι στο στήθος, και πέταξε το φονικό όπλο μέσα στον κάδο απορριμμάτων της κουζίνας.
Το θύμα ζούσε και προσπάθησε μόνη της να επουλώσει την πληγή της με γάζα, ενώ ο δράστης άρπαξε τα τρία μικρότερα παιδιά του, ηλικίας επτά, τεσσάρων και τριών χρόνων, που βρίσκονταν εκείνη την ώρα στο σπίτι, και τα μετέφερε στο σπίτι του αδελφού του, όπου ήδη βρίσκονταν και άλλα δύο παιδιά.
Όταν τον ρώτησε ο αδελφός του γιατί τους πήρε τα παιδιά, ο 42χρονος δεν απάντησε και έφυγε, για να τηλεφωνήσει λίγες ώρες αργότερα, οπότε του είπε πως επρόκειτο να φύγει από την Κύπρο, και του ζητούσε να προσέχει τα παιδιά.
Σύμφωνα με μαρτυρίες από το περιβάλλον του θύματος, οι προστριβές μεταξύ του ζεύγους ήταν συχνές, και ο 42χρονος είχε γίνει πολλές φορές βίαιος.
Η κακή συμπεριφορά του ήταν γνωστή και ανάμεσα στους συμπατριώτες του, με τους οποίους συναναστρεφόταν στην Κύπρο.
Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν πως το τελευταίο διάστημα, το θύμα είχε φιλοξενηθεί για δύο μέρες σε σπίτι φίλης της, όμως στην συνέχεια επέστρεψε στο σπίτι της.
Μετά τις απανωτές καταγγελίες, η Αστυνομία πρότεινε να μεταφέρει την ίδια και τα παιδιά σε καταφύγιο, για την προστασία της, όμως η τριαντα-ενάχρονη αρνήθηκε.
Όλα τα αναγκαία μέτρα είχαν ληφθεί και από τους λειτουργούς των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας που παρακολουθούσαν την οικογένεια.
Σε τηλεφωνική επικοινωνία, η Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, Μαρία Κυρατζή, ανέφερε ότι, «προωθήθηκαν οι ενέργειες τόσο για την έκδοση των προστατευτικών διαταγμάτων σε συνεργασία με την Αστυνομία και έγιναν συχνές επαφές προκειμένου να μετακινηθεί σε προστατευμένο χώρο».
Όταν στις 11 Ιανουαρίου, το θύμα κατήγγειλε τον φερόμενο ως δράστη για ξυλοδαρμό και κλοπή προσωπικών της αντικειμένων από το σπίτι, ο 42χρονος συνελήφθη, και αφού καταχωρήθηκε η υπόθεση στο Δικαστήριο, αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους.
Το όνομα του τοποθετήθηκε στο stop list, παρέδωσε τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και έπρεπε να παρουσιάζεται σε αστυνομικό σταθμό δύο φορές την εβδομάδα.
Τότε εκδόθηκε εναντίον του και δικαστικό διάταγμα το οποίο του απαγόρευε να πλησιάζει τη σύζυγο και τα παιδιά του.
Η Επίτροπος Ισότητας των Φύλων, Ιωσηφίνα Αντωνίου, έθεσε ερωτήματα που αφορούν το ποιος παρακολουθεί τα διατάγματα, με ποιους τρόπους προστατεύεται το θύμα ενώ αναρωτήθηκε αν όταν τελειώνει η διαδικασία, τελειώνουν οι υποχρεώσεις και οι ευθύνες των αρμοδίων.
«Δυστυχώς στην Κύπρο ανακαλύπτουμε τα κενά όταν θρηνούμε θύματα», δήλωσε χαρακτηριστικά η κ. Αντωνίου
«δεν υπάρχει νομοθετικό πλαίσιο που να καθορίζει ποιος θα παρακολουθεί το θέμα αυτό, η αστυνομία επεμβαίνει ότι παίρνει πληροφορία ότι το διάταγμα αυτό παραβιάζεται. Στη συνέχεια εντοπίζεται το πρόσωπο το οποίο έχει παραβιάσει το διάταγμα κ συλλαμβάνεται», συμπλήρωσε ο κ. Αντρέου.
Το φονικό όπλο, όπως και όλα τα τεκμήρια που έχουν περισυλλέγει από την σκηνή του εγκλήματος, έχουν σταλεί για επιστημονικές εξετάσεις, ενώ δίνεται ιδιαίτερη σημασία στην ψυχολογική στήριξη των παιδιών, τα οποία βρίσκονται υπό την επίβλεψη των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.