Οι ίδιοι κύκλοι που μίλησαν στον «ΑΝΤ1», ανέφεραν ότι το ζήτημα των S400 και οι κακές σχέσεις με την Ουάσιγκτον, το αίτημα για επαναληπτικές δημαρχιακές εκλογές στην Κωνσταντινούπολη, καθώς και η κατάργηση της ανεξαρτησίας της Κεντρικής Τράπεζας από τον Τούρκο Πρόεδρο, αναμένεται να «βυθίσουν» ακόμη περισσότερο τη τουρκική οικονομία, η οποία βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με τη τρελή πορεία του πληθωρισμού και την απώλεια πέραν του 30% της αξίας της τουρκικής λίρας έναντι του αμερικανικού δολαρίου, από το 2018. Όπως επεσήμαναν οι ίδιοι κύκλοι, τις εξελίξεις παρακολουθεί η Κομισιόν, η οποία έχει ήδη δρομολογήσει τη σύνταξη της ετήσιας έκθεσης για τη Τουρκία, που αναμένεται να εκδοθεί μετά τις ευρωεκλογές, «για ευνόητους λόγους».
Όπως επισημαίνεται, η Κομισιόν οφείλει να καταγράψει στην ετήσια έκθεσή της, όχι μόνο τη κατάλυση του κράτους δικαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας της Τουρκίας. Αλλά και τη κατάργηση της ανεξαρτησίας της Κεντρικής Τράπεζας, γεγονός που θεωρείται κεφαλαιώδους σημασίας και εκλαμβάνεται ως ένα από τα «μεγάλα λάθη» που εκτιμάται ότι «θα στοιχίσουν» στον Ταγίπ Ερντογάν. Πέραν όμως της κατάργησης της ανεξαρτησίας της Κεντρικής Τράπεζας και των λαθών που αποδίδονται στο ζήτημα των επιτοκίων, η Κυβέρνηση Ερντογάν ξεπέρασε κάθε προηγούμενο, δημιουργώντας πλασματική εικόνα για τα κεντρικά αποθέματα. Αν και τα πραγματικά συναλλαγματικά διαθέσιμα της Κεντρικής Τράπεζας υπολογίζονταν σε λιγότερα από 16 δισεκατομμύρια δολάρια, εντούτοις, τα στοιχεία που δόθηκαν επισήμως παραπέμπουν σε 28,1 δισεκατομμύρια δολάρια.
Όπως αναφέρουν πληροφορίες, το υπόλοιπο ποσό των 12 και πλέον δισεκατομμυρίων δολαρίων, πηγάζει από βραχυπρόθεσμο δανεισμό της Τράπεζας μέσω swaps. Με άλλα λόγια, η Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας έδινε στις εμπορικές τράπεζες τουρκικές λίρες και έπαιρνε ως αντάλλαγμα δολάρια, προκειμένου να τα επιστρέψει λίγες ημέρες αργότερα, κάτι που παραπέμπει σε πλασματικά και φουσκωμένα κεντρικά αποθέματα. Τακτική, η οποία επιτείνει τις ανησυχίες αγορών και επενδυτών και τείνει να καταστεί μπούμερανγκ για το καθεστώς Ερντογάν.