Σύμφωνα με την απόφαση του τριμελούς Εφετείου, ο εφεσείοντας βρέθηκε ένοχος μετά που το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ως αληθή και ασφαλή την αναγνώρισή του, από αστυνομικό ως τον οδηγό οχήματος, ιδιοκτησίας της μητέρας του. Ο οδηγός, εντοπίστηκε να οδηγεί το αυτοκίνητο στην περιοχή Κούκλια με κατεύθυνση τη Λεμεσό με ταχύτητα 160 χ.α.ω. αντί 100 χ.α.ω που είναι το επιτρεπόμενο όριο.
«Εάν χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε άλλο, είναι πως το Δικαστήριο αντιμετώπισε τον εφεσείοντα, παρά τη σοβαρότητα των τροχαίων αδικημάτων που διέπραξε σε εποχή που αυτά, όχι μόνο κατέστησαν δεσπόζοντα αλλά θέτουν σε μέγα κίνδυνο το κοινό, με υπέρμετρη επιείκεια», αναφέρεται στην ανακοινωση τριων δικαστών του Ανωτάτου.
«Περιορίστηκε σε χαμηλές, σχετικά χρηματικές ποινές και επιβολή 3 βαθμών ποινής και ως προς την αποστέρηση του δικαιώματος άδειας οδήγησης θεώρησε ότι υπήρχε ειδικός λόγος ώστε να μην του στερηθεί. Με ταχύτητα 160 χ.α.ω., χρήση οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας, χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας, χωρίς άδεια κυκλοφορίας επειδή το όχημα δεν παρουσιάστηκε για επιθεώρηση και με επιστέγασμα την παράλειψη συμμόρφωσης σε σήμα αστυνομικού, θα μπορούσε το πρωτόδικο Δικαστήριο να εξετάσει ζήτημα επιβολής ποινής φυλάκισης», αναφέρουν οι τρεις δικαστές του Ανωτάτου στην απόφαση τους.
Επισημαίνουν, επίσης, ότι η επιβολή αποτρεπτικών ποινών για τέτοιου είδους τροχαίες παραβάσεις είναι…επιβεβλημένη. Ιδιαίτερη αυστηρότητα αρμόζει, τηρουμένων πάντοτε των αρχών επιμέτρησης των ποινών, όταν προκαλείται, εν δυνάμει έστω, κίνδυνος στο δρόμο και/ή όταν η παράνομη οδική συμπεριφορά εκδηλώνεται ως εγωιστική αυθαιρεσία έναντι του νόμου και των οργάνων επιβολής του νόμου, καταλήγει η ανακοίνωση.