Η συμφωνία επιλύει μια δικαστική διαμάχη που ξεκίνησε με μήνυση κατά της εταιρείας τον Δεκέμβριο του 2014, και με την οποία η αμερικανική κυβέρνηση επιδίωξε να αποζημιωθεί με 190 εκατομμύρια δολάρια (180,6 εκατ. ευρώ) σε φόρους, πρόστιμα και τόκους.
"Η κυβέρνηση, μέσω αυτής της πράξης και της συμφωνίας, έχει αναγκάσει την Deutsche Bank να ομολογήσει τις πράξεις της που σχεδιάστηκαν για να αποφύγει τη φορολόγηση", είπε ο Πριτ Μπαράρα, εισαγγελέας της νότιας περιφέρειας της Νέας Υόρκης, σε δήλωσή του στο Μανχάταν. Η εκπρόσωπος της Deutsche Bank Αμάντα Ουίλιαμς είπε σε γραπτή δήλωσή της ότι "είμαστε ευχαριστημένοι που λύνουμε αυτή τη διένεξη και αφήνουμε πίσω μας αυτά τα γεγονότα που έγιναν εδώ και πάνω από 16 χρόνια".
Η συμφωνία αποτελεί το πιο πρόσφατο βήμα στην προσπάθεια της τράπεζας να επιλύσει νομικά θέματα τα οποία σε πρόσφατους μήνες έχουν αυξήσει την ανησυχία των επενδυτών της για το μέλλον της, και ιδιαίτερα για το αν έχει επαρκή κεφάλαια. Τον περασμένο μήνα, η Deutsche Bank συμφώνησε κατ' αρχήν να πληρώσει 7,2 δισεκατομμύρια δολάρια (6,8 δις ευρώ) για να επιλύσει αμερικανική δίωξη για την πώληση τοξικών τιτλοποιημένων στεγαστικών δανείων. Η φορολογική υπόθεση αναδύθηκε από την αγορά από τη τράπεζα, στις αρχές του 2000, της εταιρείας Charter Corp, η οποία κατείχε ένα μεγάλο ποσοστό μη υλοποιηθέντων κερδών στην εταιρεία Bristol-Myers. Σύμφωνα με τα έγγραφα της συμφωνίας, το Μάιο του 2000 η τράπεζα πούλησε τη Charter στις εταιρείες-κελύφη, η οποίες κατόπιν εκκαθάρισαν τη Charter και πούλησαν τις μετοχές της Bristol-Myers πίσω στην τράπεζα, δημιουργώντας μια φορολογική υποχρέωση 52 εκατομμυρίων δολαρίων (49,4 εκατ. ευρώ) και άνω. Οι εταιρείες-κελύφη όμως αδυνατούσαν να πληρώσουν τους φόρους, και η Deutsche Bank παραδέχθηκε ότι το γνώριζε ή όφειλε να το γνωρίζει, αναφέρεται στα έγγραφα της δικογραφίας.
"Η Deutsche Bank ανέλαβε τη συναλλαγή του Μαίου 2000 με σκοπό να αποφύγει να πληρώσει τη σχετική φορολογική υποχρέωση", αναφέρεται στα έγγραφα.