Εφόσον δεν υπάρξει πρόοδος στο Κυπριακό, είναι εξαιρετικά δύσκολο να υπάρξει πρόοδος σε άλλα πεδία της κοινής ατζέντας ΕΕ-Τουρκίας και όσο δεν υπάρχει πρόοδος στα δημοκρατικά πρότυπα, δεν μπορεί να υπάρξει καμία πρόοδος στην ενταξιακή διαδικασία, δήλωσε την Τετάρτη ο Ευρωβουλευτής (Σ&Δ) Νάτσο Σάντσεθ Αμόρ, εισηγητής της έκθεσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για το 2025 για την Τουρκία.
Ο κ. Αμόρ, ο οποίος μιλούσε στο πλαίσιο συνέντευξης για την έκθεση, στο Στρασβούργο, σημείωσε ότι οφείλουμε να βρούμε έναν τρόπο να συνεργαζόμαστε με την Τουρκία ως γείτονα και εταίρο, παράλληλα, ωστόσο, επέκρινε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης για «χλιαρή στάση», κάνοντας λόγο για «δύο μέτρα και δύο σταθμά».
«Είναι ιδιαίτερα απογοητευτικό να είσαι εισηγητής για την Τουρκία, διότι εδώ και πολλά χρόνια δεν έχουμε καλά νέα», είπε. «Δυστυχώς, η έκθεση αναγκάζεται για ακόμη μία φορά να επαναλάβει την οπισθοδρόμηση της χώρας ως προς τα δημοκρατικά πρότυπα και, κατά συνέπεια, την αδυναμία επανέναρξης της ενταξιακής διαδικασίας», τόνισε.
Την ίδια ώρα, ωστόσο, επεσήμανε ότι «πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να συνεργαστούμε με την Τουρκία. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη γεωγραφία, δεν μπορούμε να αλλάξουμε την οικονομία και η Τουρκία είναι ένας πολύ σημαντικός γείτονας και εταίρος σε πολλούς άλλους τομείς», ανέφερε.
Ο εισηγητής της έκθεσης πρόσθεσε ότι παρά τις παρεμβάσεις που ο ίδιος δέχθηκε από ιδιαίτερα προβεβλημένα στελέχη της τουρκικής αντιπολίτευσης (Εκρέμ Ιμάμογλου, Σελαχατίν Ντεμιρτάς και Οσμάν Καβάλα), τα οποία ζήτησαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση να εξετάσει την επανεκκίνηση της ενταξιακής διαδικασίας, εντούτοις «δεν υπάρχουν αντικειμενικές προϋποθέσεις για να επανεκκινήσει η ενταξιακή διαδικασία.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να βρει έναν τρόπο να συνεργάζεται με την Τουρκία ως εταίρο και ως γείτονα».
Σημείωσε, ακόμη, ότι η έκθεση ασκεί «έντονη κριτική προς τη σιωπή ή τις εξαιρετικά χλιαρές δηλώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης» σε ό,τι αφορά την κατάσταση στην Τουρκία, προσθέτοντας ότι «αυτό προκαλεί μεγάλη ζημιά από κάθε άποψη» και «αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, υποτίμηση της νοημοσύνης των Τούρκων συνομιλητών μας».
«Το να αποσιωπά κανείς ή να αποφεύγει να αναφέρεται στην εσωτερική κατάσταση της Τουρκίας κατά τη φυσιολογική εξέλιξη των σχέσεών μας αποτελεί σοβαρή αποτυχία της Επιτροπής και της Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης για πολλούς λόγους», είπε ο Νάτσο Σάντσεθ Αμόρ, κάνοντας λόγο για «δύο μέτρα και δύο σταθμά».
«Υπερασπιζόμαστε τη φιλοευρωπαϊκή κοινωνία των πολιτών στη Σερβία, υπερασπιζόμαστε δημόσια την κοινωνία των πολιτών στη Γεωργία. Γιατί δεν υπερασπιζόμαστε την κοινωνία των πολιτών στην Τουρκία;», διερωτήθηκε, επισημαίνοντας ότι «χάνουμε τη φιλοευρωπαϊκή κοινωνία των πολιτών στην Τουρκία».
«Οι άνθρωποι αυτοί αισθάνονται εγκαταλελειμμένοι, αισθάνονται ότι έχουν μείνει χωρίς στήριξη. Αρχίζουν να υποψιάζονται ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι πλέον ένα σχήμα βασισμένο σε αρχές και αξίες, αλλά αποκλειστικά σε συμφέροντα», υπογράμμισε ο εισηγητής της έκθεσης, προσθέτοντας ότι «υποφέρουν επειδή καλούνται να αντέξουν αυτή τη δύσκολη εσωτερική κατάσταση χωρίς να υπάρχει ούτε μία ισχυρή δημόσια φωνή υπέρ τους».
Αναφερόμενος στο CHP, το κύριο κόμμα της τουρκικής αντιπολίτευσης, είπε ότι βρίσκεται σε διαδικασία αποδόμησης. «Πρόκειται για μεγάλη απώλεια για τον πολιτικό πλουραλισμό στην Τουρκία», σημείωσε.
«Μάλιστα, στην ακαδημαϊκή κοινότητα αρχίζει πλέον να γίνεται λόγος για την Τουρκία ως ένα αυταρχικό κράτος», υπογράμμισε, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι «αυτό αποτελεί εν μέρει και δική μας ευθύνη, ως Ευρωπαϊκής Ένωσης, διότι δεν προστατεύουμε την πλουραλιστική δημοκρατία στην Τουρκία». «Πρόκειται για μια αποτυχία, της οποίας η αναστροφή θα απαιτήσει δεκαετίες», επεσήμανε.
«Από την άλλη πλευρά», σημείωσε, «έχουμε εξελιχθεί σε ειδικούς των συμφερόντων, της γεωπολιτικής, της ασφάλειας και της άμυνας». «Εγκαταλείπουμε την υποχρέωση που απορρέει από τις Συνθήκες, δηλαδή να ασκούμε την εξωτερική μας πολιτική στη βάση αρχών και αξιών. Φαίνεται πως πλέον τα πάντα περιστρέφονται γύρω από τη λεγόμενη ‘’ρεαλιστική πολιτική’’», είπε ο Νάτσο Σάντσεθ Αμόρ, εκφράζοντας τη θέση ότι «όσο δεν υπάρχει πρόοδος στα δημοκρατικά πρότυπα, δεν μπορεί να υπάρξει καμία πρόοδος στην ενταξιακή διαδικασία».
«Η ενταξιακή διαδικασία παραμένει παγωμένη και πρέπει να παραμείνει έτσι. Παράλληλα, όμως, οφείλουμε να βρούμε έναν τρόπο να συνεργαζόμαστε με την Τουρκία ως γείτονα και εταίρο και να εξετάσουμε τα υπόλοιπα ζητήματα της κοινής μας ατζέντας», τόνισε.
Την ίδια ώρα, εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν πρόκειται να εγκρίνει καμία αναθεώρηση της Τελωνειακής Ένωσης χωρίς πραγματική δημοκρατική πρόοδο, επισημαίνοντας, ωστόσο, ότι «τουλάχιστον θα πρέπει να ξεκινήσει ο σχετικός διάλογος».
«Έχουμε προωθήσει τη διευκόλυνση της έκδοσης θεωρήσεων, όμως η πλήρης απελευθέρωση του καθεστώτος θεωρήσεων βρίσκεται στα χέρια της τουρκικής Κυβέρνησης», η οποία «φαίνεται ότι έχει αρχίσει να εργάζεται για την εκπλήρωση των σχετικών κριτηρίων αναφοράς (benchmarks)», σημείωσε.
«Ζητήσαμε επίσης —και το κάνουμε σταθερά τα τελευταία χρόνια— την επανέναρξη των διαλόγων υψηλού επιπέδου», είπε ο Ισπανός εισηγητής. «Είναι κάπως παράδοξο να στέλνουμε την Ύπατη Εκπρόσωπο Κάγια Κάλας ή την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να συνομιλούν με την Τουρκία, ενώ τυπικά υποστηρίζουμε ότι δεν υπάρχουν διάλογοι υψηλού επιπέδου», υπογράμμισε, προσθέτοντας ότι πρέπει επίσης να συζητηθεί το ζήτημα της διασυνδεσιμότητας, καθώς και οι σχέσεις Τουρκίας- Αρμενίας.
Η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση αφορά τη δημοκρατία, ενώ η εταιρική σχέση αφορά τα συμφέροντα, επεσήμανε, τονίζοντας ότι «δεν είναι δίκαιο να επιχειρεί κανείς να παίξει το ένα παιχνίδι με τους κανόνες του άλλου».
«Η ενταξιακή διαδικασία είναι μια κανονιστική διαδικασία», η οποία, «βασίζεται πρώτιστα στις θεμελιώδεις αρχές. Μην επιχειρείτε να αξιοποιήσετε άλλα μέσα πίεσης που διαθέτετε —όπως η ασφάλεια και η άμυνα— προκειμένου να μειώσετε τις απαιτήσεις μας», ανέφερε ο Νάτσο Σάντσεθ Αμόρ.
«Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να είναι μια ένωση δημοκρατιών και θέλουμε να παραμείνει μια ένωση δημοκρατιών», είπε. «Για τον λόγο αυτό, ο μόνος τρόπος να επανεκκινήσει και να ανοίξει εκ νέου η ενταξιακή διαδικασία είναι να υπάρξει πραγματική πρόοδος σε αυτό το ιδιαίτερα δύσκολο περιβάλλον, όπου κάθε άνοδος της αντιπολίτευσης ή ακόμη και η παραμικρή κριτική καταστέλλεται πλήρως μέσω μιας δικαιοσύνης που δεν είναι ανεξάρτητη», συμπλήρωσε.
Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με την αντισημιτική ρητορική στην Τουρκία, ο Ισπανός εισηγητής ανέφερε ότι «υπάρχει μεγάλη συμπάθεια και ισχυρή ταύτιση τόσο στην τουρκική κοινή γνώμη όσο και στις πολιτικές αρχές και στο πολιτικό κατεστημένο της χώρας υπέρ της παλαιστινιακής υπόθεσης». Επεσήμανε, ωστόσο, ότι αυτό δεν διαφέρει από ό,τι συμβαίνει σε πολλές άλλες χώρες, μουσουλμανικές και μη, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι πρόκειται για ένα ζήτημα που δεν αφορά ειδικά την Τουρκία ούτε σχετίζεται με τον βασικό πυρήνα της έκθεσης.
Απαντώντας σε επισήμανση ότι η Τουρκία κατέχει ευρωπαϊκό έδαφος από το 1974, ο Νάτσο Σάντσεθ Αμόρ είπε ότι είναι καθοριστικής σημασίας οι σχέσεις της με την Ελλάδα και την Κύπρο. «Αν δεν υπάρξει πρόοδος σε αυτούς τους φακέλους, είναι δύσκολο να συζητήσουμε οποιαδήποτε μορφή συμμετοχής της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας και άμυνας», επεσήμανε.
Η κατοχή εδάφους ενός ξένου κράτους επισημαίνεται πάντοτε, ανέφερε, προσθέτοντας ότι στην έκθεση υπάρχουν εκτενείς παράγραφοι σχετικά με την κατάσταση στην Κύπρο, καθώς και σχετικά με τη στάση των τουρκικών αρχών απέναντι στην τουρκοκυπριακή κοινότητα και τις σχετικές επικρίσεις.
«Ωστόσο, δεν πρόκειται μόνο για άσκηση κριτικής. Πρόκειται για μια προειδοποίηση προς την Τουρκία ότι, εφόσον δεν υπάρξει πρόοδος σε αυτό το τόσο σημαντικό ζήτημα μεταξύ μας, είναι εξαιρετικά δύσκολο να προχωρήσουμε σε άλλα πεδία της κοινής ατζέντας», υπογράμμισε.
Την ίδια ώρα, επεσήμανε ότι πρέπει να εξεταστούν ζητήματα όπως το αίτημα της Τουρκίας για συμμετοχή στα νέα αμυντικά πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η δημόσια υποστήριξή της στη λύση των δύο κρατών στην Κύπρο, καθώς και η αγορά ρωσικών πυραυλικών συστημάτων που είναι ασύμβατα με το σύστημα του ΝΑΤΟ.
«Όταν μιλάμε για προσέγγιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση και για προοπτική ένταξης, δεν μιλάμε για drones, ούτε για γεωπολιτική, ούτε για στρατιωτικές δυνατότητες. Μιλάμε για τη δημοκρατία», υπέδειξε ο Ισπανός εισηγητής.
«Πρέπει, λοιπόν, να επιλυθεί το ζήτημα της Κύπρου, να απομακρυνθούν οι S-400 και να υπάρξει ουσιαστική ευθυγράμμιση της εξωτερικής πολιτικής με εκείνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτές είναι οι φυσιολογικές προϋποθέσεις για να συμμετάσχει κανείς σε έναν χώρο όπου η πολιτική εμπιστοσύνη είναι απολύτως κρίσιμη», τόνισε.
«Κατανοώ πλήρως τις επιφυλάξεις της Κύπρου και της Ελλάδας», σημείωσε.
«Η Ελλάδα έχει κάθε δικαίωμα, βάσει του διεθνούς δικαίου, να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα και εξακολουθεί να διατηρεί αυτό το δικαίωμα», επεσήμανε. «Εάν η απάντηση της Τουρκίας είναι να απειλεί με πόλεμο, τότε αυτό ασφαλώς δεν αποτελεί το καλύτερο διαπιστευτήριο για να συμμετάσχει στο ευρωπαϊκό πλαίσιο ασφάλειας και άμυνας», συμπλήρωσε.
Κληθείς να σχολιάσει την αντίδραση του Τούρκου Υπουργού Δικαιοσύνης, Ακίν Γκιουρλέκ, στην έκθεσή του, ο Νάτσο Σάντσεθ Αμόρ σημείωσε ότι η αναφορά της έκθεσης στον Γκιουρλέκ, καθώς και η πρόταση για περιοριστικά μέτρα εις βάρος του, υπήρχαν ήδη στην περσινή έκθεση.
Εξήγησε, επίσης, ότι ο Γκιουρλέκ τοποθετήθηκε στη θέση του επικεφαλής εισαγγελέα της Κωνσταντινούπολης για να καταστείλει και να διαλύσει την αντιπολίτευση, την οποία το AKP δεν κατάφερε να νικήσει στις κάλπες.
«Είναι απολύτως ξεκάθαρο ότι η υπόθεση εναντίον του Εκρέμ Ιμάμογλου και του Δήμου Κωνσταντινούπολης είναι κατασκευασμένη, και μάλιστα είναι πρόχειρα κατασκευασμένη», επεσήμανε.
«Ποιο μήνυμα στέλνει ο κ. Ερντογάν στην τουρκική κοινωνία αλλά και στη διεθνή κοινότητα όταν διορίζει ως Υπουργό Δικαιοσύνης το πρόσωπο που χρησιμοποίησε για να αποδομήσει, μέσω της εργαλειοποίησης της Δικαιοσύνης, το σημαντικότερο προπύργιο του CHP, δηλαδή την Κωνσταντινούπολη;», διερωτήθηκε, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι ο διορισμός του Ακίν Γκιουρλέκ ως Υπουργού Δικαιοσύνης «αποτελεί την πιο ξεκάθαρη απόδειξη της έλλειψης ειλικρίνειας όσον αφορά τη λεγόμενη ειρηνευτική διαδικασία».