Μαζί με την οικογένεια κηδεύτηκε ο μικρότερος, μέχρι σήμερα, αγνοούμενος.
Η τύχη του ιδίου και των άλλων πέντε μελών της οικογένειας του αγνοείτο από τον Αύγουστο του 1974.
Τα άλλα μέλη της οικογένειας είναι η Αγγελική Κυριάκου Θεμιστοκλέους, η Θεμιστούλα Θεμιστοκλέους, η Ελένη Θεμιστοκλέους, η Μάρω Θεμιστοκλέους και η Σούλλα Θεμιστοκλέους.
Τα οστά τους βρέθηκαν σε ομαδικό τάφο στο Τραχώνι Κυθρέας και ταυτοποιήθηκαν με τη μέθοδο DNA.
Η κηδεία τελέστηκε σήμερα στις 10:00 το πρωί από τον Ιερό Ναό της του Θεού Σοφίας στο Στρόβολο.
Επικήδειο λόγο εκφώνησε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Νίκος Χριστοδουλίδης, ο Γενικός Γραμματέας του ΑΚΕΛ Aντρος Κυπριανού, ο Πρόεδρος της ΕΔΕΚ Μαρίνος Σιζόπουλος και ο δήμαρχος Γερίου Αργύρης Αργυρού.
Η τραγική ιστορία όπως την περιέγραψε ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος
Η μάνα Ελένη 46 χρόνων, οι κόρες της Σούλλα 11 χρόνων, Μάρω 19 χρόνων, Θεμιστούλα 21 χρόνων και η Αγγελική 25 χρόνων μαζί με το εξάμηνο βρέφος της Ανδρέα, πριν από την τουρκική εισβολή, διέμεναν μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας τους στο Τραχώνι Κυθρέας, ζώντας την θαλπωρή της οικογένειας και τη γαλήνη της ήσυχης κυπριακής ζωής.
Στις 14 Αυγούστου 1974, όταν άρχισε η δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής, η περιοχή Μιας Μηλιάς – Κουτσοβέντη – Τραχωνίου Κυθρέας, δέχτηκε βομβαρδιστικές επιθέσεις από την τουρκική πολεμική αεροπορία και από ισχυρές δυνάμεις στρατού όπως και μεγάλου αριθμού αρμάτων μάχης.
Λίγο πριν το μεσημέρι εκείνης της ημέρας, τα τουρκικά στρατεύματα διέσπασαν τις αμυντικές γραμμές της Εθνικής Φρουράς στην περιοχή Μιας Μηλιάς και κινήθηκαν προς την περιοχή Τραχωνίου Κυθρέας. Οι κάτοικοι του Τραχωνίου όταν πληροφορήθηκαν ότι τα τουρκικά στρατεύματα κινούνταν προς το χωριό τους άρχισαν αμέσως να το εγκαταλείπουν και να κατευθύνονται προς το Παλαίκυθρο και την Λευκωσία.
Η Ελένη μαζί με τις κόρες της και τον εγγονό της, τους υπόλοιπους συγγενείς και άλλους κατοίκους τους Τραχωνίου, με απόγνωση και αγωνία έτρεχαν διά μέσου των αγρών, σε μία προσπάθεια να αποφύγουν τη σύλληψη των πάνοπλων Τούρκων που τους ακολουθούσαν.
Τα τουρκικά στρατεύματα υποστηριζόμενα από άρματα μάχης όπως και πεζοπόρα τμήματα του τουρκικού στρατού είχαν πλησιάσει το χωριό και άρχισαν να βάλλουν κατά των κατοίκων οι οποίοι το εγκατέλειπαν.
Από τα πυρά των τουρκικών στρατευμάτων τραυματίστηκε ένας από την ομάδα και έπεσε στο έδαφος. Αμέσως, η σύζυγος και ο γιος του καθώς και η Ελένη με τις τέσσερεις κόρες της έτρεξαν προς βοήθεια του. Η Αγγελική κρατούσε στην αγκαλιά της το βρέφος της, Ανδρέα. Τότε ακούστηκαν πυροβολισμοί…
Έκτοτε η Ελένη, η Μάρω, η Θεμιστούλα, η Σούλλα, η Αγγελική και ο Ανδρέας όπως και οι υπόλοιποι κάτοικοι Τραχωνίου οι οποίοι παρέμειναν στο σημείο τραυματισμού του συγγενή τους, δεν έδωσαν σημεία ζωής. Η συνέχεια και το τέλος αυτής της τραγωδίας γράφονται σήμερα, αφού στο μεταξύ τα οστά των πεσόντων εντοπίστηκαν σε εκείνη την περιοχή του Τραχωνίου Κυθρέας.