Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
χαμπής

Στην καρδιά του Τακτακαλά, τον βλέπω να έρχεται προς το μέρος μου με δυο βιβλία αγκαλιά και να λέει «Να πιούμε τον καφέ μας και μετά θα σου γράψω αφιέρωση». Χαμογελώ. Καθόμαστε στο «Απόμερο» και μοιραζόμαστε ένα κομμάτι από την εξαιρετική πορτοκαλόπιτα της κυρίας Αντρούλλας. Μπροστά από έναν καλλιτέχνη που έχει απολαύσει μύρια χειροκροτήματα και αναγνώριση για το έργο του, μοιράζομαι την έγνοια μου για το πώς θα κυλούσε αυτή η συνέντευξη αφού έχει δώσει τόσες και τόσες. «Όλα εξαρτώνται από εμάς. Τι θέλουμε να μοιραστούμε και να πούμε. Τι έχουμε μέσα μας. Κάθε συνάντηση είναι διαφορετική. Με τον κόσμο πρέπει να μοιράζεσαι την ουσία σου. Και αν αναγνωρίσει κάτι που τον ενδιαφέρει, θα ακολουθήσει», ήταν η απόκρισή του και η ευκαιρία να πατήσω το κουμπί της ηχογράφησης.

Και στην τέχνη είναι έτσι;
Παντού είναι έτσι. Έχει να κάμει με το τι κουβαλά ο καθένας μέσα του, μέσα στο μυαλό του. Όταν λες «Αυτό θέλει ο κόσμος», πάει, μένεις ίδια τάξη. Στην τέχνη, για μένα, «ίδια τάξη» σημαίνει να δέχεσαι παραγγελίες.

Δεν δεχτήκατε ποτέ παραγγελία;
Ούτε και μία. Δημιουργώ πάντα αυτό που νιώθω.

Δεν σας ζητήθηκε ποτέ;
Πάρα πολλές φορές. Και η απάντηση είναι πάντοτε η ίδια. «Δεν δέχομαι παραγγελίες». Μία και μοναδική φορά, όταν μου ζητήθηκε συγκεκριμένη θεματική, αποδέχτηκα.

Μία και μοναδική… «μη παραγγελία» δέχτηκα να αναλάβω στη ζωή μου  

Τι σας ζητήθηκε;
Ένα χαρακτικό με θέμα την Κερύνεια, από τους Ροταριανούς της Κερύνειας, που θα ήταν προς πώληση για ενίσχυση των οικονομικών τους. Τους απάντησα ότι δεν θα το αναλάβω ως παραγγελία, θα κάνω κάτι και αν τους αρέσει να το πιάσουν. Τους ευχαρίστησα κιόλας για το κέντρισμα, αφού ήθελα για χρόνια να δημιουργήσω κάτι για την Κερύνεια.

Διαβάστε εδώ >> Τα εγκαίνια της αναδρομικής έκθεσης «Η Κύπρος του Χαμπή»

Για κάποιον συγκεκριμένο λόγο;
Σκοτώθηκε ένας ανιψιός μου, 22 Ιούλη του 1974, στη Λάπηθο, στην εισβολή… Ο Αντώνης, ο γιος του Χαράλαμπου του Δημοσθένους, του ποιητή. Μεσολάβησε ένας χρόνος από την «παραγγελία» αλλά μόνο όταν εμπνεύστηκα και ήξερα τι ήθελα να δημιουργήσω την αποδέχτηκα. Ξέρεις, οι Κερυνειώτες έχουν αυτή τη σύνδεση με το λιμανάκι, το έχουν στην καρδιά τους, αλλά για μένα η Κερύνεια δεν είναι μόνο το λιμανάκι.

Τι είναι για εσάς η Κερύνεια;
Όλα όσα έβαλα πάνω στο εν λόγω έργο. Μια επιτύμβια στήλη του 200 μ.Χ. της Λαπήθου, η οποία εκτίθεται στο Κυπριακό Μουσείο, το καράβι της Κερύνειας, οι αμφορείς, ένα κεραμικό Κερυνειώτικο, το Πέλλαπαϊς, το Κάστρο και το λιμανάκι της Κερύνειας, η Λάμπουσα της Λαπήθου, ο Άγιος Ιλαρίωνας. Στην επιτύμβια στήλη, πάνω δεξιά, χάραξα το όνομα του ανιψιού μου, «Αντώνης», και στα αριστερά, προς το κέντρο, έβαλα στίχους του πατέρα του. «Το χώμα της επότισεν με γαίμαν ένας γιος μου». Στη δεξιά πλευρά έβαλα στίχους του Νίκου Κρανιδιώτη, που ήταν από την Κερύνεια και έγραψε «Πέρασαν οι γαλάζιες μέρες, τα καράβια φύγανε».

χαμπής

Εν τέλει, τους άρεσε το έργο;
Προηγήθηκε το τηλεφώνημά μου, «Τελείωσα, δεν είμαι σίγουρος αν θα σας αρέσει». Το είδαν και ενθουσιάστηκαν. Ζήτησαν διακόσια αντίτυπα και πρότεινα να τυπώσω σε ασπρόμαυρο πενήντα αντίτυπα, να τα κρατήσω, και τα υπόλοιπα να τα κάνω μεγαλύτερα σε μέγεθος και με χρώμα, για να πουληθούν πιο εύκολα, μιας και στον κόσμο αρέσει το χρώμα κι έτσι θα μπορούσε να επιτευχθεί και ο οικονομικός τους στόχος. Έτσι και έγινε. Ζήτησα μόνο να πληρωθεί το χαρτί και το μεταξοτυπείο, υπέγραψα και τα διακόσια έργα. Αυτή ήταν η μία και μοναδική… «μη παραγγελία» που δέχτηκα να αναλάβω. Ένα καλό μνημόσυνο για τον ανιψιό μου.

Διαβάστε επίσης >> Aπονεμήθηκε στον Χαμπή Τσαγγάρη το Ευρωπαϊκό Βραβείο Πολιτιστικής Κληρονομιάς

Να πάμε και στα δικά σας μέρη; Να πούμε για την Κοντέα;
Η Κοντέα είναι πάντα μέσα μου. Ώσπου να φύγω θα είναι μέσα μου. Παλαιότερα μπορεί να μην είχαμε λεφτά, αλλά πρέπει να σου πω ότι η αγάπη ξεχείλιζε από παντού. Έζησα ευτυχέστατα χρόνια εκεί. Ζούσαμε ελεύθεροι, τρέχαμε μέσα στα περβόλια. Οι οποιεσδήποτε δυσκολίες ήταν φυσιολογικές και μέρος της ζωής. Είχαμε χρόνο να ξεκουραστούμε και να διασκεδάσουμε.

χαμπής 3

Όμορφα παιδικά και νεανικά χρόνια, όμορφος κόσμος. Στο χωριό μου οι περισσότεροι ήταν αγρότες, αλλά του πολιτισμού αγρότες. Σκέψου ότι ανέβαζαν τέσσερις φορές τον χρόνο θέατρο στην Κοντέα. Υπήρχαν δύο κινηματοθέατρα στο χωριό. Το ένα ήταν χειμερινό, το ένα μέρος του, και το άλλο καθαρά θερινό. Ο «Παράδεισος» και η «Ελλάς».

χαμπής

Θυμάστε παραστάσεις που παρακολουθήσατε εκεί ως παιδί;
Πολλές. Εκτός από τις παραστάσεις των Κοντεατών, με τους ηθοποιούς-αγρότες, φιλοξενούσαμε παραστάσεις και από άλλα χωριά. Το πρώτο έργο που ανέβηκε στην Κοντέα, πολύ πριν γεννηθώ, ήταν «Ο Έμπορος της Βενετίας». Μια άλλη σπουδαία παράσταση ήταν το «Η αγάπη νικητής» του Παύλου Λιασίδη. Με τον Χαράλαμπο Δημοσθένους, τον ποιητή που ανέφερα προηγουμένως, ήταν φίλοι από μικροί και ο Χαράλαμπος πήγαινε στη Λύση να τον πιάσει και τον έφερνε στην Κοντέα για να κάνουν πρόβες. Από αυτή την παράσταση ευτυχώς σώθηκαν αρκετές φωτογραφίες. Ήταν πολλές οι παραστάσεις που γίνονταν στην Κοντέα γιατί από τη μια έκαναν τα εθνικόφρονα σωματεία και από την άλλη οι λαϊκές οργανώσεις. Διπλό όφελος για το χωριό και για μένα όταν ήμουν νέος. Όταν πήγα πρώτη γυμνασίου με έβγαλαν και στη σκηνή να απαγγείλω ποίημα του Λιασίδη.

Γυμνασιόπαιδο, με έβγαλαν στη σκηνή να απαγγείλω το ποίημα «Οι καμοί της ξενιθκιάς» του Παύλου Λιασίδη

χαμπής

Θυμάστε ποιο ήταν;
Ναι, το «Οι καμοί της ξενιθκιάς». Με θυμάμαι να το απαγγέλω και στο τέλος να κοκκινίζω.

Γιατί;
Ντράπηκα πολύ. Γιατί το ποίημα μιλά για μια γυναίκα και λέει «με άφησες με πέντε παιδιά ορφανά». Ήμουν δώδεκα-δεκατριών χρονών και, δεν ξέρω γιατί, ντράπηκα. Μετά από αυτό μπήκα και στο χορευτικό συγκρότημα του χωριού και μετά στο θεατρικό, στα σκετς. Κάναμε και περιοδείες. Γυρίζαμε την επαρχία Αμμοχώστου, σε διάφορα φεστιβάλ και, χωρίς να θυμάμαι τον τίτλο του έργου, θυμάμαι τον αγαπημένο μου ρόλο που ήταν να υποδύομαι έναν υποψήφιο γαμπρό. Τον θυμάμαι γιατί ως μέρος του έργου, ερχόταν η υποψήφια νύφη και με κερνούσε γλυκό καρυδάκι κι εγώ… το έτρωγα.

Υπάρχει χαρακτικό σας εμπνευσμένο από εκείνη την περίοδο;
Κάποια στιγμή θέλω να αξιωθώ να κάνω ένα χαρακτικό για μια σκηνή από το θέατρο που μου έμεινε αλησμόνητη. Στοιβαζόμασταν σε ένα βαν, οι Κοντεάτες, και γυρίζαμε τα φεστιβάλ, έχοντας πάντα μαζί μας τον Παύλο Λιασίδη που είχε καλές σχέσεις με το χωριό. Μία φορά ήμασταν στον σύλλογο «Μαραθώνα» στο Κάτω Βαρώσι και πίσω από τον σύλλογο ήταν το γήπεδο. Η σκηνή είχε στηθεί στη μέση του γηπέδου. Το μισό γήπεδο ήταν γεμάτο καρέκλες και το άλλο μισό άδειο, εξυπηρετούσε ως παρασκήνια. Εκεί, στα παρασκήνια, ήταν ένα τραπεζάκι και μια καρέκλα.

Για ποιον ήταν στημένα αυτά;
Για τον Λιασίδη, ο οποίος καθόταν εκεί κατά τη διάρκεια της παράστασης και, στα διαλείμματα, έβγαινε στη σκηνή μπροστά για να απαγγείλει ποίημα. Κάποια στιγμή που ήμουν στα παρασκήνια τον είδα να κάθεται σ’ εκείνο το τραπεζάκι και να έρχεται το γκαρσόνι να του σερβίρει το κονιάκ που ζήτησε μαζί με ένα μήλο. Θυμάμαι καθαρά την εικόνα, με τον Παύλο να βάζει το χέρι μέσα στη βράκα του και να βγάζει ένα τσιακκούδιν και να κόβει το μήλο του αργά, πολύ αργά, σε πολλές και λεπτές φέτες. Όλο αυτό έμοιαζε με ιεροτελεστία. Δεν ξέρω αν θα αξιωθώ να αποτυπώσω εικαστικά την εικόνα αυτή, αλλά υπήρξε για μένα μία μοναδική στιγμή. Έχω πολλές και έντονες μνήμες από τα μέρη μας.

χαμπης

Ο Παύλος Λιασίδης σε έκθεση χαρακτικής του Χαμπή το 1980 στην Λευκωσία 

Κάποια στιγμή θέλω να αξιωθώ να κάνω ένα χαρακτικό για μια σκηνή από το θέατρο που μου έμεινε αλησμόνητη

Ήσασταν στη Μόσχα όταν έγινε το πραξικόπημα και η εισβολή;
Ναι, και ο πόνος ήταν ο ίδιος, σαν να ήμασταν εδώ, χωρίς να είμαστε επί τόπου. Υποφέραμε το ίδιο. Επέστρεψα με πλοίο τον Οκτώβριο στην Κύπρο. Πήγα να δω τους γονείς μου που είχαν πάει στην Ξυλοτύμπου. Για σπίτι τους είχαν πλέον ένα αυτοσχέδιο κατάλυμα, κάτω από μια τερατσιά.

χαμπής 6

Με την μητέρα του στο προσφυγικό τσαντίρι της Ξυλοτύμπου 

χαμπής 5

Οι γονείς του Χαμπή μπροστά στο τσαντίρι τους στην Ξυλοτύμπου, 1974 

Βρήκε μια καρότσα ο πατέρας μου και έβαλε μια τέντα από πάνω. Τους είχα φέρει ένα τσαντίρι, παπλώματα και κάμποσες κατσαρόλες που τις είχα γεμίσει με ρύζι, ζάχαρη και άλλα. Οι γονείς μου έφυγαν το καλοκαίρι του ’75. Επιχείρησαν να μεταναστεύσουν στην Αυστραλία. Επέστρεψαν σύντομα, αφού ο πατέρας μου έλεγε ότι δεν μπορούσε μακριά από τον τόπο του.

Εκείνη την περίοδο ήσασταν δημοσιογράφος αν δεν λανθάνομαι;
Ναι, έχω κι ένα κεφάλαιο στο βιβλίο μου με τίτλο «Δημοσιογράφος κατά λάθος». Και συνέβη… εντελώς κατά λάθος.

χαμπής 11

Δημοσιογραφική ταυτότητα Χαμπή, 1970

Πώς γίνατε δημοσιογράφος κατά λάθος;
Πριν ακόμα ολοκληρώσω το γυμνάσιο, τα καλοκαίρια δούλευα στις οικοδομές στη Λευκωσία. Είναι πολλά τα κτήρια που βλέπω σήμερα και θυμάμαι τι έκανα ως εργάτης εκεί. Στρατό είχα πάει το ’66 και, τότε, όσοι δεν σπούδαζαν πήγαιναν για δύο χρόνια. Χρήματα να σπουδάσω δεν είχα, έκανα τη διετία και, τελειώνοντας, επέστρεψα στη Λευκωσία για να δουλέψω και πάλι στις οικοδομές. Μέσα μου όμως… έκρουζα να πάω να σπουδάσω.

«Όχι ρε παιδί μου, εσύ τελείωσες Γυμνάσιο, θα γίνεις καφετζής;»

Ξέρατε τι θέλατε να σπουδάσετε τότε;
Ζωγράφος ήθελα να γίνω. Και από το 1971 και μετά, τίποτε άλλο εκτός από χαράκτης. Αυτό προέκυψε μετά τη γνωριμία μου με τον χαράκτη τον Τάσσο. Κάποια στιγμή έκανα τη σκέψη να πάω στο Λονδίνο ως τουρίστας και να μείνω εκεί να δουλέψω και να βρω τρόπο να σπουδάσω. Όταν πήγα να εξασφαλίσω τη βίζα, οι Εγγλέζοι κατάλαβαν την πρόθεσή μου και δεν μου την έδωσαν. Οπότε, η μόνη μου λύση ήταν να μείνω εργάτης στις οικοδομές ή να βρω κάποια καλύτερη δουλειά. Τότε, επικοινώνησα με έναν γνωστό μου δημοσιογράφο στη «Χαραυγή», τον Ιάκωβο Ρωσσίδη. Τον ήξερα γιατί, όταν ήμουν νέος, οι συνχωριανοί μου που με έβλεπαν να ζωγραφίζω συνέχεια, με κούρδισαν να στείλω δουλειά μου στη μαθητική σελίδα της εφημερίδας. Έστελνα τότε εγώ και ενθουσιαζόμουν όταν με δημοσίευαν. Κάπως έτσι γνώρισα τον δημοσιογράφο, και μόλις αποστρατεύτηκα είπα να πάω να τον βρω και να τον ρωτήσω αν ξέρει δουλειές να μου συστήσει μέσα στη Λευκωσία. Πήγα και τον βρήκα, μου είπε ότι έψαχναν καφετζή στη «Χαραυγή». Του είπα «Έρχομαι!». Θυμάμαι την απάντησή του: «Όχι ρε παιδί μου, εσύ τελείωσες Γυμνάσιο, θα γίνεις καφετζής;». Και του λέω: «Μα, κύριε Ρωσσίδη, καλύτερα καφετζής παρά εργάτης στις οικοδομές». Σηκώστηκα και έφυγα από το γραφείο του.

Απογοητευτήκατε;
Για… πολύ λίγο. Η επιμονή μου να βρω δουλειά δεν με άφησε. Τότε η «Χαραυγή» στεγαζόταν σε ένα διώροφο στην οδό Μπουμπουλίνας, σε πάροδο της Μακαρίου. Κατέβηκα απογοητευμένος από τα γραφεία της εφημερίδας, επειδή ο Ρωσσίδης μου είπε ότι δεν κάνω για καφετζής και, λίγα λεπτά μετά, στη μέση του δρόμου, σκέφτηκα κάτι άλλο. Να σημειωθεί ότι εγώ είμαι ντροπαλότατος, αλλά έχω μία τάση να… βουτώ όταν χρειαστεί. Και σκέφτομαι, «Ο Ρωσσίδης είναι δημοσιογράφος και δεν ξέρει αν έχει δουλειές. Μήπως ξέρει ο διευθυντής του;». Ιδέα δεν είχα ποιος ήταν ο διευθυντής. Ξαναβγαίνω στα γραφεία, μου λέει ο Ρωσσίδης ότι λείπει αλλά θυμάται ότι έψαχναν για… διορθωτή.

Διαβάστε εδώ >> Απονομή Επίτιμου Διδακτορικού στον χαράκτη Χαμπή Τσαγγάρη από το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας

Ξέρατε τι κάνει ένας διορθωτής;
Όχι! Πρώτη φορά άκουγα τη λέξη! Έφυγα, επέστρεψα στην Κοντέα και την επομένη πίσω στη Λευκωσία να βρω τον διευθυντή και να μάθω τι δουλειά κάνει ένας διορθωτής. Έτσι γνώρισα τον Ανδρέα Φάντη, ο οποίος μου υπαγόρευσε το κείμενο που ήταν δημοσιευμένο στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας εκείνη τη μέρα. Θυμάμαι ότι ήταν Νοέμβριος του ’68 και το κείμενο αφορούσε τις διαμαρτυρίες στο Παρίσι. Έγραψα τρεις σελίδες χειρόγραφες. Το διάβασε και μου λέει: «Είσαι καλός, ένα λάθος έκανες».

Θυμάστε τι λάθος κάνατε;
Μέχρι σήμερα. Έλεγε «πολιτική χροιά», όπου το «χροιά» είναι με όμικρον ιώτα. Αυτό ήταν το λάθος μου. Ο Φάντης μίλησε και με τους υπόλοιπους στην εφημερίδα και σε τρεις βδομάδες με είχαν προσλάβει για διορθωτή. Περνούσα τις νύχτες μου στο τυπογραφείο, να διορθώνω. Ήταν μεγάλο σχολείο για μένα. Εκεί εκτίμησα και τους τυπογράφους και τους λινοτυπιστές, τους πιεστές, αυτούς που έκαναν στοιχειοθεσία.

Νοίκιαζα ένα δωματιάκι στην Παλουριώτισσα, πέντε λίρες τον μήνα. «Καμαρούα», έτσι τη λέγαμε

Μένατε στη Λευκωσία τότε;
Εκείνο το διάστημα νοίκιαζα ένα δωματιάκι στην Παλουριώτισσα. Πέντε λίρες τον μήνα. Σε κάποια φάση ήρθε και φίλος μου, ο Γιώργος Μολέσκης, και μου πρότεινε να μένει δυο μέρες τη βδομάδα μαζί μου. Έτσι βάλαμε και δεύτερο κρεβάτι μέσα στην «καμαρούα», έτσι τη λέγαμε, και μου έδινε κι ένα μικρό ποσό από το ενοίκιο. Στη δουλειά τότε, επειδή μου άρεσε να γράφω, δημοσίευα μικρά κείμενα. Δέκα με δεκαπέντε εκατοστά, μονόστηλα. Ύστερα άρχισα να γράφω πιο τακτικά και με έκαναν βοηθό συντάκτη και, με τον καιρό, συντάκτη. Έτσι έγινα… κατά λάθος, δημοσιογράφος.

Εξακολουθούσατε να θέλετε να σπουδάσετε Τέχνη;
Μόνιμα. Τίποτε δεν είχε αλλάξει. Και ακόμα περισσότερο όταν γνώρισα, τον Οκτώβριο του 1971, τον Τάσσο στην Αθήνα.

χαμπής

Τάσσος, Λουκία Μαγγιώρου, Χαμπής [Πεταλίδι, 1971]

Επέστρεψα στην Κύπρο τρελαμένος. Ήθελα να γίνω χαράκτης. Έκανα και μία έκθεση το 1972 στην «Αργώ» του Σερέζη. Ήθελα διακαώς να σπουδάσω. Πάω μια μέρα στην εφημερίδα και τους λέω: «Παραιτούμαι. Θέλω να πάω να σπουδάσω. Δεν σας ζητώ υποτροφία. Είμαι νυμφευμένος, έχω κι ένα παιδί. Θα πάω στην Αγγλία να δουλεύω και να σπουδάζω». Μου ζήτησαν την παραίτησή μου γραπτώς, με ένα μήνα προειδοποίηση. Η τύχη μου ήταν τέτοια που, κατά τη διάρκεια εκείνου του μήνα, ο ανταποκριτής της εφημερίδας στη Μόσχα, ο μακαρίτης Σάββας Ιωάννου, έστειλε επιστολή ότι θα ήθελε να επιστρέψει στην Κύπρο. Συνεδριάζουμε στην εφημερίδα και κανένας δε θέλει να πάει. Μου λένε: «Αφού θέλεις να σπουδάσεις, πήγαινε στη Μόσχα και πες μας πού». Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη εκείνη τη στιγμή. Αλλά τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμενα.

Δηλαδή;
Οι Ρώσοι δεν δέχονταν να μπω να σπουδάσω γιατί ήμουν ξένος ανταποκριτής. Περίμενα το «ναι» από έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, ο οποίος, σε άπταιστα ελληνικά, μου έλεγε: «Ρε παιδί μου, δε γίνεται να σπουδάσεις, το καταλαβαίνεις;». Φτάνουμε στο 1975 και, στην απελπισία μου απάνω, ξαναπάω να βρω τον Τάσσο στην Αθήνα. Μοιράστηκα το παράπονό μου και μου είπε: «Έλα να σπουδάσεις εδώ».

χαμπής 10

Τάσσος και Χαμπής, Πεταλίδι Μεσσηνίας, 1971

Έμεινα καιρό με τον Τάσσο, με είχε σαν το γιο του και δεν μου ζήτησε ποτέ μία δραχμή. Ο Τάσσος τότε με συμβούλεψε να πάω δυο χρόνια στη Σχολή Δοξιάδη και μετά έναν χρόνο στο Παρίσι. Απ’ την Αθήνα έφυγα ευγνώμων. Μόνιμα τον ευγνωμονώ τον Τάσσο μέχρι σήμερα. Επιστρέφω στη Μόσχα και ενημερώνω τη Λευκωσία να στείλουν άλλον στη θέση μου. Και τότε… άλλαξε η τύχη μου.

Με ποιο τρόπο;
Ήρθε τότε στη Μόσχα ο Εζεκίας Παπαϊωάννου. Ήταν στο νοσοκομείο με τη γυναίκα του. Όταν έρχονταν Κύπριοι στη Μόσχα πάντοτε έτρεχα να βοηθήσω. Ο ίδιος δεν ήξερε ότι ήθελα να φύγω τότε, αφού τα… οργισμένα μου γράμματα τα έστελνα στην εφημερίδα. Κατηγορήθηκα και τιμωρήθηκα αργότερα για εκείνα τα γράμματα. Στο μεταξύ η γυναίκα του πέθανε και εγώ ήμουν στην κηδεία και τους συμπαραστάθηκα όπως θα έκανα με οποιονδήποτε άνθρωπο, παρόλο που δεν είχαμε ιδιαίτερες σχέσεις. Την επόμενη φορά που επισκέφτηκε τη Μόσχα ο Παπαϊωάννου, για το συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης, προγευμάτιζα μαζί του στο ξενοδοχείο «Ουκραίνα». Και εκεί μιλήσαμε και με ρώτησε γιατί δεν με αφήνουν οι Ρώσοι να σπουδάσω.

Ήμασταν πάνω στη γέφυρα του ποταμού Μόσκοβα, λίγο πριν το Κρεμλίνο [...] Αν έπεφτε εκείνη τη στιγμή η γέφυρα μέσα στον ποταμό, η έκπληξή μου δεν θα ήταν τόση

Παρόλο που ήμουν πάντοτε ήρεμος και γαλήνιος, εκείνη τη στιγμή εξερράγην σαν ηφαίστειο. Δεν ξέρω γιατί μου βγήκε αυτό. Του υπέδειξα να ρωτήσει τον άνθρωπο από τον οποίο ανέμενα απάντηση. Πράγματι, ύστερα από λίγο, ήρθε το Βόλγα να μας πάρει στο συνέδριο και μαζί μας στο αυτοκίνητο ήταν και ο εν λόγω κύριος. Καθώς οδηγούσαμε, κι ενώ ήμασταν πάνω στη γέφυρα του ποταμού Μόσκοβα, λίγο πριν το Κρεμλίνο, τον ρωτάει ο Παπαϊωάννου: «Γιατί δεν γίνεται να σπουδάσει ο Χαμπής;» και ο Ρώσος απαντά: «Πώς δεν γίνεται;». Θα στο πω και το εννοώ, αν έπεφτε εκείνη τη στιγμή η γέφυρα μέσα στον ποταμό, η έκπληξή μου δεν θα ήταν τόση. Εγώ σπούδασα γιατί απλώς έκανε μία ερώτηση ο Παπαϊωάννου. Δεν το ξεχνώ αυτό. Όταν τέλειωσα τις σπουδές μου και επέστρεψα, είχαμε κάποιες διαφωνίες που με ώθησαν να φύγω από τη «Χαραυγή» και από το ΑΚΕΛ το 1987. Τότε με συμβούλεψαν να επικοινωνήσω μαζί του. Εγώ δεν ήθελα, ήξερα ότι ήταν άλλοι που έλεγχαν τα πράγματα τότε. Μου έλεγαν ότι μαζί του θα έβρισκα το δίκαιό μου. Πήρα τη Νίτσα, την ιδιαιτέρα του, τηλέφωνο και της ζήτησα να του αφήσει μήνυμα. Του έγραψα ένα γράμμα και για εκείνο το γράμμα τιμωρήθηκα.

Τι του είχατε γράψει;
Διάφορα που αφορούσαν μία σύγκρουση που είχα στη «Χαραυγή». Τα σημειώνω όλα στο βιβλίο μου. Ήταν μία οργισμένη επιστολή, την οποία ωστόσο έκλεισα σημειώνοντας ότι παρόλα αυτά δεν ξεχνούσα ότι οφείλω τις σπουδές μου σε αυτόν. Κι αυτή είναι η αλήθεια.

Οπότε χαίρεστε που δεν κάνατε τον συνδυασμό Αθήνα–Παρίσι;
Αν δεν ήταν ο Παπαϊωάννου, θα ακολουθούσα τη συμβουλή του Τάσσου για Αθήνα και Παρίσι. Η Μόσχα όμως ήταν για μένα ο καλύτερος τόπος. Η φιλοσοφία του Σούρικοφ τότε και η προτροπή τους να δημιουργώ έργα για την Κύπρο ήταν σημαντική. Μας έβγαλαν το ζουμί μας και ευτυχώς. Είχα βγει με το καλύτερο δίπλωμα της χρονιάς, αποφοίτησα πρώτος. Στη Μόσχα είχες την ευκαιρία να εκφραστείς ως Κύπριος. Αν ήμουν στο Παρίσι, θα έκανα άλλα πράγματα. Μοντέρνες τέχνες και τέτοια. Στη Μόσχα επικεντρώθηκα στο θέμα που με έκαιγε. Το ’74, το πραξικόπημα και την εισβολή. Το θέμα που με καίει μέχρι σήμερα.

χαμπής 12

Με τον καθηγητή του στο εργαστήρι αφίσας, Μόσχα 

Η τέχνη είναι πάντα πολιτική;
Ο κάθε καλλιτέχνης έχει μια πολιτική ματιά. Αν είσαι ένας καλλιτέχνης που θέλει να εκφραστεί και να πει το δικό του, τότε παίρνεις θέση. Προτείνεις στον κόσμο αυτό που έχεις μέσα σου. Αυτό είναι πολιτικό. Και έχει την επικοινωνία αυτή ως στόχο.

Το γεγονός ότι επιλέξατε να ζείτε πιο απομονωμένα, σε χωριό, σας βοήθησε καθόλου στην τέχνη σας;
Πάρα πολύ. Και ήταν μία συνειδητή επιλογή. Δεν την άντεχα τη βαβούρα, γι’ αυτό και έφυγα από την Παλουριώτισσα το ’88 και μετακόμισα στα Πλατανίσκια. Παρόλο που ήμουν σαραντάρης τότε, ήμουν σίγουρος για την απόφασή μου. Ήμουν στην πρωινή μου δουλειά ως καθηγητής, για να βγάζω τα προς το ζην, και το απόγευμα ήθελα να κάνω την τέχνη μου. Παρόλο που η Λευκωσία έσφυζε από πολιτιστικά τότε. Γνώριζα κόσμο, πήγαινα σε εκθέσεις... Αντιλήφθηκα όμως νωρίς ότι δεν είχα χρόνο να δουλέψω.

χαμπής

Εργαστήκατε για χρόνια ως καθηγητής.
Ναι, μετά τη «Χαραυγή» διορίστηκα για 21 χρόνια στην εκπαίδευση, στο Γραφικών Τεχνών. Τη δουλειά μου στην εκπαίδευση την έβλεπα ως λειτούργημα. Δεν ακολουθούσα τα προγράμματα, έκανα ό,τι θεωρούσα σωστό για τους μαθητές. Είχα υπέροχους μαθητές και στην εκπαίδευση έχω ζήσει αξέχαστες στιγμές.

Θυμάστε κάποια που σας έχει αγγίξει ιδιαίτερα;
Ναι. Ήταν η χρονιά που πέθανε ο Κάνθος. Ο φίλος μου ο Κάνθος. Στην τάξη πολύ συχνά τους μιλούσα για τους φίλους μου, για τους καλλιτέχνες της Κύπρου. Έπαιρνα καλλιτέχνες και ποιητές μέσα στην τάξη, να τους γνωρίσουν από κοντά. Τη μέρα που άκουσα ότι πέθανε ο Κάνθος ήμουν στον δρόμο από Λευκωσία προς Πλατανίσκια, κάπου στη Μονή. Το άκουσα απ’ το ραδιόφωνο, που είπαν ότι θα γινόταν η κηδεία στον Άη Γιάννη στη Λευκωσία και η ταφή στην Άλωνα. Λέω, θα πάω πρώτη ώρα στο σχολείο, να μιλήσω στα παιδιά για τον Κάνθο, και μετά, είτε μου δώσουν είτε δε μου δώσουν άδεια, θα πάω στην κηδεία. Μπήκα την επομένη στην τάξη και οι μαθητές μπήκαν ένας-ένας, στεναχωρημένοι, να μου πουν συλλυπητήρια. Ήξεραν τη σχέση μου με τον Κάνθο. Εκείνο το πρωί δεν κάναμε μάθημα. Κάναμε μνημόσυνο στον Κάνθο. Ήταν πολύ καλός μου φίλος. Ήμουν ένας απ’ αυτούς που κουβάλησαν το φέρετρό του. Μετά την κηδεία, γέμισα το αυτοκίνητό μου στεφάνια και πήγα στην Άλωνα. Την επομένη επέστρεψα στο σχολείο και πρότεινα στους μαθητές, για την άσκηση που είχαν να κάνουν, να φτιάξουν πορτρέτα του Κάνθου. Ενθουσιάστηκαν και ήταν υπέροχες οι δουλειές τους, με αποτέλεσμα στο πρώτο μνημόσυνο του Κάνθου, σε συνεργασία με το Κοινοτικό Συμβούλιο, να εκθέσουμε τα έργα στην Άλωνα.

χαμπής

Έργο του μαθητή του Χαμπή, Ευτύχιου Πασιά 

Πήγαμε στο χωριό, καθαρίσαμε την πρώην βιβλιοθήκη που είχε μετατραπεί σε αποθήκη και τα στήσαμε εκεί. Την Κυριακή που ακολούθησε, οι μαθητές και οι μαθήτριές μου πήραν το λεωφορείο από την Λευκωσία και ήρθαν στην Άλωνα για το μνημόσυνό του. Όταν το Υπουργείο έστησε μία μεταθανάτια έκθεση για τον Κάνθο στην Καστελλιώτισσα, μάς ζήτησαν να εκθέσουμε τα χαρακτικά των μαθητών και εκεί. Αυτές είναι αξέχαστες στιγμές που έχω με τους μαθητές μου. Και είναι πολλές.

Μαθητές έχετε ως και σήμερα, όπως μου φαίνεται.
Ναι, έχω. Στη μνήμη του Τάσσου. Γιατί όταν εγώ πήγα κοντά του για πρώτη φορά το 1971 να μάθω χαρακτική, μου έκανε δωρεάν μαθήματα. Έτσι κι εγώ τον μνημονεύω. Δεκαετίες τώρα κάνω δωρεάν μαθήματα και ώσπου ζω, αυτό θα κάνω. Έλεγαν οι παλιοί ότι άνθρωπος που ξεχνά τις ευεργεσίες είναι σαν το πιθάρι το τρυπημένο, που φεύγουν από μέσα του οι χάριτες. Εγώ δεν είμαι τέτοιο πιθάρι.

19

Κύριε Χαμπή, είστε χορτασμένος φαντάζομαι από επαίνους, διακρίσεις, βραβεία. Τι άλλο μπορεί να έχετε ανάγκη αυτή τη στιγμή;
Να πάω πίσω στο χωριό μου και να με θάψουν εκεί. Αυτό θέλω. Τίποτε άλλο. Δυστυχώς, νιώθω ότι δεν θα γίνει ούτε το ένα ούτε το άλλο.


Όλες οι φωτογραφίες, εκτός της κεντρικής, προέρχονται από τους δύο τόμους του βιβλίου του Χαμπή Τσαγγάρη, «Παιξίμια, Όραμαν, Εμπόδια τζαι Τύχη», με την άδεια του συγγραφέα.

Πρόσφατα κυκλοφόρησαν τα βιβλία του: «Καλικάντζαροι σκαλαπούνταροι της Κύπρου» και «Ο Σπανός τζι οι σαράντα δράτζιοι» (τέταρτη έκδοση).