Χώρα των όμορφων αλόγων λέγεται πως σημαίνει «Κατπατούκα», το αρχαίο όνομα της Καππαδοκίας. Με αυτό το όνομα μνημονευόταν στην εποχή των Περσών, ενώ η ρίζα του ονόματος αναφέρεται ως Ελληνική ή και Χετταϊκή.
Στους ταξιδιωτικούς οδηγούς γράφει πως ο πρόγονος των αλόγων, το ιππάριο, έζησε σε αυτές τις περιοχές της Μικράς Ασίας, δέκα εκατομμύρια χρόνια πριν, και είναι δυνατό να εξέλιπε εξαιτίας των ηφαιστειακών εκρήξεων που διαμόρφωσαν το τοπίο της Καππαδοκίας.
Άλλος θρύλος θέλει το άλογο να εξημερώθηκε σε αυτή την περιοχή, συγκεκριμένα στη βόρεια Μεσοποταμία, και από εκεί έφτασε πρώτα στην Τροία και ακολούθως στην Κρήτη και στους Έλληνες.
Άγρια άλογα βλέπεις να τρέχουν ακόμα και σήμερα στις γραφικές κοιλάδες και τα φαράγγια, ανάμεσα στους σεληνιακούς βράχους της Καππαδοκίας, ενώ άλογα εκτρέφονται σε φάρμες από τις ντόπιες φυλές, και προσφέρονται ως ταξιδιωτικό μέσο στους ξένους επισκέπτες.
Σελίδες Ελληνικής Ιστορίας
Στις πόλεις και τα χωριά της Καππαδοκίας, τα βήματά μας είχαν έντονο χριστιανικό, αλλά και ελληνικό χρώμα. Οι άριστοι γνώστες της ιστορίας και της γεωγραφίας της περιοχής, ξέρουν όχι μόνο τα ελληνικά ονόματα κάθε χωριού, αλλά και ένα προς ένα τα οικοδομήματα των Ελλήνων, όσα άντεξαν στην αλλόπιστη, την εθνικιστική ή στην φθορά του χρόνου.
Ο ξεναγός μάς εξηγεί, ακόμα, ότι στα αρχαία συγγράμματα των Ελλήνων αναφέρονται δύο Καππαδοκίες:
Η Μεγάλη Καππαδοκία, προς την οροσειρά του Ταύρου, η κατ’ εξοχήν Καππαδοκία στους χριστιανικούς χρόνους.
Καισάρεια (σήμερα Καϊσερί, πατρίδα του Αγίου Βασιλείου), Μελιτηνή ή Μελίτη (σήμερα Μαλάτια, γενέτειρα του Αγίου Ευθυμίου), αλλά και Ναζιανζός (γενέτειρα του Αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού), Κόραμα (σήμερα Γκιόρεμε), Σινασσός (σήμερα Μουσταφά-Πασά), καθώς και Άβανος και Προκόπι (σήμερα Ουργκούπ).
Και η Ποντική Καππαδοκία κατά άλλους βορειοανατολική Μικρά Ασία, που εκτείνεται πέρα από τις Ποντιακές Άλπεις και την περιοχή του Καυκάσου. Και η εδώ παρουσία Ελλήνων χρονολογείται από την αρχαιότητα, στην Εποχή του Χαλκού και των Ελλήνων θαλασσοπόρων, ενώ καθιερώθηκε στην χριστιανική εποχή ως «Πόντος», στις περιοχές της Μαύρης Θάλασσας όπου άκμασε και μαρτύρησε ο Ποντιακός Ελληνισμός. Πρωτεύουσα η αρχαιοελληνική Αμισσός, μετέπειτα Σαμψούντα, και μεγάλες πόλεις η Τραπεζούντα, η Αμάσεια (στην αρχαιότητα ιδιαίτερη πατρίδα των Αμαζόνων), η Κερασούντα, η Αργυρούπολη, η Κόμανα.
Οι Έλληνες του Πόντου, όσοι επιβίωσαν της μεγάλης σφαγής από τους Νεότουρκους, και της πολιτικής εξόντωσής τους που εφαρμόστηκε αρχές του 20ου αιώνα και κορυφώθηκε από το 1916 ως το 1919, αναγκάστηκαν να πάρουν δρόμο φυγής, που τους οδήγησε στη Ρωσία.
Οι Έλληνες της Καππαδοκίας στην συντριπτική πλειοψηφία τους εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, αφού υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τα χωριά και τις πόλεις τους μετά την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923, κατά τις πρόνοιες της Συνθήκης της Λωζάνης, την οποία υπέγραψαν η Ελλάδα και η Τουρκία.
Τα αποτυπώματα των Ελλήνων
Ένα εκατομμύριο τριακόσιες χιλιάδες Ορθόδοξοι Χριστιανοί από τα βάθη της Ανατολής ξεριζώθηκαν από την Καππαδοκία, και εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, με την ανταλλαγή πληθυσμών. Ταυτόχρονα τριακόσιες χιλιάδες μουσουλμάνοι της Ελλάδας μετακινήθηκαν στην Τουρκία.
Περιδιαβαίνοντας στη Σινασσό (σήμερα Μουσταφά-Πασά) οι ταξιδιώτες από την Ελλάδα και την Κύπρο δεν παιρνούν απαρατήρητοι από τον Τζιαβίτ Τσελεπί. Έτσι μας συστήνεται ο ηλικιωμένος Τούρκος, η οικογένεια του οποίου προσέχει, όπως λέει, «Το σπίτι της Μαρίκας». Η Μαρίκα εγκατέλειψε το «κονάκι» της με την ανταλλαγή πληθυσμών. Το ισόγειο του διόροφου πετρόκτιστου, με την αξιοθαύμαστη βεράντα με τους κίωνες, όπου ξεχωρίζουν κόκκινα κιλίμια πάνω σε πέτρινα έπιπλα, έχει πλέον μετατραπεί σε κατάστημα με τουριστικά είδη.
Ο Τζιαβίτ Τσελεπί μας οδηγεί στο εσωτερικό και μας δείχνει, με καμάρι, την παλιά εσωτερική πόρτα, με το ξεθωριασμένο μπλε χρώμα, που έχει ακόμα πάνω της αποτυπωμένο:
Η Υπομονή άριστον φάρμακον τοις υποφέρουσιν.
Εικονοστάσιο 1914.
Στις πηγές που μας διέθεσε η συνοδός μας διαβάζουμε πως για τους Καππαδόκες, το εικονοστάσι του σπιτιού βρισκόταν στο κέντρο του ιδιωτικού λατρευτικού τους κύκλου. Μεταβιβαζόταν με ευλάβεια από γενιά σε γενιά, και λειτουργούσε ως οικογενειακός λατρευτικός χώρος, υποκατάστατο του ναού, και δείγμα θείας ευεργετικής παρουσίας στον χώρο του σπιτιού. Από τους τριγμούς των εικόνων, την κατάστασή τους και την τοποθέτηση πάνω τους μικρών νομισμάτων, οι Καππαδόκες μάντευαν αν θα πετύχαινε κάποιο οικογενειακό εγχείρημα, αν θα είχαν καλή υγεία, αν θα αποκτούσαν παιδιά. Τέτοιο ήταν και το εικονοστάσι στο σπίτι της Μαρίκας, από το οποίο ο Τζιαβίτ Τσελεπί συντηρεί εκείνη την μπλε πόρτα και την επιδεικνύει με καμάρι στους Γιουνάν, τους Έλληνες επισκέπτες…
Κοντά στο σπίτι της Μαρίκας, η εκκλησία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Η Σινασσός (Σιν = ήλιος και -ασσός η κατάληξη που έχουν πολλά από τα τοπωνύμια της Μικράς Ασίας, άρα Ηλιούπολη) διέθετε άλλη μία μεγάλη εκκλησία, των Παμμέγιστων Ταξιαρχών, ένα μοναστήρι και περίπου σαράντα παρεκκλήσια.
Βρεθήκαμε στη Σινασσό μέρες του Κουρμπάν-Μπαϊράμ (η γιορτή των θυσιών), γι’ αυτό και οι γύρω μουσουλμάνοι καταστηματάρχες, που φυλάνε το κλειδί, αρνήθηκαν να μας ανοίξουν τον ναό. Είναι ένας από τους ελάχιστους που διατηρούνται μέχρι σήμερα στην Καππαδοκία, και εδώ ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος τελεί, τα τελευταία χρόνια, θεία λειτουργία σχεδόν μια φορά τον χρόνο.
Περίφημα και τα αρχοντικά των Ελλήνων στη Σινασσό, όπου ξεχωρίζουν το Παρθεναγωγείο (σήμερα Πανεπιστήμιο) και το Αρρεναγωγείο (σήμερα ξενώνας), αλλά και το Κονάκι του δασκάλου Σεραφείμ Ρίζου (σήμερα ξενοδοχείο), του τελευταίου Έλληνα δημοτικού άρχοντα της πόλης, ο οποίος καθοδήγησε στον δρόμο της μεγάλης φυγής τους τελευταίους Έλληνες της Σινασσού και, μετά την ανταλλαγή, αφιερώθηκε στη συγγραφή έργων για την ιστορία και τις παραδόσεις της πόλης του.
Ζωή κρυμμένη βαθιά στη γη
Άγονη η γη της Καππαδοκίας. Με εξαίρεση την Άβανο, που βρέχεται από τον ποταμό Άλυ, η υπόλοιπη Καππαδοκία δεν ποτίζεται. Διαθέτει, όμως, πηγάδια. Τα πιο βαθιά πηγάδια του κόσμου, όπως περιγράφουν οι αρχαίοι συγγραφείς. Σκαμμένες στους βράχους και όσο πιο βαθιά μπορεί να φανταστεί ο νους του ανθρώπου, από αρχαιοτάτων χρόνων, ολόκληρες υπόγειες πολιτείες συνθέτουν μια άλλη Καππαδοκία.
Κατασκευή υπόγειων πόλεων στην Καππαδοκία αναφέρεται ακόμα και σε συγγράμματα του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ. Στις διάφορες ιστορικές περιόδους, η περιοχή κατακτήθηκε από διάφορες φυλές εξ ανατολών, και η ιστορία γράφει πως οι κάτοικοί της διέσωζαν εαυτούς ζώντας για μεγάλο μέρος του χρόνου κάτω από τη γη.
Οι Αυτοκράτορες του Βυζαντίου είχαν μετατρέψει την Καππαδοκία σε μεγάλο στρατιωτικό κέντρο. Εδώ συγκέντρωσαν διαδοχικά στρατιωτικές δυνάμεις, και αντιμετώπισαν τους Πέρσες, τους Άραβες και τους Τούρκους. Κι οι κάτοικοι συντηρούσαν τις ζωές, την παράδοση και την πίστη τους, κρυμμένοι σε απύθμενα βάθη, και κινούμενοι στις υπόγειες διακλαδώσεις, που μπορούσαν να τους οδηγήσουν στην άλλη άκρη της περιοχής, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τους κατακτητές.
Τέλη του 11ου αιώνα μ.Χ. η Καππαδοκία καταλήφθηκε από τους Σελτζούκους Τούρκους, τον 13ο αιώνα αναφέρεται ως αυτόνομη χώρα υπό τη Δυναστεία των Καραμάν (Καραμάνοι οι κάτοικοί της και Καραμανλήδες οι τουρκόφωνοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί με καταγωγή από αυτή την περιοχή), ενώ λίγο μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, η περιοχή περιήλθε υπό τον έλεγχο των Οθωμανών Τούρκων.
Οι διαφόρων μεγεθών υπόγειες πόλεις και συνοικίες της Καππαδοκίας αγγίζουν σήμερα τις 200 με δύο επίπεδα και άλλες 40 με περισσότερα από τρία επίπεδα βάθος. Τις αποτελούν εκατοντάδες αίθουσες, που ενώνονται μεταξύ τους με στενές σήραγγες και διαδρόμους. Με δυσκολία και σκύβοντας βαθιά, διαβαίνει κανείς σήμερα στα περάσματα των υπόγειων πόλεων. Ανάμεσά τους μεγάλες στρογγυλές πέτρες, που λειτουργούσαν σαν σύρτες, με διάμετρο έως και ενάμιση μέτρο η καθεμιά και βάρος που τα 300 κιλά.
Οι κάτοικοι στα βάθη της γης της Καππαδοκίας, στη θέα του εχθρού, έμπαιναν στα πηγάδια, και έσερναν ή έσπρωχναν τις πέτρες που ήταν σφηνωμένες στους σκαμμένους βράχους στα στενά περάσματα, και με μηχανισμό τις κλείδωναν, σφραγίζοντας μαζί κάθε πιθανότητα εισόδου ξένων στις υπόγειες κρυψώνες τους.
Κατάβαση στην υπόγεια Μαλακοπή
Με ιεροτελεστία έμοιαζε η είσοδός μας στην υπόγεια πόλη της Μαλακοπής (σήμερα Ντερίνκουγιου = Βαθύ Πηγάδι). Η είσοδος απαγορεύεται για άτομα με άσθμα, λόγω του περιορισμένου αέρα.
Ο υπόγειος οικισμός, ο μεγαλύτερος στην Καππαδοκία, ανακαλύφθηκε τυχαία το 1963, όταν ένας κάτοικος γκρέμισε ένα τοίχο στο σπίτι του, που ήταν σκαμμένο στον βράχο, και ανακάλυψε έκπληκτος ότι πίσω από τον τοίχο κρύβονταν μυστηριώδη δωμάτια που συνδέονταν με μια δαιδαλώδη υπόγεια κατασκευή.
Ο οικισμός ανοίχθηκε σε όλο του το βάθος μέχρι και δυο χρόνια αργότερα, το 1965, ενώ σήμερα αποτελεί μέρος της περιοχής της Καππαδοκίας που έχει ενταχθεί στον κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.
Οι αρχαιολόγοι έφτασαν στα 40 μέτρα βάθος, μελετώντας την υπόγεια πόλη της Μαλακοπής. Ανακάλυψαν συνολικά έντεκα επίπεδα/πατώματα. Πίσω από την είσοδο, το πηγάδι νερού της Μαλακοπής, βάθους 85 μέτρων, δεικνύει και το βάθος όπου έφτανε η υπόγεια πόλη. Δίπλα στην είσοδο ένα ψεύτικο, όπως το αποκαλούν, πηγάδι. Πρόκειται, στην ουσία, για μια από τις οδούς αερισμού της υπόγειας πόλης. Σε όλη την Μαλακοπή υπάρχουν 52 τέτοιες καπνοδόχοι, που επέτρεπαν τη φυσική ροή αέρα ανάμεσα στις κατοικίες και τους διαδρόμους της πόλης, η οποία, σύμφωνα με ιστορικές πηγές, μπορούσε να στεγάσει στα βάθη της έως και 20.000 ανθρώπους.
Ανοιχτό για επίσκεψη, ήδη από το 1969, είναι μέχρι και το όγδοο σε βάθος πάτωμα, από τα έντεκα της Μαλακοπής, η οποία καλύπτει συνολική έκταση που ίσως φτάνει τα 650 τετραγωνικά μέτρα.
Στο πρώτο πάτωμα ο αχυρώνας. Οι στάβλοι βρίσκονταν πιο κοντά στην επιφάνεια, για να μειώνεται η μυρωδιά στα παρακάτω στρώματα, αλλά και για να λειτουργούν ως μόνωση από το κρύο.
Βαθύτερα η κουζίνα, το οινοποιείο και το ελαιοτριβείο, καθιστικά για καθημερινή χρήση, κι ύστερα αποθήκες τροφίμων, τα υπνοδωμάτια σκαμένα δεξιά και αριστερά στους βράχους, μια σήραγγα που ενώνεται με το πηγάδι του νερού, και τα φρεάτια εξαερισμού. Μια στενή ελικοειδής γαλαρία, που αρχίζει από το τρίτο πάτωμα, μας οδηγεί στην Θρησκευτική Σχολή της Μαλακοπής, το σχολείο των Ιεραποστόλων κατά άλλες πηγές, όπου ξεχωρίζουν δωμάτια στο αριστερό μέρος για μελέτη, καθώς και η πέτρινη κολυμβήθρα για το βάπτισμα.
Βγαίνοντας από την υπόγεια πόλη της Μαλακοπής, το βλέμμα μας αντικρύζει την εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων. Ένας άλλος ιστορικός και θρησκευτικός θησαυρός.
Η τρίκλιτη βασιλική μετά τρούλου, φτιαγμένη από την ηφαιστιογενή ντόπια μαύρη πέτρα, θεμελιώθηκε το 1858, στην περίοδο της «άνοιξης» και των ελευθεριών στην θρησκεία που παραχωρήθηκαν στην απέραντη Οθωμανική Αυτοκρατορία, αποτέλεσμα των πιέσεων που ασκούσαν η χριστιανική Ρωσία αλλά και πεφωτισμένοι Οθωμανοί αξιωματούχοι προς την Υψηλή Πύλη.
Τον Ιούνιο του 2010 τελέστηκε στους Αγίους Θεοδώρους λειτουργία από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο.
Η Κοιλάδα των Μοναστηριών
Τα βήματα μας της έντονης συναισθηματικής φόρτισης μας οδηγούν, μετά την Μαλακοπή, στο χωριό Καρβάλη και στην Κοιλάδα των Μοναστηριών.
Η Καρβάλη ήταν αρχικά γνωστή ως Ναζιανζός, ακολούθως ονομάστηκε Γκέλβερι και σήμερα έχει το όνομα Γκιουζέλγιουρτ = όμορφη πατρίδα, όνομα που οι Τούρκοι έχουν δώσει, μετά την Τουρκική Εισβολή, και στην κατεχόμενη κωμόπολη της Μόρφου.
Η Καρβάλη υπήρξε πατρίδα του Αγίου Γρηγόριου του Ναζιανζινού, όπως προσδιορίζει και το προσωνύμιό του, αλλιώς γνωστός και ως ο Μέγας Γρηγόριος ο Θεολόγος, εκ των Τριών Ιεραρχών. Στην Καππαδοκία έζησε και δίδαξε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, και εκοιμήθη στην Καρβάλη, όπου προς τιμήν του χτίστηκε και η μεγαλύτερη από τις εκκλησίες στην Κοιλάδα των Μοναστηριών, η οποία χρονολογείται από τον 6ο αιώνα μ.Χ.
Σήμερα η εκκλησία λειτουργεί ως τζαμί. Ο άμβωνας στέκει αναλλοίωτος, ενώ χωρίς εικόνες στέκει δίπλα στην είσοδο και το περίτεχνο ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού, δωρεά του Τσάρου Νικόλαου του Α’.
Με την ανταλλαγή πληθυσμών το 1924, περίπου δυό χιλιάδες Έλληνες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα πάτρια εδάφη, και έχτισαν την καινούργια ζωή τους, με άσβεστη την αγάπη για τη χαμένη πατρίδα, στη Νέα Καρβάλη, παραθαλάσσιο χωριό του Δήμου Καβάλας.
Η Καρβάλη αποτελεί πρότυπο σημείο όπου συναθροίζονται όλες οι ιδιότητες της Καππαδοκίας, άρα και το καλύτερο σημείο αποχαιρετισμού. Διαθέτει υπόγειες πόλεις, με σημαντικότερη την Ισκάλκα, λαξευμένα κατασκευάσματα στους βράχους και ξεχωριστές γεωπυραμίδες, μοναδικά ελληνικά αρχοντικά, καθώς και την Κοιλάδα των Μοναστηριών με μοναδικές εκκλησιές και βυζαντινά μνημεία.
Ευχαριστίες για τις μοναδικές εμπειρίες στην Καππαδοκία, τις οποίες μοιράστηκα με εξαίρετους συνταξιδιώτες, στον ξεναγό μας, ιδιαιτέρως δε στην πολύτιμη παρουσία της συνοδού μας, Έλενας Τάνου (Top Kinisis).











