Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
ωφδ

Οι αντιδράσεις που καταγράφονται στην πρόθεση για τερματισμό της αστυνομικής συνοδείας πρώην αξιωματούχων, είναι αποκαλυπτικές μιας νοοτροπίας που, δυστυχώς, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το κράτος ως αυτονόητο πάροχο προνομίων.

Πλέον ενδεικτική αυτής της νοοτροπίας είναι η δήλωση της κας Ανδρούλλας Βασιλείου, η οποία δηλώνει ότι, στα 83 της χρόνια, δεν θεωρεί σωστό να αναζητεί μόνη της χώρο στάθμευσης όταν μεταβαίνει σε εκδηλώσεις, δεξιώσεις κ.λπ. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το ερώτημα: από πότε η δυσκολία στάθμευσης έξω από μια πρεσβεία ή η μετάβαση σε μια εκδήλωση αποτελεί λόγο για να διατίθεται αστυνομικός;

Μάλιστα, η ίδια διευκρινίζει ότι στην περίπτωσή της «δεν ήταν θέμα ασφάλειας», αλλά ότι ο αστυνομικός ήταν εκεί για να την παίρνει σε επίσημες εκδηλώσεις. Αυτό δεν αποδυναμώνει το επιχείρημα υπέρ της κατάργησης της φρουράς. Αντιθέτως, το ενισχύει. Διότι η Αστυνομία δεν υπάρχει για να λειτουργεί ως προσωπική υπηρεσία μετακίνησης πρώην αξιωματούχων.

Η επίκληση, μάλιστα, του «πρεστίζ» ενός κράτους είναι ακόμη πιο προβληματική, αν όχι προσβλητική για τους πολίτες. Δεν είναι ζήτημα κύρους για ένα κράτος το να διαθέτει έναν αστυνομικό για να συνοδεύει μια πρώην Επίτροπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μια εκδήλωση. Κύρος για ένα κράτος είναι να διαθέτει αποτελεσματικούς θεσμούς, επαρκή αστυνόμευση και αστυνομικούς εκεί όπου πραγματικά χρειάζονται.

Το πρόβλημα βρίσκεται στη λογική των προνομίων: όταν δημιουργηθεί ένα προηγούμενο, πολύ εύκολα μετατρέπεται σε «κεκτημένο». Και όταν ένα προνόμιο θεωρηθεί κεκτημένο, η κατάργησή του αντιμετωπίζεται περίπου ως προσβολή. Η αντίληψη ότι κάθε επίσημη δραστηριότητα ενός πρώην αξιωματούχου πρέπει να συνοδεύεται από έναν αστυνομικό δεν μπορεί να αποτελεί πολιτική του κράτους.

Αν μια πρώην Επίτροπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πρώην Πρώτη Κυρία δυσκολεύεται να βρει χώρο στάθμευσης έξω από μια πρεσβεία, υπάρχουν λύσεις. Υπάρχουν οδηγοί, ταξί και ιδιωτικά μέσα μετακίνησης. Δεν είναι δουλειά της Αστυνομίας να εξασφαλίζει parking και μεταφορά σε επίσημες προσκλήσεις. Και αν υπάρχει πραγματική απειλή, τότε ασφαλώς το κράτος έχει υποχρέωση να προστατεύσει. Αυτό όμως είναι εντελώς διαφορετικό από την παραδοχή ότι η φρουρά δεν ήταν για λόγους ασφάλειας, αλλά για να «με παίρνει σε επίσημες εκδηλώσεις».

Τελικά, η συζήτηση δεν θα έπρεπε να αφορά συγκεκριμένα πρόσωπα.

Θα έπρεπε να αφορά μια απλή αρχή: Η αστυνομική προστασία είναι ανάγκη ασφάλειας, όχι προνόμιο κοινωνικής θέσης.

Και σε μια εποχή κατά την οποία η Αστυνομία καλείται να αντιμετωπίσει πραγματικές και αυξανόμενες ανάγκες, το κράτος έχει κάθε δικαίωμα και, κυρίως, την υποχρέωση να επανεξετάζει ποιοι πραγματικά χρειάζονται αστυνομική φρουρά και ποιοι απλώς έχουν συνηθίσει να την έχουν.

Το κράτος δεν υποτιμά έναν πρώην αξιωματούχο όταν του αφαιρεί έναν αστυνομικό από τη συνοδεία του.

Απλώς θυμάται ότι ο αστυνομικός ανήκει στην κοινωνία και όχι στον πρώην αξιωματούχο.

Αυτό ας το έχουν στο μυαλό τους άπαντες οι αξιωματούχοι. Και ίσως θα ήταν ένα καλό μήνυμα που θα έστελναν προς όλους εμάς, τους απλούς πολίτες και ψηφοφόρους: ότι έχουν αρχίσει, επιτέλους, να λαμβάνουν τα μηνύματα της κοινωνίας.