Η ιδιαιτερότητα της ανανεωμένης προσπάθειας της Γερμανίας και της Γαλλίας να καταργήσουν το δικαίωμα βέτο των κρατών-μελών, έγκειται στην τήρηση «εποικοδομητικής αποχής».
Δηλαδή, το Βερολίνο και το Παρίσι, θεωρούν ότι εάν ένα ή δύο κράτη-μέλη διαφωνούν με την κρατούσα άποψη της συντριπτικής πλειοψηφίας, θα πρέπει να αποσύρονται από την αίθουσα και να τηρούν όπως λένε «εποικοδομητική αποχή», ώστε να λαμβάνεται απόφαση ερήμην τους, από τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Με τον τρόπο αυτό, η Γερμανία και η Γαλλία προτείνουν να προσπεραστεί η ομόφωνη λήψη αποφάσεων, ζητώντας παράλληλα την υποκατάστασή της από ένα σύστημα ειδικής πλειοψηφίας.
Η θέση του Βερολίνου και του Παρισιού περιλαμβάνεται σε επιστολή που προσυπέγραψαν 9 ακόμη κράτη-μέλη: Αυστρία, Βέλγιο, Ισπανία, Δανία, Φινλανδία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Ρουμανία και Σουηδία.
Ωστόσο, στην αντίπερα όχθη, ένας σημαντικός αριθμός κρατών-μελών διαφωνούν κάθετα και τάσσονται υπέρ της διατήρησης του υφιστάμενου συστήματος ομόφωνης λήψης αποφάσεων σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.
Πρώτη φωνή αποτελεί η Μάλτα, η οποία απέρριψε δημοσίως και σε έντονο ύφος τη γερμανογαλλική φόρμουλα, σημειώνοντας ότι θα συνεχίσει να υπερασπίζεται την «πλήρη και ισότιμη φωνή» της στην εξωτερική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στην ίδια γραμμή βρίσκονται αρκετά κράτη-μέλη, γεγονός που καθιστά πολύ δύσκολη την επιβολή του σχεδιασμού της Γερμανίας και της Γαλλίας.
Πηγή του Συμβουλίου της ΕΕ ανέφερε στον ΑΝΤ1 ότι μεταξύ των χωρών που θέλουν να διασφαλίσουν το δικαίωμα βέτο, «προσμετράται και η Κύπρος.»
Η Λευκωσία, άλλωστε, έχει κάθε λόγο να εμμένει στην αρχή της ομοφωνίας, υπό το φως της προσπάθειας συμμετοχής της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική άμυνας και ασφάλειας και των νέων μεθοδεύσεων της Άγκυρας για τον τερματισμό της λεγόμενης «απομόνωσης» των Τουρκοκυπρίων.