Τη θέση της ΣΕΚ για τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, τις προϋποθέσεις που πρέπει να τη διέπουν και τις αλλαγές που απαιτούνται για τη διασφάλιση επαρκών και αξιοπρεπών συντάξεων αναλύει σε άρθρο του ο Γενικός Γραμματέας της ΣΕΚ, Ανδρέας Φ. Μάτσας.
Ο κ. Μάτσας υπογραμμίζει την ανάγκη για μια ολοκληρωμένη μεταρρύθμιση, με βασικούς άξονες τη βιωσιμότητα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων και την ουσιαστική στήριξη των συνταξιούχων.
Αναλυτικά το άρθρο του:
Όταν η στόχευση, ο σχεδιασμός και το αποτέλεσμα έχουν ως τελικό αποδέχτη τον άνθρωπο, η ευθύνη γίνεται ακόμα μεγαλύτερη και η αίσθηση της υπευθυνότητας μεγιστοποιείται.
Είναι επίσης κανόνας πως, στην πολιτική, στον συνδικαλισμό και γενικότερα σε κάθε έκφανση δημόσιας πράξης και λόγου, οι θέσεις, οι διαφορές, ακόμα και οι όποιες ενδεχόμενες αντιπαραθέσεις, δεν προσωποποιούνται, σαφώς και δεν πρέπει να αποτελούν σημεία διαπροσωπικής αντιπαράθεσης.
Η θέση, μέσα από τον διάλογο, οδηγεί στην αντίθεση και η υγιής αξιοποίησή του, μπορεί να καταλήξει στη σύνθεση. Για τους σκοπούς της παρούσας αρθρογραφίας, θα αποφευχθεί, για ευνόητους λόγους, η «αντιπαραθετική» προσέγγιση της διαλεκτικής μεθόδου όπως εκφράζεται από τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Επίκουρο και από τους πιο σύγχρονους φιλόσοφους όπως ο Καντ και ο Χέγκελ.
Αυτό που μπορεί όμως να προσεγγιστεί ως κοινά συμφωνημένη αρχή σε ότι αφορά τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, από το σύνολο των κοινωνικών εταίρων, είναι πως:
- Δεν αυξάνεται το όριο συνταξιοδότησης, (συνεχίζει να υφίσταται η διασύνδεσή του, ανά πενταετία, με την αξιολόγηση της πορείας του προσδόκιμου ζωής)
- Δεν αυξάνονται οι συνεισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων- ΤΚΑ, (υπάρχει ήδη νομοθετική ρύθμιση που προβλέπει την αύξηση των συνεισφορών ανά πενταετία κατά 0.5%, από το 2024 μέχρι και το 2039, από 8.3% σε 10.3%)
- Δεν μειώνονται οι συντάξεις (ως απότοκο της έντονης αντίδρασης των κοινωνικών εταίρων στην αρχική εισήγηση του Υπουργείου Εργασίας)
Παράλληλα με τις πιο πάνω συμφωνημένες προϋποθέσεις για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης, βασική αρχή παραμένει και η διασφάλιση της βιωσιμότητας του ΤΚΑ, ως ο βασικός πυλώνας κατοχύρωσης των συνταξιοδοτικών παροχών.
Επιπρόσθετα, σαφής παραμένει και η διασύνδεση της μεταρρύθμισης με τη δημιουργία επάρκειας στις συντάξεις, έτσι ώστε να μπορεί να διασφαλιστεί ένα
αξιοπρεπές επίπεδο ποιοτικής διαβίωσης, θέτοντας και ως σημείο αναφοράς το όριο της φτώχειας, λαμβάνοντας υπόψη πως, 35% των συνταξιούχων μας βρίσκεται είτε κοντά, είτε πιο κάτω από το όριο αυτό.
Σαφώς και η μεταρρύθμιση δεν θα μπορούσε να ήταν αποσπασματική, καθώς σε αυτή την περίπτωση η αλλαγή θα αφορούσε μόνο την τροποποίηση της υφιστάμενης νομοθεσίας του ΤΚΑ. Ακριβώς για αυτό τον λόγο, είχε τεθεί από την αρχή η ανάγκη για μια συνολική μεταρρύθμιση, στην οποία θα ενεργοποιούνταν, σχεδιαστικά τουλάχιστον σε πρώτο στάδιο, όλοι οι πυλώνες που διασυνδέονται με το συνταξιοδοτικό σύστημα.
Ιδιαίτερα μετά την αρχική εκτίμηση και την τελική διασαφήνιση ότι, τόσο ο Πυλώνας 1 (αφορά το ΤΚΑ) όσο και ο Πυλώνας 0 (αφορά την ενισχυτικά κοινωνική παρέμβαση του κράτους εκεί όπου υπάρχει τεκμηριωμένη ανάγκη), δεν θα μπορούσαν από μόνοι τους να ενισχύσουν ουσιαστικά τις υφιστάμενες και τις μελλοντικές συντάξεις, η ανάγκη ενεργοποίησης και των άλλων δύο Πυλώνων, (Πυλώνας 2- δημιουργία οριζόντιου, συμπληρωματικού και καθολικού Ταμείου Προνοίας, Πυλώνας 3- ρύθμιση Ιδιωτικής Ασφάλισης), έγινε ακόμα πιο επιτακτικά επιβεβλημένη.
Παράλληλα, η συνολική μεταρρύθμιση, σε συνάρτηση με την κρατική ενίσχυση του συνταξιοδοτικού σχεδιασμού, θα μπορούσε να δημιουργήσει τις αναγκαίες και ικανές συνθήκες για οριστική διαχείριση της αναλογιστικής αναπροσαρμογής (12%), όπως και της αδικίας που υφίστανται όσοι έμειναν χήροι μετά την 1 Ιανουαρίου 2018.
Η ΣΕΚ είχε θέσει από την πρώτη στιγμή τις παραμέτρους που μπορούν να οδηγήσουν σε μία συνολική μεταρρύθμιση η οποία να δημιουργεί τις δυνατότητες για συνταξιοδοτική επάρκεια για όλους τους συνταξιούχους, στη βάση των πιο πάνω παραμέτρων.
Παράλληλα, η ΣΕΚ κατάθεσε συγκεκριμένη εισήγηση η οποία προσεγγίζει σταδιακά τη μείωση της επιβάρυνσης και τον καθορισμό ηλικιακού σημείου πλήρους απάλειψής της αναλογιστικής αναπροσαρμογής. Η πρόταση αυτή είναι σαφώς πιο επιβαρυντική οικονομικά για το Ταμείο, καθώς αφορά και τις δύο συντάξεις (βασική και αναλογική), εγγυάται όμως την πραγματική και συνολική διευθέτηση και όχι τη δημιουργία εντυπώσεων με υποτυπώδες όφελος προς τους επηρεαζόμενους.
Παράλληλα, δόθηκε η δυνατότητα αξιοποίησης στοιχείων από τις τρεις προτάσεις (Υπουργείου, ΣΕΚ και ΠΕΟ), έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια συλλογική και βελτιωμένη πρόταση η οποία να μπορεί να έχει πραγματικό νόημα να εφαρμοστεί. Δυστυχώς αντί να καταβληθεί προσπάθεια αξιοποίησης αυτής της εισήγησης, διαφαίνεται μία προσπάθεια δαιμονοποίησης της συνδικαλιστικής προσπάθειας, εστιάζοντας μόνο στο κόστος, παρακάμπτοντας
όλες τις υπόλοιπες παραμέτρους που διασυνδέονται με τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση.
Η ΣΕΚ προσεγγίζει πάντοτε την ουσία των θεμάτων με γνώμονα το καλώς νοούμενο συμφέρον του κοινωνικού συνόλου. Είναι ακριβώς για αυτό τον λόγο, και μέσα από αυτή τη διαχρονική φιλοσοφία, που είμαστε θετικοί στην προοπτική της μεταρρύθμισης, αλλά και έντονα επικριτικοί ως προς το γεγονός πως, η μεταρρύθμιση είναι ημιτελής και ως εκ τούτου δεν μπορεί να επιφέρει το αποτέλεσμα προς το οποίο στοχεύσαμε συνολικά. Επίσης, η ΣΕΚ δεν μπορεί να αφήσει απαρατήρητο τον εμφανή κίνδυνο της μετακύλισης του κόστους στις επόμενες γενιές, με την ορατώς πιθανή, επιπρόσθετη αύξηση των συνεισφορών προς το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Η ΣΕΚ δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένο ακροατήριο, γι’ αυτό και μπορεί να διατηρεί την ανεξαρτησία. Ούτε θέτει ως ορίζοντα ανταποδοτικού οφέλους το επόμενο μικρό χρονικό διάστημα, αλλά τις επόμενες πολλές δεκαετίες.
Ως εκ τούτου, θα πρέπει να παραμείνουμε στοχοπροσηλωμένοι στην επαρκή υλοποίηση του στόχου και όχι στην επικοινωνιακή και πρόσκαιρη ολοκλήρωση της διαδικασίας.
Σε τελική ανάλυση, η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση δεν προσφέρεται για αναβίωση της μυθοπλαστικής ιστορίας του Οδυσσέα και του Παλαμήδη, από κανέναν και προς κανέναν, καθώς για τη ΣΕΚ, το ζητούμενο συνεχίζει να αποτελεί τη δημιουργία επαρκών συντάξεων, σαφώς μέσω και της διασφάλισης της βιωσιμότητας του ΤΚΑ.