Αναπόφευκτη θεωρείται η νέα αύξηση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθώς η παρατεταμένη κρίση στη Μέση Ανατολή και η άνοδος των τιμών της ενέργειας ενισχύουν τις πληθωριστικές πιέσεις στην Ευρωζώνη.
Εκτός απροόπτου, η ΕΚΤ αναμένεται κατά τη συνεδρίασή της την Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου, να προχωρήσει στη δεύτερη αύξηση επιτοκίων για το 2026, αυξάνοντας το βασικό επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων κατά 25 μονάδες βάσης, στο 2,5%.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η συνεχιζόμενη άνοδος των τιμών της ενέργειας, καθώς η αδυναμία οριστικής διευθέτησης της αντιπαράθεσης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν διατηρεί τις τιμές σε υψηλά επίπεδα.
Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη αυξήθηκε τον Αύγουστο στο 3,3%, από 2,9% τον Ιούλιο.
Ο Πρόεδρος της Γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας, Γιόαχιμ Νάγκελ, ανέφερε ότι οι αγορές θεωρούν σχεδόν βέβαιη την αύξηση των επιτοκίων.
«Οι αγορές προεξοφλούν, με πιθανότητα πάνω από 95%, ότι θα αυξήσουμε τα επιτόκια στη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου και θα έλεγα ότι οι αγορές έχουν μια μάλλον καλή κατανόηση για το πώς είναι πιθανό να αντιδράσουμε σε αυτό το στάδιο», δήλωσε.
Στην ΕΚΤ εκτιμούν ότι η αύξηση των τιμών της ενέργειας θα μετακυλίεται ολοένα και περισσότερο στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις και, ενδεχομένως, την ανάγκη για ακόμη υψηλότερα επιτόκια.
Ιδιαίτερη προσοχή στρέφεται στην τιμή του φυσικού αερίου στην Ευρώπη, η οποία ξεπερνά τα 70 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έναντι περίπου 27 ευρώ στις αρχές του 2026.
Ο λέκτορας του International School of Management του Τεχνικού Πανεπιστημίου του Βερολίνου, Ντένις Σεν, εκτίμησε ότι οι εξελίξεις στο Στενό του Ορμούζ θα διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στις αποφάσεις της ΕΚΤ.
«Το Στενό του Ορμούζ έχει εξελιχθεί στον καθοριστικό παράγοντα για τις μελλοντικές αποφάσεις της ΕΚΤ, καθώς μια παρατεταμένη διαταραχή θα μετέτρεπε ένα ενεργειακό σοκ στις τιμές σε ευρύτερο πληθωριστικό πρόβλημα», ανέφερε.
Αν και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποφεύγει να προεξοφλήσει τις επόμενες κινήσεις της, οι αγορές αναμένουν ακόμη μία αύξηση των επιτοκίων μεταξύ Δεκεμβρίου και άνοιξης.