Οι κεντρικές τράπεζες συνεχίζουν να ενισχύουν τα αποθέματά τους σε χρυσό, όμως πλέον δεν εξετάζουν μόνο πόσο χρυσό θα αγοράσουν, αλλά και πού θα τον φυλάξουν.
Η Τράπεζα της Αγγλίας και η Fed της Νέας Υόρκης παραμένουν οι κυριότεροι διεθνείς θεματοφύλακες. Σύμφωνα με στοιχεία του World Gold Council, το 57% των κεντρικών τραπεζών διατηρεί μέρος των αποθεμάτων του στην Τράπεζα της Αγγλίας, ενώ το 14% επιλέγει τη Fed της Νέας Υόρκης.
Ωστόσο, η τάση που κερδίζει έδαφος είναι η διασπορά του χρυσού σε περισσότερες χώρες, ώστε να περιορίζεται η εξάρτηση από μία κυβέρνηση, ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα ή ένα νομικό πλαίσιο.
Γιατί παραμένουν ισχυρά Λονδίνο και Νέα Υόρκη
Τα δύο μεγάλα χρηματοπιστωτικά κέντρα διαθέτουν βαθιές και ιδιαίτερα ρευστές αγορές, επιτρέποντας στις κεντρικές τράπεζες να πωλούν, να ανταλλάσσουν ή να αξιοποιούν άμεσα τις ράβδους τους χωρίς νέες μεταφορές και πιστοποιήσεις.
Παράλληλα, ο χρυσός μπορεί να χρησιμοποιηθεί για άντληση ρευστότητας ή για την εξασφάλιση επιπλέον εσόδων.
Τα τελευταία χρόνια, όμως, οι γεωπολιτικές εξελίξεις ανέδειξαν έναν νέο κίνδυνο: την πιθανότητα ένα κράτος να χάσει την πρόσβαση στα περιουσιακά στοιχεία που διατηρεί στο εξωτερικό.
Η διαμάχη γύρω από τον χρυσό της Βενεζουέλας στην Τράπεζα της Αγγλίας, αλλά και το πάγωμα ρωσικών συναλλαγματικών αποθεμάτων μετά το 2022, ενίσχυσαν τις ανησυχίες χωρών που φοβούνται ενδεχόμενες κυρώσεις ή πολιτικές συγκρούσεις.
Το νέο μεικτό μοντέλο
Η επιστροφή όλου του χρυσού στο εσωτερικό μιας χώρας δεν θεωρείται ιδανική λύση, καθώς συνεπάγεται υψηλό κόστος φύλαξης και ασφάλειας, ενώ μειώνει και την άμεση πρόσβαση στις διεθνείς αγορές.
Έτσι, αρκετές κεντρικές τράπεζες στρέφονται σε ένα μεικτό μοντέλο: μέρος των αποθεμάτων παραμένει στο εσωτερικό, μέρος φυλάσσεται στα μεγάλα χρηματοπιστωτικά κέντρα και ένα ακόμη τμήμα κατανέμεται σε εναλλακτικούς θεματοφύλακες.
Σε αυτό το πεδίο επιχειρεί να ενισχύσει τον ρόλο της και η Κίνα. Αν και δεν διαθέτει ακόμη το βάθος και τη ρευστότητα του Λονδίνου ή της Νέας Υόρκης, μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική επιλογή για χώρες που θέλουν να μειώσουν την εξάρτησή τους από το δυτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Την ίδια ώρα, οι αγορές χρυσού από τις κεντρικές τράπεζες παραμένουν ισχυρές. Η Goldman Sachs εκτιμά ότι μόνο τον Ιούνιο αποκτήθηκαν 57 τόνοι, με την Κίνα να αποτελεί τον μεγαλύτερο αναγνωρίσιμο αγοραστή.
Η αμερικανική τράπεζα προβλέπει ότι η διαφοροποίηση των τοποθεσιών φύλαξης θα αποτελέσει πολυετή τάση, ενώ διατηρεί την εκτίμησή της ότι η τιμή του χρυσού μπορεί να φτάσει τα 4.900 δολάρια ανά ουγκιά έως το τέλος του 2026.
Σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων κυρώσεων και γεωπολιτικών εντάσεων, οι κυβερνήσεις δεν εξετάζουν πλέον μόνο την αξία του χρυσού τους, αλλά και το κατά πόσο θα μπορούν να έχουν πρόσβαση σε αυτόν όταν τον χρειαστούν.