Συνεχίστηκε τη Δευτέρα ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας η ακροαματική διαδικασία στην υπόθεση της Ιεράς Μονής Οσίου Αββακούμ, με πέντε μάρτυρες κατηγορίας να αναφέρονται, μεταξύ άλλων, σε χρηματικές εισφορές που κατέβαλαν για την ανέγερση της Μονής, καθώς και για την αγορά εικόνων και λειψανοθήκης, τις οποίες, όπως ανέφεραν, είτε δεν είδαν να υλοποιούνται, είτε δεν είχαν μέχρι σήμερα σαφή ενημέρωση για την τύχη τους.
Κατά τη σημερινή διαδικασία, οι μάρτυρες περιέγραψαν τις οικονομικές καταβολές τους, την επικοινωνία τους με μοναχούς και τις προσδοκίες τους αναφορικά με τη χρήση των χρημάτων που είχαν προσφέρει.
Η πρώτη μάρτυρας, Μαρίνα Τομάζου, ανέφερε ότι γνώρισε τον πατέρα Νεκτάριο το 2008 και ότι από το 2020, όταν λειτουργούσε στην εκκλησία Αγίου Νικολάου στο Φτερικούδι, άρχισε να τον επισκέπτεται μαζί με συγγενικά της πρόσωπα για εξομολόγηση, αναπτύσσοντας, όπως είπε, σχέση εμπιστοσύνης μαζί του.
Σύμφωνα με την κατάθεσή της, ο πατέρας Νεκτάριος αναφερόταν συχνά σε χρέη που, όπως της έλεγε, αφορούσαν την ανέγερση της Μονής Οσίου Αββακούμ. Η ίδια κατέθεσε ότι σε αρκετές περιπτώσεις έδωσε χρήματα ως εισφορά για την ανέγερση της Μονής και για άλλες ανάγκες του ησυχαστηρίου, μέσω της εφαρμογής Quick Pay, με τελικό παραλήπτη τον λογαριασμό του πατέρα Νεκτάριου.
Η μάρτυρας ανέφερε ότι μεταξύ 16 Ιανουαρίου 2020 και 31 Ιουλίου 2023 πραγματοποίησε 36 μεταφορές συνολικού ύψους €4.620, ενώ 14 μεταφορές, συνολικού ύψους €2.000, που έγιναν μεταξύ 30 Ιουνίου και 8 Σεπτεμβρίου 2020, έφεραν, όπως είπε, ως αιτιολογία «εικόνα Αγίου Αββακούμ».
Διαβάστε ακόμη:
Μοναχός Νεκτάριος: «Μην βιάζεστε να κρίνετε – Άραγε παρακολουθούμε την ίδια δίκη;»
Αββακούμ: Απορρίφθηκε η ένσταση της υπεράσπισης για την κατάθεση τεκμηρίων
Υπόθεση Αββακούμ: Αμφισβητεί τη νομιμότητα τεκμηρίων η υπεράσπιση
Αναφέρθηκε σε εικόνα που, όπως κατέθεσε, αποφάσισε να παραγγείλει στη μνήμη του πατέρα της, ύστερα από εισήγηση του πατέρα Νεκτάριου. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, είχε ενημερωθεί ότι το όνομα του πατέρα της θα αναγραφόταν πάνω στην εικόνα η οποία θα κόστιζε €2.000.
Η ίδια ανέφερε ότι κατέβαλε το ποσό σε δόσεις και αργότερα πληροφορήθηκε ότι η εικόνα κόστισε €3.000. Επειδή δεν μπορούσε να καταβάλει επιπλέον χρήματα, όπως είπε, ο πατέρας Νεκτάριος της ανέφερε ότι θα διευθετούσε ο ίδιος το υπόλοιπο ποσό.
Η μάρτυρας περιέγραψε, επίσης, περιστατικό κατά τη διάρκεια περιφοράς εικόνας στο Φτερικούδι, όταν διαπίστωσε ότι στο πίσω μέρος της εικόνας δεν υπήρχε χαραγμένο το όνομα του πατέρα της. Αντίθετα, όπως κατέθεσε, υπήρχαν πρόχειρα γραμμένα με κιμωλία τα ονόματα της ίδιας, της κόρης της και του συζύγου της.
Κατά την αντεξέτασή της από τον συνήγορο υπεράσπισης του πατέρα Νεκτάριου, Ευστάθιο Ευσταθίου, η μάρτυρας ανέφερε ότι το παράπονό της είναι πως ακόμα και αυτή τη στιγμή δεν ξέρει πού πήγαν τα χρήματα που κατέβαλε, προσθέτοντας ότι ένιωσε πως «ξεγελάστηκε», καθώς η εικόνα προοριζόταν να γίνει στη μνήμη του πατέρα της.
Ο δεύτερος μάρτυρας, Χαράλαμπος Τομάζος, ανέφερε ότι παρακολουθούσε λογαριασμούς στο Facebook που συνδέονταν με τη Μονή και τον πρώτο κατηγορούμενο και ενημερωνόταν από αναρτήσεις για τις ανάγκες της Μονής και τις εκκλήσεις για εισφορές.
Όπως κατέθεσε, τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του έδωσαν κατά διαστήματα ποσά για τις ανάγκες του ησυχαστηρίου και αργότερα της Μονής Οσίου Αββακούμ. Ο ίδιος υπολόγισε τις προσωπικές του εισφορές περίπου στα €1.750, οι οποίες, όπως είπε, καταβλήθηκαν μέσω Quick Pay ή σε μετρητά, με τελικό παραλήπτη τον πατέρα Νεκτάριο.
Ο μάρτυρας τόνισε ότι τα χρήματα δεν τα έδινε ως δώρο στον πατέρα Νεκτάριο, αλλά για τις ανάγκες της Μονής και ότι εάν γνώριζε πως θα χρησιμοποιούνταν για άλλο σκοπό, δεν θα προχωρούσε στις εισφορές.
Σε ερώτηση της υπεράσπισης πότε δημιουργήθηκε στον ίδιο αμφιβολία για το κατά πόσον τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν για τη Μονή, απάντησε ότι αυτό συνέβη όταν πληροφορήθηκε από τα ΜΜΕ τα γεγονότα που αφορούσαν τη Μονή.
Ο τρίτος μάρτυρας, Λουκάς Ψύλλος, αναφέρθηκε σε εισφορά €3.000 για την αγορά λειψανοθήκης της Αγίας Θέκλας.
Όπως κατέθεσε, τον Σεπτέμβριο του 2023, ενώ επισκεπτόταν τη Μονή μαζί με την αρραβωνιαστικιά του, πληροφορήθηκαν ότι ζητούνταν δωρητές για λειψανοθήκες διαφόρων Αγίων. Μετά από ενημέρωση που, σύμφωνα με τον ίδιο, έλαβε από τον πατέρα Τιμόθεο, πληροφορήθηκε ότι το κόστος της λειψανοθήκης της Αγίας Θέκλας ανερχόταν στις €3.000.
Στις 24 Σεπτεμβρίου, όπως είπε, παρέδωσε στον πατέρα Τιμόθεο φάκελο με το συγκεκριμένο ποσό, το οποίο είχε συγκεντρώσει σταδιακά από το υστέρημά του.
Συμφωνήθηκε, είπε, να αναγραφεί στη λειψανοθήκη δέηση υπέρ υγείας της οικογένειάς του.
Κατά την αντεξέτασή του, ο συνήγορος υπεράσπισης του πατέρα Νεκτάριου υπέδειξε φωτογραφία λειψανοθήκης, η οποία κρατείται ως τεκμήριο, αναφέροντας ότι αυτή είχε κατασκευαστεί και ότι επρόκειτο για τη λειψανοθήκη που είχε παραγγείλει.
Ο μάρτυρας απάντησε ότι για να καθησυχαστεί θα πρέπει να δει πάνω στη λειψανοθήκη τη δέηση που είχε συμφωνηθεί.
Ο κ. Ευσταθίου ανέφερε ότι η συγκεκριμένη λειψανοθήκη, σύμφωνα με τη θέση της υπεράσπισης, είχε υφαρπαγεί από τη Μονή στις 5 Μαρτίου 2024 και ότι η φωτογραφία που του επιδείχθηκε προερχόταν από τα υπόγεια της Μητρόπολης Ταμασού.
Εξήγησε ότι σύμφωνα με τη θέση της υπεράσπισης δεν πρόλαβε να αναγραφεί η δέηση, λόγω της επέμβασης τρίτων προσώπων.
Ο μάρτυρας, ωστόσο, εξέφρασε αμφιβολία ως προς το πως θα μπορούσε να αποδειχθεί ότι η συγκεκριμένη λειψανοθήκη ήταν αυτή για την οποία είχε καταβάλει τα χρήματα, εφόσον, όπως είπε, δεν υπήρχε πάνω της η συμφωνηθείσα αναγραφή.
Η τέταρτη μάρτυρας, Δήμητρα Πορτοκαλλή, αναφέρθηκε στην επικοινωνία και τις επαφές της με τον πατέρα Νεκτάριο και σε χρηματικές καταβολές που, όπως κατέθεσε, έκανε για την κατασκευή εικόνας του Αγίου Ιούδα του Θαδδαίου στο πλαίσιο τάματος που είχε κάνει.
Η μάρτυρας ανέφερε ότι, λόγω προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε, είχε αποφασίσει να αγοράσει συγκεκριμένη εικόνα και συζήτησε το θέμα με τον πατέρα Νεκτάριο.
Όπως κατέθεσε, ενημερώθηκε στη συνέχεια ότι η εικόνα θα κατασκευαζόταν στην Ελλάδα από συγκεκριμένο αγιογράφο, ενώ θα απαιτούσε σημαντικό χρόνο και κόστος.
Αρχικά, όπως είπε, θεωρούσε ότι επρόκειτο για απλή αγορά εικόνας, ωστόσο, στη συνέχεια ενημερώθηκε ότι θα ήταν ιδιαίτερα μεγάλη και ότι απαιτούνταν εξειδικευμένη αγιογράφηση.
Η κ. Πορτοκαλλή ανέφερε ότι συμφώνησε να καταβάλει το ποσό των €5.000 σε δόσεις και ότι μετά την ολοκλήρωση των πληρωμών θα ξεκινούσε η αγιογράφηση στην Ελλάδα.
Σε συνάντηση που, σύμφωνα με την κατάθεσή της, είχε με τον πατέρα Νεκτάριο στις 16 Ιουνίου 2022, τον ρώτησε για την πορεία της εικόνας και κατά πόσον είχε ολοκληρωθεί, ενόψει και της γιορτής του Αγίου Ιούδα του Θαδδαίου στις 19 Ιουνίου.
Όπως ανέφερε, ο πατέρας Νεκτάριος της εξήγησε ότι η εικόνα δεν ήταν ακόμη έτοιμη, καθώς ήταν μεγάλη και απαιτούσε πολλή εργασία, ενώ της έδωσε διαβεβαιώσεις ότι δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας.
Η ίδια κατέθεσε ότι συνέχισε να αναζητά ενημέρωση για την πορεία της παραγγελίας, χωρίς, όπως υποστήριξε, να έχει μέχρι σήμερα παραλάβει την εικόνα.
Ανέφερε ακόμη ότι διαθέτει αποδείξεις και στοιχεία για τις χρηματικές καταβολές και ότι προτίθεται να ζητήσει την επιστροφή των χρημάτων της και να εξετάσει το ενδεχόμενο καταγγελίας για την υπόθεση.
Η πέμπτη μάρτυρας, Ευγενία Μιχαήλ, αναφέρθηκε σε εισφορά ύψους €600, την οποία, όπως κατέθεσε, κατέβαλε σε δόσεις για την αγορά εικόνας του Αγίου Παϊσίου, η οποία θα τοποθετείτο στο τέμπλο της Μονής.
Σύμφωνα με την κατάθεσή της, αφού εξόφλησε το ποσό, διαπίστωσε περίπου έξι μήνες αργότερα ότι το τέμπλο με τις εικόνες δεν είχε γίνει.
Η υπόθεση αφορά τους μοναχούς Νεκτάριο και Πορφύριο, οι οποίοι αντιμετωπίζουν, μεταξύ άλλων, κατηγορίες που αφορούν συνωμοσία προς καταδολίευση, πλαστογραφία και χρήση πλαστών εγγράφων, κλοπή από αντιπρόσωπο, παράνομη κατοχή περιουσίας, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία και υποβολή ψευδούς φορολογικής δήλωσης.
Οι δύο κατηγορούμενοι αρνούνται οποιαδήποτε εμπλοκή και δεν έχουν παραδεχθεί καμία από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Παραμένουν ελεύθεροι με τους ίδιους περιοριστικούς όρους.
Η επόμενη δικάσιμος έχει οριστεί για τις 9 Σεπτεμβρίου 2026, στις 09:30.