Για χρηματικές εισφορές που, όπως ανέφεραν, κατέβαλαν για πολυέλαιο και εικόνα, χωρίς να δουν τα έργα να υλοποιούνται, κατέθεσαν την Τετάρτη δύο μάρτυρες ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, κατά τη συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας στην υπόθεση της Ιεράς Μονής Οσίου Αββακούμ.
Κατέθεσε επίσης αστυνομικός, η οποία παρουσίασε έκθεση και δημόσιες αναρτήσεις από λογαριασμούς στο Facebook που συνδέονται με τη Μονή και τον πρώτο κατηγορούμενο.
Πρώτη κατέθεσε η Δ.Χ., η οποία ανέφερε ότι επισκεπτόταν τη Μονή για περίπου τρία χρόνια και ότι αρχικά κατέβαλε εισφορά €1.000 για να γίνει παράκληση υπέρ του αδελφού της, ο οποίος τότε ήταν άρρωστος, χωρίς να ζητήσει ή να λάβει απόδειξη.
Όπως είπε, αργότερα θέλησε να κάνει τάμα στη μνήμη του αδελφού της και ρώτησε τι χρειαζόταν η Μονή. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, η Γ.Ξ., για την οποία είχε πληροφορηθεί ότι ήταν υπεύθυνη της Μονής, τής ανέφερε ότι χρειαζόταν πολυέλαιος αξίας περίπου €8.000.
Η μάρτυρας είπε ότι χρειάστηκε χρόνο για να συγκεντρώσει τα χρήματα και ότι τα παρέδωσε στη Μονή στην παρουσία του πρώτου κατηγορουμένου, Νεκτάριου Γεωργίου, λαμβάνοντας απόδειξη ημερομηνίας 13 Αυγούστου 2023.
Ανέφερε ότι η Γ.Ξ. είπε πως θα παραγγείλει τον πολυέλαιο και θα την ενημέρωνε όταν θα έφθανε, ενώ, όπως κατέθεσε, ο Νεκτάριος σχολίασε ότι επρόκειτο για μία από τις μεγαλύτερες εισφορές που είχαν γίνει.
Σύμφωνα με τη μάρτυρα, τηλεφωνούσε επανειλημμένα για να ενημερωθεί για την καθυστέρηση. Αρχικά, όπως είπε, της αναφέρθηκε ότι περίμεναν τον προμηθευτή από την Ελλάδα, ωστόσο στη συνέχεια η Γ.Ξ. σταμάτησε να απαντά στις κλήσεις της.
Σε κάποια από τις κλήσεις απάντησε ο σύζυγος της Γ.Ξ., ο οποίος της είπε ότι εκείνη ήταν άρρωστη, ότι ο ίδιος δεν γνώριζε οτιδήποτε και της ζήτησε να μην τηλεφωνήσει ξανά.
«Ρωτούσα συνεχώς και μου έλεγαν “θα έρθει, θα έρθει”, αλλά δεν τον είδαμε ποτέ μετά από τόσα χρόνια», ανέφερε για τον πολυέλαιο.
Ερωτηθείσα για την οικονομική της κατάσταση, είπε ότι λάμβανε σύνταξη €300 στην Κύπρο και περίπου €700 από το εξωτερικό, όπου είχε εργαστεί. Ανέφερε ότι φύλαγε τα χρήματα «για τα γεράματά» της και για ενδεχόμενες ασθένειες, αλλά αποφάσισε να τα χρησιμοποιήσει για το τάμα.
Κατά την αντεξέτασή της από τον συνήγορο υπεράσπισης Κωστή Ευσταθίου, ανέφερε ότι δεν της περιγράφηκαν αναλυτικά τα χαρακτηριστικά του πολυελαίου και ότι δεν γνώριζε εάν στην τιμή περιλαμβανόταν η εγκατάστασή του.
Είπε επίσης ότι δεν ενημερώθηκε πως ο πολυέλαιος είχε παραγγελθεί, αλλά μόνο ότι θα γινόταν παραγγελία, ενώ για το θέμα μίλησε με τον Νεκτάριο μόνο την ημέρα παράδοσης των χρημάτων.
Μετά τη δημοσιοποίηση της υπόθεσης τον Μάρτιο του 2024, μετέβη στη Μητρόπολη Ταμασού, όπου ρώτησε ιερέα εάν υπήρχε ο πολυέλαιος και έλαβε, όπως είπε, αρνητική απάντηση. Ακολούθως προσήλθε στην Αστυνομία και κατήγγειλε ότι τα χρήματα ενδεχομένως χρησιμοποιήθηκαν για άλλο σκοπό.
Κατά την επανεξέτασή της από την Κατηγορούσα Αρχή, διευκρίνισε ότι δεν γνώριζε συγκεκριμένα ποιος ζητούσε τον πολυέλαιο, αλλά ότι της είχε αναφερθεί γενικά πως χρειαζόταν για την εκκλησία.
Ακολούθως κατέθεσε η Ε.Χ., η οποία ανέφερε ότι μαζί με τον σύζυγό της επισκέφθηκαν τη Μονή και προσεγγίστηκαν από τη Γ.Ξ., η οποία τους ρώτησε εάν επιθυμούσαν να κάνουν εισφορά για εικόνα που θα τοποθετείτο σε νέο ξωκλήσι.
Η μάρτυρας είπε ότι ενδιαφέρθηκαν για εικόνα της Αγίας Μαρίνας, αξίας €750. Όπως ανέφερε, τους ειπώθηκε ότι τα ονόματά τους θα αναγράφονταν ανεξίτηλα πάνω στην εικόνα, ώστε να μην χρειάζεται να κάνουν νέο τάμα στο εξής.
Κατέθεσε ότι έδωσαν αρχικά €100 σε μετρητά ως προκαταβολή, χωρίς να λάβουν απόδειξη, επειδή, όπως τους αναφέρθηκε, δεν υπήρχε διαθέσιμο μπλοκ αποδείξεων.
Σε επόμενη επίσκεψη, το 2021, παρέδωσαν ακόμη €300, επίσης χωρίς απόδειξη, ενώ τα υπόλοιπα €350 καταβλήθηκαν στις 11 Σεπτεμβρίου 2022.
Όταν ζήτησε να δει την εικόνα, είπε ότι η Γ.Ξ. φάνηκε αμήχανη και της ανέφερε ότι τελικά δεν θα τοποθετείτο στο νέο ξωκλήσι αλλά σε άλλη εκκλησία. Αργότερα έλαβε ταχυδρομικώς δύο αποδείξεις συνολικού ποσού €650, όχι όμως για την αρχική προκαταβολή των €100.
Η μάρτυρας ανέφερε ότι η Γ.Ξ. κρατούσε ένα μπλε τετράδιο μεγέθους Α4, στο οποίο ήταν καταγραμμένες διάφορες εικόνες και τα ποσά που μπορούσε κάποιος να καταβάλει.
Μετά τη δημοσιοποίηση της υπόθεσης επιχείρησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά και μέσω Viber με τη Γ.Ξ., χωρίς να λάβει απάντηση. «Έδωσα €750 για τάμα, αλλά νομίζω ότι αυτή η εικόνα δεν έγινε ποτέ», ανέφερε.
Κατά την αντεξέτασή της, είπε ότι της είχε αναφερθεί πως η εικόνα θα ολοκληρωνόταν με την ανέγερση της νέας Μονής. Ανέφερε, ωστόσο, ότι κατά τις επισκέψεις της στο Φτερικούδι δεν είδε να έχει ανεγερθεί η συγκεκριμένη Μονή, παρά μόνο ένα μικρό εκκλησάκι.
Είπε ακόμη ότι έστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στη Μητρόπολη Ταμασού, σε διεύθυνση που είχε δοθεί για υποβολή παραπόνων. Ακολούθως επικοινώνησε μαζί της η Αστυνομία και κλήθηκε να δώσει κατάθεση.
Η μάρτυρας παραδέχθηκε ότι στην κατάθεσή της δεν είχε αναφέρει ότι είχε ζητήσει απόδειξη για το αρχικό ποσό των €100.
Ακολούθησε η κατάθεση της αστυνομικού Ε.Κ., η οποία παρουσίασε έκθεση για τους λογαριασμούς στο Facebook της Ιεράς Μονής Οσίου Αββακούμ Φτερικουδίου και του λογαριασμού «Αρχιμανδρίτης Νεκτάριος Γεωργίου».
Η αστυνομικός ανέφερε ότι στις 20 Μαρτίου 2024 έλαβε επιστολή από τη Διεύθυνση Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, με οδηγίες να διενεργήσει εξετάσεις στους συγκεκριμένους συνδέσμους. Όπως είπε, διαπίστωσε ότι οι λογαριασμοί εξακολουθούσαν να υπάρχουν και επιθεώρησε τις δημόσια διαθέσιμες αναρτήσεις.
Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, σε αναρτήσεις με τις οποίες ζητούνταν δωρητές και χρηματικές εισφορές για έργα. Σε αυτές, όπως είπε, εμφανίζονταν στοιχεία τραπεζικών λογαριασμών, υπηρεσία QuickPay, τηλεφωνικοί αριθμοί και το όνομα της Γ.Ξ.
Κατά την αντεξέτασή της, διευκρίνισε ότι το υλικό που κατέθεσε δεν περιλάμβανε το σύνολο των αναρτήσεων που εντόπισε, αλλά εκείνες που έκρινε ότι σχετίζονταν με την υπόθεση.
Ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ποιος ή ποιοι διαχειρίζονταν τη σελίδα, πόσα πρόσωπα είχαν πρόσβαση σε αυτή ή ποιος συνέταξε και δημοσίευσε τα επίμαχα κείμενα.
Είπε ακόμη ότι δεν λήφθηκαν επίσημα στοιχεία από τη Meta και ότι, για να εξασφαλιστούν πληροφορίες όπως διευθύνσεις IP ή ενδεχομένως το ιστορικό συνδέσεων, θα έπρεπε να υποβληθεί σχετικό αίτημα προς την εταιρεία στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνώριζε κατά πόσο είχε υποβληθεί τέτοιο αίτημα και ότι δεν βρισκόταν σε επικοινωνία με ανακριτή κατά την επιλογή των αναρτήσεων, αλλά ενήργησε βάσει της επιστολής που είχε λάβει.
Η Κατηγορούσα Αρχή ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι δεν υπήρχε άλλος μάρτυρας για τη σημερινή δικάσιμο, ενώ ορίστηκαν νέες δικάσιμοι για τις 7, 9, 14 και 16 Σεπτεμβρίου 2026, στις 9:30 π.μ.
Οι μοναχοί Νεκτάριος και Πορφύριος αντιμετωπίζουν, μεταξύ άλλων, κατηγορίες που αφορούν συνωμοσία προς καταδολίευση, πλαστογραφία και χρήση πλαστών εγγράφων, κλοπή από αντιπρόσωπο, παράνομη κατοχή περιουσίας, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία και υποβολή ψευδούς φορολογικής δήλωσης.
Και οι δύο αρνούνται οποιαδήποτε εμπλοκή και δεν έχουν παραδεχθεί καμία από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Παραμένουν ελεύθεροι με τους ίδιους περιοριστικούς όρους.