Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
φ

Οι πολιτικές της Τουρκίας για την Κύπρο επηρεάζουν αρνητικά και τους Τουρκοκυπρίους, καθώς «υπονομεύουν την ταυτότητά τους, περιορίζουν τις ελευθερίες τους και τους στερούν την πλήρη απόλαυση των δικαιωμάτων τους ως Κυπρίων και Ευρωπαίων πολιτών, αναφέρεται σε ρηματική διακοίνωση με την οποία η Λευκωσία απέρριψε ως «αβάσιμες» θέσεις που προέβαλε η Τουρκία κατά τη Γενική Συζήτηση υπό το Θέμα 2 της 61ης συνόδου του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στα Ηνωμένα Έθνη.

Στη ρηματική διακοίνωση γίνεται αναφορά σε «συνεχιζόμενες παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και του διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων», οι οποίες αποτελούν «άμεσο αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης στρατιωτικής κατοχής από την Τουρκία του ενός τρίτου του εδάφους ενός κυρίαρχου κράτους-μέλους του ΟΗΕ, της Κυπριακής Δημοκρατίας».

Παράλληλα η Κύπρος επαναβεβαίωσε τη «σταθερή προσήλωσή» της σε μια «ισχυρή και αξιόπιστη πολυμερή αρχιτεκτονική ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με τα Ηνωμένα Έθνη και τους μηχανισμούς τους στον πυρήνα της».

Η ρηματική διακοίνωση προς το Γραφείο του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα έχει ημερομηνία 20 Απριλίου 2026 και  η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Κύπρου ζήτησε την κυκλοφορία της απάντησής της ως εγγράφου της 61ης συνόδου του Συμβουλίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η Κύπρος ανέφερε ότι «υποστηρίζει πλήρως τον ρόλο του OHCHR στην προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της λογοδοσίας και του κράτους δικαίου παγκοσμίως».

Υπογράμμισε ότι, «σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων», τόσο το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όσο και το OHCHR έχουν «σημαντικό ρόλο να διαδραματίσουν στην προώθηση και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Στο πλαίσιο αυτό, η Κύπρος ανέφερε ότι παραμένει «ουσιώδες να μη χαθεί από το προσκήνιο η κατάσταση στην Κύπρο», αναφερόμενη ιδίως στις «συνεχιζόμενες παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και του διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων», οι οποίες, όπως σημείωσε, αποτελούν «άμεσο αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης στρατιωτικής κατοχής από την Τουρκία του ενός τρίτου του εδάφους ενός κυρίαρχου κράτους-μέλους του ΟΗΕ, της Κυπριακής Δημοκρατίας».

Σημείωσε ότι «η διεθνής κοινότητα πρέπει να διασφαλίσει ότι όλοι οι Κύπριοι απολαμβάνουν το ίδιο επίπεδο προστασίας όπως και σε άλλες καταστάσεις ξένης στρατιωτικής επίθεσης και κατοχής». Προειδοποίησε ακόμη ότι «η αξιοπιστία του διεθνούς δικαίου και του συστήματος των Ηνωμένων Εθνών θα υπονομευόταν σοβαρά», εάν «επιθετικά κράτη όπως η Τουρκία» επιτρεπόταν «να επικαλούνται την πάροδο του χρόνου για να αποφεύγουν τη λογοδοσία και να υποβαθμίζουν την επιτακτική ανάγκη αντιμετώπισης αυτών των παραβιάσεων».

Αναφερόμενη στην ετήσια έκθεση του OHCHR για το ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κύπρο, η δήλωση ανέφερε ότι η έκθεση «αναδεικνύει βασικές πτυχές των συνεχιζόμενων παραβιάσεων που απορρέουν από την τουρκική εισβολή του 1974 και τη συνεχιζόμενη στρατιωτική κατοχή του βόρειου τμήματος του νησιού».

Η Κύπρος «απέρριψε κατηγορηματικά» τις κατηγορίες της Τουρκίας, καθώς και την «επίμονη προώθηση» από την Άγκυρα «αποσχιστικής οντότητας που έχει καταδικαστεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ». Σύμφωνα με την κυπριακή απάντηση, οι ενέργειες αυτές συνιστούν «απόπειρα αποπροσανατολισμού από την ευθύνη της Τουρκίας για τις συνεχιζόμενες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κύπρο».

Η δήλωση απέρριψε επίσης τη θέση της Τουρκίας σχετικά με την επέμβασή της στην Κύπρο, αναφέροντας ότι «ο ισχυρισμός της Τουρκίας περί μονομερούς δικαιώματος εισβολής και κατοχής της Κύπρου είναι αβάσιμος». Η Κύπρος σημείωσε ότι ένας τέτοιος ισχυρισμός «αντιβαίνει τόσο στη λογική όσο και στις θεμελιώδεις αρχές του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών» και «απορρίπτεται κατηγορηματικά».

Η Κύπρος χαρακτήρισε την τουρκική εισβολή του 1974 ως «πράξη επιθετικότητας και σαφή παραβίαση του διεθνούς δικαίου, του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και της Συνθήκης Εγγυήσεως». Υπενθύμισε ότι η εισβολή, η κατοχή και οι αποσχιστικές ενέργειες έχουν «επανειλημμένα καταδικαστεί από τα Ηνωμένα Έθνη», μεταξύ άλλων μέσω του ψηφίσματος 37/253 της Γενικής Συνέλευσης και των ψηφισμάτων 541 και 550 του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Εξάλλου υπέδειξε ότι η «παράνομη στρατιωτική κατοχή του βόρειου τμήματος της Κύπρου έχει επηρεάσει όλους τους Κυπρίους». Πέραν του «εκτοπισμού σχεδόν του ενός τρίτου του ελληνοκυπριακού πληθυσμού», η Κύπρος αναφέρθηκε στη «συνεχιζόμενη καταπίεση του εγκλωβισμένου πληθυσμού» και στη «συστηματική πολιτική δημογραφικής και πολιτιστικής αλλοίωσης». Όπως σημείωσε, αυτή περιλαμβάνει «τη μεταφορά εποίκων» και «την καταστροφή της πολιτιστικής και θρησκευτικής κληρονομιάς».

Στην απάντηση της Κύπρου σημειώνεται επίσης ότι οι πολιτικές της Τουρκίας «επηρεάζουν αρνητικά τους Τουρκοκυπρίους», καθώς «υπονομεύουν την ταυτότητά τους, περιορίζουν τις ελευθερίες τους και τους στερούν την πλήρη απόλαυση των δικαιωμάτων τους ως Κυπρίων και Ευρωπαίων πολιτών». Κατηγόρησε την Τουρκία ότι κρατά τους Τουρκοκυπρίους «απομονωμένους» και ότι ουσιαστικά τους κρατά «ομήρους στην επιδίωξή της για αναγνώριση της παράνομης αποσχιστικής οντότητας που εγκαθιδρύθηκε στο κατεχόμενο έδαφος».

Η Κύπρος δήλωσε περαιτέρω ότι οι ενέργειες της Τουρκίας αποσκοπούν στην «υπονόμευση της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας». Αναφέρθηκε επίσης στη «συνεχιζόμενη μεταφορά στρατιωτικού εξοπλισμού» και στην «εγκαθίδρυση στρατιωτικών υποδομών στις κατεχόμενες περιοχές», οι οποίες, όπως ανέφερε, πραγματοποιούνται «υπό την καθοδήγηση και τον έλεγχο του τουρκικού στρατιωτικού επιτελείου στην Τουρκία».

Κλείνοντας, η Κύπρος ανέφερε ότι η Τουρκία «πρέπει να αποσύρει τα κατοχικά της στρατεύματα από την Κύπρο», να «εγκαταλείψει την αποσχιστική πολιτική των 'δύο κρατών' και να «επιτρέψει την επανένωση του νησιού και του λαού του». Κάλεσε επίσης την Τουρκία να «συμμορφωθεί πλήρως με τις υποχρεώσεις της βάσει του διεθνούς δικαίου» και να «θέσει τέλος στις συνεχιζόμενες παραβιάσεις των δικαιωμάτων όλων των Κυπρίων».