Ανδρούλα Αριστοδήμου. Μια γυναίκα- σύμβολο του αγώνα για την διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων. Μια γυναίκα που αφιέρωσε τη ζωή της στην αναζήτηση και την εξακρίβωση της αλήθειας. Μας άνοιξε το σπίτι της, τη καρδιά της και μας υποδέχτηκε με λουλούδια από τον κήπο που διατηρεί με αγάπη, τον κήπο των αγνοουμένων όπως τον αποκαλεί.
Από το μαύρο καλοκαίρι του 1974 που έχασε τον ξάδελφο της, η ίδια τάχθηκε "ψυχή τε και σώματι" στον αγώνα για διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων της κυπριακής τραγωδίας.
Η κυρία Ανδρούλα ζούσε με το σύζυγο και τα δύο της παιδιά στην περιοχή του Αγίου Παύλου, στη πράσινη γραμμή όπως την αποκαλούμε σήμερα. Από τους Τουρκοκύπριους τους χώριζε ένας δρόμος. Το μαύρο ξημέρωμα της 20ης Ιουλίου κάλεσαν το σύζυγο της να καταταγεί ως έφεδρος.
«Εγώ όμως έμεινα με 2 μωρά, ένα μωρό αβάφτιστο στην αγκαλιά μου τζ ένα γιο 3 χρονών. Εν έξερα να οδηγώ εκείνο τον καιρό εν είχα κάποιο να με βοηθήσει»
Η κ. Ανδρούλλα, έπρεπε να φροντίζει και τον πατέρα της.
«Εγώ είχα τζαι ένα πατέρα παράλυτο στο κρεβάτι ο οποίος είχε καρκίνο στον προστάτη τζαι έκαμε εγχείρηση τζαι είπασιν να φκάλουν που το νοσοκομείο όσους μπορούν να μεταφερθούν σε σπίτια για να βάλλουν τους πληγωμένους τούτο εδέχτηκε το ο κόσμος. Επήρα τον πατέρα μου στο σπίτι τζ έπρεπε να τον φροντίζω», είπε.
Τις επόμενες μέρες έπρεπε να εγκαταλείψει το σπίτι της, για να σωθεί η ίδια και τα παιδιά της.
Ανδρούλα Αριστοδήμου
«Έβλεπα εγώ τα φορτηγά να ρίχνουν μέσα σκοτωμένους τα ιπποδρόμια νεκρά ζώα γιατί εβομβαρδίζαν οι τουρκοι τζαι ενομίζαν είναι στρατόπεδο τζαι εβομβαρδίζαν συνέχεια ήταν τζαι κοντά η ΕΛΔΥΚ τζαι είμασταν άκρια εβλέπαμε σχεδόν όλα με τον πόλεμο. Άκουες ότι γίνονται βιασμοί σκοτωμοί εν εξεχωρίζαν κανένα οι τούρτζοι με άμαχους με γυναίκες με μωρά εβιάζαν εσκοτώναν τζ επερνούσαν».
Η ίδια μαζί με τους γείτονες και μία από τις αδερφές της κατευθύνθηκαν προς το Παλαιχώρι όπου τους φιλοξένησε μια γυναίκα. Η κυρία Ανδρούλλα αγωνιούσε για τον πατέρα της και εν μέσω του πολέμου ξεκίνησε με τα πόδια από το Παλαιχώρι και επέστρεψε στον Άγίο Παύλο.
Φτάνοντας με δυσκολία μετά από ώρες το τι αντίκρισε ήταν αποκαρδιωτικό. Το σπίτι τους είχε γίνει ερείπιο. Έψαχνε τον πατέρα της και μια ηλικιωμένη η οποία είχε παραμείνει στην περιοχή της ανέφερε πως ένα στρατιωτικό αυτοκίνητο ήρθε και τον πήρε χωρίς ωστόσο να διαπιστώσει εάν επρόκειτο για τούρκους ή ελληνοκύπριους.
Τελικά όπως ανέφερε η κυρία Ανδρούλλα ήταν συγγενικό πρόσωπο το οποίο μετέφερε με ασφάλεια τον πατέρα της στην Κυπερούντα.
Προχώρησε κλαίγοντας και όπως μας είπε εκεί είδε τις μεγάλες μάχες που γίνονταν στην περιοχή του Αγίου Παύλου.
Ανδρούλα Αριστοδήμου
«82 παιθκιά στη γραμμή του Αγίου Παύλου. Επολεμούσασιν για να κρατήσουν τζίνη τη γραμμή. Αν έππεφτε τζίνη γραμμή σημαίνει επιάννασην τη Cyta, τη Βουλή το Γενικό Νοσοκομείο γιατί τούτος ήταν ο στόχος των Τούρκων όπως ακούαμε τζ εμείς το 74. Άμα επιάνναν τούτα έν θα είχαμε με τη Κυβέρνηση με τίποτε»
Πιστή στους όρκους που έδωσε
Πέρασαν μέρες, εβδομάδες, μήνες. Ο πόνος φούντωνε και γινόταν οργή. Η αγωνία μεγάλωνε. Οικογένειες είχαν μήνες να δουν τους δικούς τους ανθρώπους. Άραγε τι να απέγιναν, θα έρθουν πίσω ζωντανοί;
50 χρόνια η κ. Ανδρούλα Αριστοδήμου, παρέμεινε πιστή στους όρκους που έδωσε στη θεία της και άλλη μια μητέρα αγνοούμενου.
Όλα ξεκίνησαν από ένα τηλεφώνημα της θείας της που της ζήτησε να πάει να την βρει στην Κυπερούντα. Με την πρώτη ευκαιρία επισκέπτεται το χωριό και την βρίσκει στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας.
Ανδρούλα Αριστοδήμου
«Έφυε που την εκκλησία επήε σπίτι τζ ήρτε με μια φωτογραφιούδα μικρή του ξάδερφου μου που αμαν επερασαν 2-3 μήνες τζ εν έδωσε σημεία ζωής εσήμενεν ότι αγνοείται η τύχη του. Ορκίστου μου ότι εννα μου τον έβρεις τζ εννα μου τον φέρεις κόρη μου τζ ορκίστηκα της εγώ. Ορκίζουμε σου θεία ότι εννα ξεκινήσω να διαφωτίζω τζ να αγωνίζουμε για να μάθω για τη τύζη του ξαδέρφου μου αλλά τζαι για ούλλους τους αγνοουμένους».
Πέρασαν λίγες μέρες και βρέθηκε αντιμέτωπη με τον ίδιο όρκο. Φιλοξενούσε στο σπίτι της μια γυναίκα από τη Νίκαια η οποία, είχε γιό αξιωματικό στο ναυτικό, τον Κυριάκο Καρέτσο ο οποίος δεν είχε δώσει σημεία ζωής. Οι υπήκοοι της Ελλάδας έπρεπε να φύγουν από την Κύπρο και μαζί τους η κυρία Χρυθσάνθη Βαρβαροπούλου, η μητέρα του αγνοούμενου η οποία της άφησε και εκείνη μια φωτογραφία.
«Λέει μου στάθου μάνα τζ αδερφή τζ αμαν τον έβρεις να του πεις η καρδιά μου δεν άντεξε να τον περιμένω»
Το αμέσως επόμενο διάστημα, μαζί με άλλους συγγενείς αγνοουμένων ξεκίνησαν τον δικό τους αγώνα. Πήγαιναν σε σχολεία, σε διαδηλώσεις ακόμη και σε πάρα πολλές χώρες του εξωτερικού. Τα σαββατοκύριακα για πολλά χρόνια σημείο συνάντησης τους ήταν το οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας. Διαφώτιζαν και ενημέρωναν τους ξένους.
«Πολλά λεωφορεία τζ πολλής κόσμος που έρχονταν να περάσουν στα Κατεχόμενα, δεν επιέννασιν, επιστρέφαν πίσω γιατί εμείς εδιαφωτίζαμε τους τζ ελέαμε τους τζίνα που θέλετε εσεις να πατε να δειτε εν τα δικά μας που εμείς εν μπορούμε να πάμε. Αν θέλετε επιστρέψτε γιατί ετροφοδοτούσαν έτσι τους Τούρκους», ανέφερε.
Το σπίτι της που έγινε… μουσείο
Το τι αντικρίζεις με το που μπαίνεις στο σπίτι της κυρίας Ανδρούλλας είναι απερίγραπτο.
Όλα όμως δεν ξεκίνησαν από εκεί αλλά σε μια παράγκα 30 χρόνια πριν όπου την επισκέφθηκε ένα σχολείο για να τους εξιστορήσει τα όσα έζησε. Τα παιδιά μετέφεραν όσα άκουσαν και από εκείνη την ημέρα την ζητούσαν πολλά σχολεία της Κύπρου να διαφωτίσει τα νέα παιδιά.
Όπως είπε τους έδιωξαν από την παράγκα γιατί ήθελαν τη γη και πήρε το σπίτι που διαμένει μέχρι σήμερα.
Ένα δωμάτιο στο σπίτι της αφιερωμένο στους αγνοούμενους. Κάθε γωνιά, κάθε φωτογραφία, κάθε αντικείμενο έχει τη δική του ιστορία. Ο πόνος, η απόγνωση, η θλίψη, η αγωνία, αποτυπώνονται όλα στο συγκεκριμένο δωμάτιο αλλά και σε όλο το σπίτι της κ. Ανδρούλλας.
«Ότι είχα στην παράγκα έφερατο τζ εδημιουργήθηκε εδώ το μουσείο αγνοουμένων όπως το αποκαλούν όλοι».
Αφιερωμένος στους αγνοούμενους αλλά και στην κατεχόμενη γη και ο καταπράσινος κήπος του σπιτιού της.
«Πορτοκαλία του Βαρωσιού», «Αροδαφνούσα του Ριζοκάρπασου», «Λεμονιά της Κερύνιας» , είναι κάποια από τα δέντρα που αντικρίζει κανείς τα οποία ήρθαν από τις σκλαβωμένες περιοχές της Κύπρου μας και φυτεύτηκαν εκεί μαζί με διάφορα άλλα στα οποία απλά είναι γραμμένα τα Κατεχόμενα χωριά.
Ευχή της κυρίας Ανδρούλας είναι να μην ξεχνάμε. Να μην ξεχνάμε όσα πέρασε τούτος ο τόπος. Να μην ξεχνάμε ότι το νησί μας είναι ακόμη σκλαβωμένο. Ότι ακόμα υπάρχουν αγνοούμενοι.
«Εύχομαι οι νέοι που πιάννουν τη δάδα αναμμένη που εμάς να την κρατούν αναμμένη να συνεχίσουν να μάθουμε για τη τύχη τους τζ να ελευθερωθεί τζ ο τόπος μας γιατί αγάπη μου αμαν εν έχουμε την Κύπρο μας, εν έχουμε τίποτε».