Μία από τις πλέον σκοτεινές υποθέσεις κατά συρροή δολοφονιών που έχουν απασχολήσει το Ιράν βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο, με πρωταγωνίστρια την 56χρονη Κολσούμ Ακμπαρί, η οποία έγινε γνωστή ως η «Μαύρη Χήρα» της χώρας.
Σύμφωνα με τις δικαστικές και δημοσιογραφικές αναφορές, η Ακμπαρί στόχευε κυρίως ηλικιωμένους άνδρες που αναζητούσαν συντροφιά και διέθεταν περιουσία, μετρητά ή άλλα πολύτιμα αντικείμενα. Δημιουργούσε μαζί τους σχέσεις ή συνήπτε προσωρινούς γάμους και στη συνέχεια αποκτούσε πρόσβαση τόσο στην καθημερινότητά τους όσο και, σύμφωνα με τις κατηγορίες, στα περιουσιακά τους στοιχεία.
Η δράση της φέρεται να ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και να διήρκεσε περίπου 22 χρόνια. Οι Αρχές τη συνέδεσαν με θανάτους σε διαφορετικές πόλεις της επαρχίας Μαζανταράν, γεγονός που φαίνεται να δυσκόλεψε για χρόνια τη σύνδεση των περιστατικών μεταξύ τους.
Το μοτίβο ήταν, σύμφωνα με τις έρευνες, παρόμοιο. Αρκετά από τα θύματα ήταν ηλικιωμένοι άνδρες που ζούσαν μόνοι ή είχαν ανάγκη φροντίδας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η σχέση έπαιρνε τη μορφή του «sigheh», ενός προσωρινού γάμου που αναγνωρίζεται στο σιιτικό ισλαμικό δίκαιο.
Η Ακμπαρί κατηγορήθηκε ότι χορηγούσε στα θύματά της διάφορα φάρμακα, μεταξύ άλλων ουσίες που συνδέονται με τη ρύθμιση του διαβήτη και της αρτηριακής πίεσης, καθώς και ηρεμιστικά. Σε άλλες περιπτώσεις γίνεται λόγος για χρήση βιομηχανικού οινοπνεύματος. Οι ουσίες φέρεται να δίνονταν μέσα σε ποτά ή άλλα υγρά.
Όταν η κατάσταση της υγείας των ανδρών επιδεινωνόταν, οι θάνατοι μπορούσαν να αποδοθούν αρχικά σε φυσικά αίτια ή σε προϋπάρχοντα προβλήματα υγείας. Σύμφωνα με τις καταθέσεις που έχουν γίνει γνωστές, όταν η δηλητηρίαση δεν ήταν αρκετή, η ίδια φέρεται να προκαλούσε ασφυξία στα θύματά της.
Η υπόθεση άρχισε να αποκαλύπτεται το 2023, μετά τον θάνατο του 82χρονου Γκολαμρεζά Μπαμπαΐ. Ο ηλικιωμένος φέρεται να είχε εκφράσει ανησυχίες στην οικογένειά του για τη φαρμακευτική αγωγή που του χορηγούσε η σύζυγός του. Μετά τον θάνατό του, οι συγγενείς του άρχισαν να εξετάζουν το παρελθόν της Ακμπαρί και προηγούμενες σχέσεις της, οδηγώντας τις Αρχές σε σειρά άλλων ύποπτων θανάτων.
Το δικαστήριο αναγνώρισε τελικά 11 ανθρωποκτονίες. Η ίδια φέρεται, ωστόσο, να έχει αναφέρει διαφορετικούς αριθμούς θυμάτων, φτάνοντας ακόμη και στους 13 ή 15, χωρίς να έχουν τεκμηριωθεί δικαστικά πρόσθετες δολοφονίες.
Η δικαστική διαδικασία ολοκληρώθηκε το 2025, με την Ακμπαρί να καταδικάζεται σε δέκα ποινές θανάτου. Οι οικογένειες δέκα θυμάτων ζήτησαν την εφαρμογή του «qisas», της ανταποδοτικής ποινής που προβλέπει το ιρανικό σύστημα για υποθέσεις ανθρωποκτονίας. Η οικογένεια του ενδέκατου θύματος επέλεξε χρηματική αποζημίωση, τη λεγόμενη «diya», αντί της θανατικής ποινής.
Παράλληλα, η Ακμπαρί καταδικάστηκε και σε επιπλέον ποινή φυλάκισης για απόπειρα δολοφονίας. Η υπόθεση έχει προκαλέσει τεράστιο ενδιαφέρον στο Ιράν, ενώ συγγενείς θυμάτων έχουν εκφράσει την έντονη ενόχλησή τους για τη μετατροπή της τραγωδίας σε αντικείμενο μαύρου χιούμορ και διαδικτυακών σχολίων.