Γερουσιαστές των Δημοκρατικών εξαπέλυσαν κατηγορίες κατά του διευθυντή του FBI, Κας Πατέλ, κατά τη διάρκεια πολύωρης και επεισοδιακής ακρόασης στην Επιτροπή Δικαστικών Υποθέσεων της αμερικανικής Γερουσίας. Μεταξύ άλλων, τον κατηγόρησαν ότι χρησιμοποιεί την ομοσπονδιακή υπηρεσία για να ασκεί πιέσεις και να εκφοβίζει δημοσιογράφους — ισχυρισμούς που ο ίδιος απέρριψε κατηγορηματικά.
Ιδιαίτερα έντονη ήταν η αντιπαράθεση με τον Δημοκρατικό γερουσιαστή του Νιου Τζέρζι Κόρι Μπούκερ, ο οποίος υποστήριξε ότι το FBI έχει στραφεί εναντίον δημοσιογράφων εξαιτίας δημοσιευμάτων τους.
Ο Μπούκερ ισχυρίστηκε ότι δημοσιογράφοι που έγραψαν για τον Αμερικανό Πρόεδρο βρέθηκαν αντιμέτωποι με έρευνες και εφόδους, ενώ έκανε αναφορά και σε περίπτωση δημοσιογράφου για την οποία, όπως είπε, το FBI άνοιξε έρευνα μετά από δημοσίευμα που αφορούσε τον ίδιο τον Πατέλ.
Ο επικεφαλής του FBI απέρριψε τις κατηγορίες, χαρακτηρίζοντάς τις «απόλυτα ψέματα» και αρνούμενος ότι αξιοποίησε πόρους ή μέσα της υπηρεσίας για να στοχοποιήσει εκπροσώπους του Τύπου. Η έντονη αντιπαράθεση γύρω από τη λειτουργία και την πολιτικοποίηση του FBI αποτέλεσε ένα από τα βασικά θέματα της ακρόασης.
Στη συζήτηση τέθηκε και η δικαστική διαμάχη του Πατέλ με το περιοδικό «The Atlantic» και συντάκτριά του. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο διευθυντής του FBI έχει προσφύγει νομικά ζητώντας αποζημίωση 250 εκατομμυρίων δολαρίων, υποστηρίζοντας ότι άρθρο του περιοδικού ήταν δυσφημιστικό.
Παράλληλα, Δημοκρατικοί γερουσιαστές έθεσαν ερωτήματα για απομακρύνσεις στελεχών του FBI, ορισμένα από τα οποία είχαν εργαστεί σε έρευνες που αφορούσαν τον Ντόναλντ Τραμπ μετά την αποχώρησή του από τον Λευκό Οίκο το 2021. Ο Πατέλ απέρριψε τον χαρακτηρισμό περί «εκκαθαρίσεων», υποστηρίζοντας ότι οι περισσότεροι πράκτορες που έφυγαν από την υπηρεσία αποχώρησαν οικειοθελώς.
Η ακρόαση διήρκεσε περισσότερες από τέσσερις ώρες και περιλάμβανε, πέραν των παραπάνω, ερωτήσεις για τη διαχείριση των αρχείων του Τζέφρι Έπσταϊν, τις πολιτικές προσλήψεων του FBI και τη χρήση κρατικών πόρων.