Για σχεδόν δύο δεκαετίες, οι εταιρείες που διαχειρίζονταν δημοφιλείς πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης παρέμεναν «στεγνές» από νομικής πλευράς για τις αρνητικές συνέπειες που προκαλούσε η έκθεση των χρηστών στα προϊόντα τους.
Οι επιπτώσεις στην ψυχική υγεία, η διευκόλυνση και - κάποιες φορές - η live μετάδοση εγκληματικών πράξεων, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής κακοποίησης, και άλλα παρόμοια ζητήματα είχαν προκαλέσει έντονες κοινωνικές αντιδράσεις, χωρίς όμως να έχουν οδηγήσει ποτέ σε δικαστικές προσφυγές με ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Διαβάστε επίσης:
- Ξεκινά η μάχη κατά της Meta – Στο στόχαστρο Facebook και Instagram
Ζάκερμπεργκ σε δίκη για το Instagram: Κατηγορίες ότι σχεδιάστηκε ως εθιστικό για ανηλίκους
Πριν από περίπου τέσσερα χρόνια, ωστόσο, οι εισαγγελείς στις Ηνωμένες Πολιτείες άρχισαν, σύμφωνα με τον New Yorker, να στρέφουν την προσοχή τους στις επιχειρηματικές επιλογές και στις σχεδιαστικές αποφάσεις των εταιρειών τεχνολογίας και όχι, όπως συνέβαινε στο παρελθόν, στην προώθηση συγκεκριμένου επιβλαβούς περιεχομένου, καθώς αυτή η προσέγγιση αντιμετώπιζε σημαντικά εμπόδια λόγω της προστασίας της ελευθερίας του λόγου.
Σε υπόθεση που εκδικάστηκε μέσα στην άνοιξη της φετινής χρονιάς, μια νεαρή γυναίκα η οποία υποστήριξε ότι η ψυχική της υγεία είχε υποστεί καταστροφική επιδείνωση εξαιτίας της χρήσης μέσων κοινωνικής δικτύωσης, επιδικάστηκε να λάβει αποζημίωση τριών εκατομμυρίων δολαρίων.
Παράλληλα, τον Μάρτιο και τον Αύγουστο, σε υπόθεση που είχε καταθέσει ο γενικός εισαγγελέας του Νέου Μεξικού, δικαστήριο επέβαλε στη Meta — τη μητρική εταιρεία του Facebook και του Instagram — πρόστιμα σχεδόν ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων και την υποχρέωσε να προχωρήσει σε σειρά αλλαγών στα προϊόντα και στις επιχειρηματικές πρακτικές της. Η Meta έχει ήδη εφεσιβάλει τη συγκεκριμένη απόφαση.
Στα τέλη του 2022, εν μέσω ενός κύματος δικαστικών προσφυγών, υποθέσεις που είχαν καταθέσει γενικοί εισαγγελείς 29 πολιτειών ενώθηκαν σε μία μεγάλη συλλογική υπόθεση. Η κατηγορία υποστήριζε ότι η Meta είχε εν γνώσει της προκαλέσει σειρά βλαβών, κυρίως επειδή τα προϊόντα της «εκμεταλλεύονται και χειραγωγούν τους πιο ευάλωτους καταναλωτές της: τους εφήβους και τα παιδιά».
Η υπόθεση οδηγήθηκε σε δίκη στο Όκλαντ στις αρχές Αυγούστου και αναμενόταν να διαρκέσει αρκετές εβδομάδες. Ωστόσο, τερματίστηκε αιφνιδιαστικά την περασμένη Τετάρτη.
Η κατάθεση του Whistleblower άνοιξε τον δρόμο
Μετά την κατάθεση του - whistleblower - πρώην στελέχους της Meta, Αρτούρο Μπεχάρ, ο οποίος είχε διατελέσει διευθυντής μηχανικής για θέματα ασφάλειας προϊόντων και υποστήριξε ότι η εταιρική κουλτούρα «καθιστούσε πρακτικά αδύνατη την υλοποίηση χαρακτηριστικών που αντιμετώπιζαν τα ζητήματα ευημερίας και ασφάλειας για τα οποία μιλούσαμε», αλλά και την κατάθεση του επικεφαλής του Instagram, Άνταμ Μοσέρι, ο οποίος απέρριψε το πλαίσιο της αγωγής που χαρακτήριζε την υπερβολική χρήση των κοινωνικών δικτύων ως «κλινικό εθισμό», η εταιρεία - η χρηματιστηριακή αξία της οποίας ανέρχεται σε 1,5 τρισ. δολάρια - συμφώνησε σε συμβιβασμό.
Η συμφωνία με 48 - τελικά - πολιτείες και 52 γενικούς εισαγγελείς προβλέπει καταβολή τουλάχιστον 12 δισ. δολαρίων σε βάθος δεκαετίας (πολύ λιγότερα από τα 200 δισ. δολάρια που είχαν αρχικά εκτιμηθεί και τα 1,4 τρισ. που διέρρεε η ίδια η εταιρεία πριν τη δίκη) και δέσμευση για μια σειρά αλλαγών στις πλατφόρμες της στην αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η σύγκριση με τον Συμβιβασμό της Big Tobacco
Από την ανακοίνωση της συμφωνίας και μετά, πολλοί συνέκριναν την εξέλιξη με τον Μεγάλο Συμβιβασμό των Καπνοβιομηχανιών (Big Tobacco) του 1998, όταν τέσσερις από τις μεγαλύτερες καπνοβιομηχανίες συμφώνησαν να καταβάλουν τεράστια ποσά, να αποδεχθούν περιορισμούς στο μάρκετινγκ και να παρέχουν σημαντικές πληροφορίες δημόσιας υγείας, αφού αναγνώρισαν ότι γνώριζαν πως τα προϊόντα τους προκαλούσαν εθισμό και έβλαπταν την ανθρώπινη υγεία.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ωστόσο, οι αλλαγές δεν προέκυψαν από έναν ομοσπονδιακό νόμο για την ασφάλεια στο διαδίκτυο, αλλά από μια δικαστική διαδικασία. «Αυτή η συμφωνία έχει επιπτώσεις πολύ πέρα από τις Ηνωμένες Πολιτείες», δήλωσε στο Open Democracy ο Όουεν Μπένετ, ανεξάρτητος ειδικός σε θέματα τεχνολογικής πολιτικής στη Βρετανία.
«Αν ήμουν ένας ρυθμιστής στην Μπραζίλια, στις Βρυξέλλες ή στην Καμπέρα, θα το έβλεπα ως μια τεράστια ευκαιρία», ανέφερε, σημειώνοντας ότι τα μέτρα που οι αρχές προσπαθούν εδώ και χρόνια να εξασφαλίσουν από τη Meta πιθανότατα βρίσκονται πλέον «σε σημαντικό μέρος της σκέψης του Μαρκ Ζούκερμπεργκ». Όπως εξηγεί, επειδή η Meta είναι αμερικανική εταιρεία, η πίεση από αμερικανικά δικαστήρια και πολιτικούς έχει διαφορετικό βάρος στο εσωτερικό της από τους κανόνες που επιβάλλονται από ξένες ρυθμιστικές αρχές. «Η συμφωνία αυτή θα στρέψει την προσοχή των στελεχών της εταιρείας στην ασφάλεια των παιδιών με τρόπο που κανένας παγκόσμιος κανονισμός ή ρυθμιστική αρχή δεν έχει καταφέρει μέχρι σήμερα», υπογράμμισε.
Είναι κοντά η εφαρμογή αυστηρότερων μέτρων στην Ευρώπη;
Η Ευρώπη ήδη πιέζει τη Meta για παρόμοια ζητήματα μέσω του Digital Services Act (DSA), ο οποίος αντιμετωπίζει τα λεγόμενα «εθιστικά μοτίβα» (addictive patterns) των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ως έναν από τους απαγορευμένους κινδύνους και, κατά συνέπεια, ως πρακτικές που μπορούν να επισύρουν άμεσα κυρώσεις.
Τον Απρίλιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπίστωσε προκαταρκτικά ότι η Meta παραβιάζει τον DSA, καθώς δεν είχε εντοπίσει, αξιολογήσει και περιορίσει επαρκώς τους κινδύνους που σχετίζονται με την πρόσβαση παιδιών κάτω των 13 ετών στο Instagram και το Facebook.
Η Κομισιόν ανέφερε ότι η υφιστάμενη προσέγγιση της εταιρείας δεν εμπόδιζε αποτελεσματικά την πρόσβαση ανηλίκων κάτω των 13 ετών στις πλατφόρμες.
Τον Ιούλιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, καταλήγοντας προκαταρκτικά στο συμπέρασμα ότι η Meta παραβιάζει τον DSA και εξαιτίας του «εθιστικού σχεδιασμού» των Facebook και Instagram. Η έρευνα επικεντρώθηκε σε λειτουργίες όπως το ατελείωτο σκρολάρισμα, η αυτόματη αναπαραγωγή περιεχομένου (autoplay), τα push notifications και τα εξατομικευμένα συστήματα προτάσεων (πράγματα που περιλαμβάνονταν και στο κατηγορητήριο των αμερικανικών πολιτειών). Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η Meta δεν αξιολόγησε επαρκώς τους κινδύνους αυτών των χαρακτηριστικών για τη σωματική και ψυχική ευεξία των χρηστών και ότι τα μέτρα προστασίας που είχε λάβει δεν ήταν αρκετά αποτελεσματικά.
Η αμερικανική συμφωνία έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δείχνει ότι οι πλατφόρμες μπορούν να αλλάξουν τα ίδια τα συστήματα που συμβάλλουν στη δημιουργία προβλημάτων και όχι απλώς να περιορίζουν την πρόσβαση των παιδιών σε αυτά, σύμφωνα με τη Χάνα Στόρεϊ, επικεφαλής για τα ψηφιακά δικαιώματα παιδιών και νέων στη Διεθνή Αμνηστία. «Για χρόνια, η Διεθνής Αμνηστία, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και άνθρωποι που έχουν πληγεί από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προειδοποιούσαν ότι οι μεγάλες πλατφόρμες έχουν σχεδιαστεί για να μεγιστοποιούν την αλληλεπίδραση και το κέρδος, χωρίς να προστατεύουν επαρκώς τα δικαιώματα των παιδιών», δήλωσε.
Όπως πρόσθεσε, η συμφωνία είναι σημαντική όχι μόνο λόγω του μεγέθους της, αλλά επειδή αποδεικνύει ότι οι εταιρείες - όταν λογοδοτούν - μπορούν να αλλάξουν τις επιλογές σχεδιασμού που οδηγούν σε βλάβες. Παράλληλα, υποστηρίζει ότι οι ευρωπαϊκές αρχές διαθέτουν ήδη τα εργαλεία για να κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση. «Στην ΕΕ δεν είναι απαραίτητη μια δικαστική διαδικασία τέτοιας κλίμακας. Οι υφιστάμενοι μηχανισμοί, όπως ο Digital Services Act, ήδη απαιτούν από τις πλατφόρμες να αξιολογούν και να αντιμετωπίζουν τους κινδύνους για τα παιδιά».
Νέο σημείο αναφοράς για τους Ευρωπαίους ρυθμιστές
Η συμφωνία στις ΗΠΑ μπορεί να αποτελέσει για τις ευρωπαϊκές αρχές τόσο σημείο αναφοράς όσο και πρόκληση. Η Τζούλια Σμάκμαν από το Ινστιτούτο Ada Lovelace εκτιμά, μιλώντας στο Open Democracy, ότι η αμερικανική υπόθεση μπορεί να ενισχύσει τα επιχειρήματα των Ευρωπαίων ρυθμιστών απέναντι στη Meta, ιδιαίτερα λόγω των μεγάλων οικονομικών συνεπειών που μπορεί να έχει η μη συμμόρφωση.
«Τόσο οι ρυθμιστικές παρεμβάσεις όσο και οι δικαστικές διαδικασίες μπορούν να δημιουργήσουν κίνητρα ώστε οι εταιρείες να λειτουργούν πιο υπεύθυνα, αρκεί οι οικονομικές συνέπειες να είναι αρκετά μεγάλες», ανέφερε.
Παρότι η υπόθεση έκλεισε με συμβιβασμό και όχι με δικαστική απόφαση, άρα δεν δημιουργεί νομικό προηγούμενο, η συμφωνία μπορεί να προσφέρει στις ευρωπαϊκές αρχές μια βάση πάνω στην οποία θα στηρίξουν αυστηρότερα μέτρα. Η Σμάκμαν επισημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη προτείνει μέτρα που ενδέχεται να ξεπερνούν τις προβλέψεις της αμερικανικής συμφωνίας, όπως η απενεργοποίηση λειτουργιών όπως το autoplay και το infinite scroll από προεπιλογή.
Η μεγάλη πρόκληση: Ένας ασφαλέστερος σχεδιασμός του διαδικτύου
Εν κατακλείδι, παρά τη σημασία της συμφωνίας, υπάρχουν ακόμη πολλά που πρέπει να γίνουν προκειμένου οι τεχνολογικές πλατφόρμες να καταστούν ασφαλέστερες, ιδιαίτερα για τα παιδιά.
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα παραμένει η αλλαγή των αλγόριθμων που διαμορφώνουν προτάσεις περιεχομένου, ώστε να δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα στα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των χρηστών και όχι μόνο στη βραχυπρόθεσμη συμπεριφορά τους.
Ο χρόνος που περνά ένα παιδί σε μια εφαρμογή είναι σημαντικός, αλλά εξίσου σημαντικό είναι και το τι περιεχόμενο του εμφανίζεται.
Για χρόνια, το επιχειρηματικό μοντέλο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης βασίστηκε στη μεγιστοποίηση του χρόνου και της προσοχής των χρηστών. Η νέα συμφωνία - όπως και οι παράλληλες δικαστικές υποθέσεις - δεν πρόκειται να οδηγήσει σε πλήρη εγκατάλειψη αυτού του μοντέλου. Ωστόσο, ενισχύοντας την πιθανότητα νέων δικαστικών προσφυγών και αυστηρότερων ρυθμίσεων κι αλλάζοντας παράλληλα τις οικονομικές προσδοκίες που συνδέονται με τις σημερινές πρακτικές των εταιρειών, δημιουργεί κίνητρα ώστε οι πλατφόρμες να μετατοπίσουν τον στόχο τους: από την ακραία χρήση και την αδιάκοπη παραμονή των χρηστών στις εφαρμογές, σε μια πιο ελεγχόμενη και ουσιαστική μορφή αλληλεπίδρασης.
Πηγή: Πρώτο Θέμα