Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
φ

Κυρίαρχο θέμα στον διεθνή Τύπο αυτή την εβδομάδα παραμένει η παράνομη επίθεση ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν και οι πολύπλευρες συνέπειές της στη διεθνή τάξη και στην παγκόσμια οικονομία.

Ο αποκλεισμός της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ, η άνοδος των τιμών της ενέργειας και η αδυναμία των ΗΠΑ να επιβάλουν την κυριαρχία τους μέσω στρατιωτικής ισχύος αποτελούν τους κεντρικούς άξονες σχολιασμού από την Ανατολή έως τη Δύση.

Δαιβάστε επίσης:  LIVE/ Τραμπ: Τελεσίγραφο 48 ωρών στο Ιράν για τα Στενά του Ορμούζ - «Σκληρή απάντηση» προαναγγέλλει η Τεχεράνη

Παράλληλα, ο Τύπος ασχολείται με την αναδυόμενη συζήτηση για τη διακυβέρνηση ενός μεταβατικού Ιράν, καθώς και με τις αμερικανικές βλέψεις στα ιρανικά πετρελαϊκά αποθέματα, κατ’ αναλογία προς το προηγούμενο της Βενεζουέλας.

Στο ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο, εξετάζονται η ασύμμετρη ναυτική τακτική του Ιράν ως πρότυπο σύγχρονης σύγκρουσης, η ανάδειξη εναλλακτικών ενεργειακών διαδρόμων μέσω της Ερυθράς Θάλασσας και η επιτάχυνση της πολυπολικής δυναμικής σε διεθνές επίπεδο.

Τέλος, σε εντελώς διαφορετικό τόνο, ο κουβανικός Τύπος διατυπώνει την επίσημη απάντηση της Αβάνας στην κλιμακούμενη αμερικανική πίεση, επικαλούμενος ιστορικά προηγούμενα διαλόγου και αρχές αμοιβαίας κυριαρχίας.

Ο Τύπος της Δύσης

Σε άρθρο γνώμης με τίτλο «Το Ιράν έσπειρε τρόμο για δεκαετίες και τώρα θερίζει τις συνέπειες», που δημοσιεύτηκε στους Washington Times στις 18 Μαρτίου, ο Joseph R. DeTrani επιχειρηματολογεί υπέρ της αναγκαιότητας της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου 2026, "ύστερα από δεκαετίες κρατικής τρομοκρατίας". Ο αρθρογράφος ανακαλεί σειρά επιθέσεων που αποδίδονται στην Τεχεράνη, μεταξύ των οποίων η βομβιστική επίθεση στην αμερικανική πρεσβεία στη Βηρυτό το 1983 (63 νεκροί), η επίθεση στους αμερικανικούς στρατώνες πεζοναυτών (241 Αμερικανοί νεκροί), καθώς και η βομβιστική επίθεση στο Νταχράν της Σαουδικής Αραβίας το 1996. Στο εσωτερικό μέτωπο, το καθεστώς καταστέλλει βάναυσα τις λαϊκές εξεγέρσεις: το 2009, το 2022, μετά τον θάνατο της Ζίνα Μαχσά Αμινί, και το 2026, όταν κατά τη διάρκεια μαζικών διαδηλώσεων αναφέρθηκαν πάνω από 30.000 νεκροί. Ο συγγραφέας εκφράζει επίσης "ανησυχία" για το πυρηνικό και βαλλιστικό πρόγραμμα του Ιράν και ζητά από τη νέα ηγεσία να εγκαταλείψει την υποστήριξη προς τη Χεζμπολάχ, τη Χαμάς, τους Χούθι και τις ιρακινές/συριακές πολιτοφυλακές. Κλείνει παραπέμποντας στην έκκληση του Πάπα Λέοντα ΙΔ΄ για επιστροφή στη διπλωματία και επανεπένδυση των πόρων στην ευημερία του ιρανικού λαού.

«Τι χαρακτηρίζει τις διμερείς σχέσεις Κούβας και Ηνωμένων Πολιτειών;» ήταν ο τίτλος της παρέμβασης του Jorge Legañoa, που δημοσιεύτηκε στην κουβανέζικη εφημερίδα Granma (ημερομηνία πρόσβασης: 19 Μαρτίου). Ο αρθρογράφος παρουσιάζει την επίσημη κουβανική οπτική για την κλιμακούμενη αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον. Απαριθμεί επτά άξονες που χαρακτηρίζουν τις σχέσεις των δύο χωρών: πρώτον, την ενίσχυση του οικονομικού, εμπορικού και χρηματοπιστωτικού αποκλεισμού, συμπεριλαμβανομένου ενεργειακού εμπάργκο· δεύτερον, τις πιέσεις για διακοπή των κουβανικών ιατρικών αποστολών στο εξωτερικό· τρίτον, τις έμμεσες επιθέσεις στον τουρισμό· τέταρτον, την αναστολή των εμβασμάτων από Κουβανούς της διασποράς· πέμπτον, την ανοχή απέναντι σε τρομοκρατικές ενέργειες εναντίον της Κούβας, οι οποίες οργανώνονται από αμερικανικό έδαφος· έκτον, τη χρηματοδότηση εκστρατειών παραπληροφόρησης· και, έβδομον, τη διάδοση αφηγήματος περί δήθεν μυστικών διαπραγματεύσεων με σκοπό την αποσταθεροποίηση. Ο συγγραφέας επικαλείται ιστορικά προηγούμενα διαλόγου —με τις κυβερνήσεις Κλίντον, Κάρτερ και Ομπάμα— για να υπογραμμίσει ότι η Αβάνα παραμένει ανοιχτή σε σοβαρό διάλογο, βασισμένο στην αμοιβαία κυριαρχία. Κλείνει με αναφορά στον πρόεδρο Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ και στην κυβερνητική στρατηγική αντίστασης, παραθέτοντας το πνεύμα του Χοσέ Μαρτί: «σχέδιο απέναντι σε σχέδιο».

Σε άρθρο γνώμης με τίτλο «Ο Τραμπ διδάσκεται τα όρια της αμερικανικής ισχύος – αλλά μαθαίνει αργά», που δημοσιεύθηκε στον Guardian στις 18 Μαρτίου από τον Rafael Behr, υποστηρίζεται ότι η αμερικανική επίθεση εναντίον του Ιράν, αντί να επιδείξει στρατιωτική υπεροχή, ανέδειξε τις αδυναμίες των ΗΠΑ. Το Ιράν ανταπέδωσε αποκλείοντας ουσιαστικά το Στενό του Ορμούζ για τη διεθνή ναυτιλία, ασκώντας έτσι ισχυρή πίεση στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας και πλήττοντας τελικά και τους ίδιους τους Αμερικανούς καταναλωτές. Ο Τραμπ αδυνατεί να κατανοήσει ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση δεν καταργείται με πυραύλους Τόμαχοκ. Ο Behr εντάσσει την αποτυχία αυτή σε ένα ευρύτερο πλαίσιο: ο ίδιος πρόεδρος είχε ηττηθεί ήδη στο εμπορικό μέτωπο, όταν η Κίνα του Σι Τζινπίνγκ απάντησε στους δασμούς της «Ημέρας Απελευθέρωσης» με περιορισμούς εξαγωγών σπάνιων γαιών, αναγκάζοντάς τον σε υποχώρηση. Ο Τραμπ αντιμετωπίζει επίσης την άρνηση του ΝΑΤΟ να εμπλακεί ναυτικά στον Κόλπο, ενώ η επίσκεψή του στο Πεκίνο αναβλήθηκε επ’ αόριστον. Ο αρθρογράφος καταλήγει ότι ο Τραμπ εφαρμόζει στον πόλεμο την ίδια αποτυχημένη λογική του «Η Αμερική Πρώτα», η οποία κατέρρευσε στο εμπόριο, χωρίς να έχει διδαχθεί τίποτε από τις προηγούμενες αποτυχίες του.

Ο Τύπος της Μέσης Ανατολής

Σε άρθρο με τίτλο «Θα υπάρξει αίμα: Έρχεται ο “εξορύκτης” Τραμπ για το πετρέλαιο του Ιράν;», που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα New Arab (ημερομηνία πρόσβασης: 20 Μαρτίου) από τον Mohammed Al-Badawi, αναλύεται η αναδυόμενη αποικιακή αφήγηση στην Ουάσιγκτον περί κατάληψης των ιρανικών πετρελαϊκών αποθεμάτων. Ο αρθρογράφος εντοπίζει ως πρότυπο την περίπτωση της Βενεζουέλας: μετά την πίεση που άσκησε η κυβέρνηση Τραμπ και την υποταγή της νέας προέδρου, Ντέλσι Ροντρίγκεζ, εξασφαλίστηκαν περίπου 200 εκατομμύρια δολάρια από πωλήσεις πετρελαίου, δίνοντας έτσι έναυσμα για ανάλογο σχεδιασμό έναντι του Ιράν. Στις 7 Μαρτίου, ο επικεφαλής του Συμβουλίου Ενεργειακής Κυριαρχίας του Λευκού Οίκου, Τζάρεντ Έιγκεν, δήλωσε ανοιχτά ότι στόχος είναι να αφαιρεθεί ο έλεγχος των ιρανικών αποθεμάτων από τα «χέρια των τρομοκρατών». Την επόμενη μέρα, ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ πρότεινε να εφαρμοστεί το «βενεζουελικό μοντέλο» στο Ιράν, σημειώνοντας ότι Βενεζουέλα και Ιράν μαζί κατέχουν το 31% των παγκόσμιων αποθεμάτων. Ο ίδιος ο Τραμπ, ερωτηθείς σχετικά, δεν απέκλεισε την κατάληψη ιρανικού πετρελαίου, χαρακτηρίζοντάς την, ωστόσο, «πρόωρη». Διαρροές αναφέρουν πιθανή ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων για την κατάληψη των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν.

Στο κύριο άρθρο γνώμης με τίτλο «Η συζήτηση για την “επόμενη μέρα” στο Ιράν μετατοπίζεται από την αλλαγή καθεστώτος στο ποιος θα κυβερνήσει», που δημοσιεύθηκε στη Jerusalem Post στις 19 Μαρτίου 2026, αναλύεται το επείγον ερώτημα για το τι θα ακολουθήσει μετά την ενδεχόμενη κατάρρευση της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν. Κεντρικό πρόσωπο στη συζήτηση είναι ο Ρεζά Παχλαβί, ο οποίος έχει προτείνει συγκεκριμένο σχέδιο μετάβασης —το λεγόμενο «Σχέδιο Ευημερίας του Ιράν»— που προβλέπει προσωρινό κυβερνητικό σώμα, αποκατάσταση της τάξης και άμεση διεξαγωγή δημοψηφίσματος και εκλογών. Το άρθρο υπογραμμίζει ότι η αλλαγή καθεστώτος χωρίς σαφές μεταβατικό πλαίσιο κινδυνεύει να επαναλάβει τις αποτυχίες που παρατηρήθηκαν στο Ιράκ και τη Λιβύη. Ωστόσο, εγείρονται σοβαρά ερωτήματα: το όνομα Παχλαβί φέρει αμφιλεγόμενες ιστορικές συνδηλώσεις εντός του Ιράν, ενώ η ορατότητα στη διασπορά δεν μεταφράζεται αυτόματα σε εσωτερική νομιμοποίηση και οργάνωση. Το άρθρο επισημαίνει επίσης ότι το Ισραήλ και οι ΗΠΑ μπορούν να διαμορφώσουν το στρατηγικό πλαίσιο αποδυνάμωσης του καθεστώτος, αλλά δεν μπορούν να καθορίσουν το πολιτικό μέλλον της Τεχεράνης. Το συμπέρασμα είναι ότι, όσο αμφισβητούμενο κι αν είναι το σχέδιο Παχλαβί, η ύπαρξή του αλλάζει τους όρους της συζήτησης, θέτοντας για πρώτη φορά, σε πρακτικό επίπεδο, το ερώτημα: αν όχι η Ισλαμική Δημοκρατία, τότε τι;

Ο Τύπος της Ασίας

Η αγγλόφωνη Asahi Shimbun δημοσίευσε στις 18 Μαρτίου το κύριο άρθρο γνώμης με τίτλο «Τα έθνη πρέπει να συνεργαστούν για να σταματήσουν την πλάνη των ΗΠΑ στη σύγκρουση με το Ιράν». Το άρθρο εξετάζει τις επιπτώσεις της σύγκρουσης ΗΠΑ-Ισραήλ-Ιράν στη διεθνή τάξη και στην παγκόσμια οικονομία. Η εξάπλωση των μαχών στις θαλάσσιες οδούς της περιοχής και η άνοδος των τιμών της ενέργειας επιδεινώνουν την παγκόσμια οικονομική κατάσταση. Ο νέος ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, δήλωσε τη συνέχιση του εικονικού αποκλεισμού του Στενού του Ορμούζ, ενώ οι ΗΠΑ βομβάρδισαν στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο νησί Χαρκ, αποκόπτοντας περίπου το 90% των εξαγωγών ιρανικού αργού πετρελαίου. Το άρθρο επικρίνει έντονα την ασαφή και ασταθή στρατηγική του προέδρου Τραμπ, ο οποίος δεν έχει ξεκαθαρίσει τους στόχους του πολέμου. Η ιαπωνική εφημερίδα εκφράζει ανησυχία για τη μεταφορά αμερικανικών αντιπυραυλικών συστημάτων από την Ανατολική Ασία στη Μέση Ανατολή, υποβαθμίζοντας την ασφάλεια της περιοχής. Καλεί την Ιαπωνία να αναλάβει πρωτοβουλία, να αξιοποιήσει τους διπλωματικούς δεσμούς της με το Ιράν και να συνεργαστεί με την Ευρώπη και τις αναπτυσσόμενες χώρες για ψήφισμα κατάπαυσης του πυρός στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, επαναφέροντας στο επίκεντρο της ιαπωνικής εξωτερικής πολιτικής τις αξίες του πολυμερισμού.

Η ανάλυση «Λύση μέσω Ερυθράς Θάλασσας; Δεξαμενόπλοια με προορισμό την Κίνα αξιοποιούν το σαουδαραβικό σχέδιο παράκαμψης του Στενού του Ορμούζ», που δημοσιεύθηκε στο South China Morning Post στις 18 Μαρτίου από την Carol Yang, εξετάζει τις εναλλακτικές οδούς μεταφοράς αργού πετρελαίου υπό τις συνθήκες της τρέχουσας σύγκρουσης ΗΠΑ-Ισραήλ-Ιράν. Η Σαουδική Αραβία ενεργοποίησε το εναλλακτικό της σχέδιο, εκτρέποντας εξαγωγές πετρελαίου μέσω του λιμανιού Γιάνμπου, στην Ερυθρά Θάλασσα, αξιοποιώντας τον αγωγό Ανατολής-Δύσης, χωρητικότητας 7 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως, ώστε να παρακαμφθούν τα τερματικά εξαγωγών του Περσικού Κόλπου. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί το δεξαμενόπλοιο New Vista της China Merchants Energy Shipping, το οποίο, αφού απέφυγε τη διέλευση από το Στενό του Ορμούζ —όπου, στις αρχές Μαρτίου, τουλάχιστον τρία πλοία χτυπήθηκαν από βλήματα, με νεκρούς και τραυματίες— φόρτωσε πετρέλαιο στο Γιάνμπου και κατευθύνεται πλέον προς την Κίνα. Σύμφωνα με αναλυτές, η διαδρομή αυτή μπορεί να απορροφήσει σημαντικό μέρος των κινεζικών αναγκών, καθώς η Κίνα αποτελεί τον μεγαλύτερο πελάτη της Saudi Aramco. Ωστόσο, προειδοποιούν ότι η χωρητικότητα της εναλλακτικής οδού παραμένει περιορισμένη και ότι οι κίνδυνοι ασφαλείας στην περιοχή εξακολουθούν να είναι υψηλοί, καθιστώντας τη λύση αυτή μερική μόνο αντιστάθμιση των διαταραχών στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας.

Ο Τύπος της Ρωσίας και της Ουκρανίας

Το άρθρο «Η μάχη για έναν πολυπολικό κόσμο», που δημοσιεύθηκε στην Izvestia στις 18 Μαρτίου από τον Nikolai Marchenko, υποστηρίζει ότι η αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση στο Ιράν, αντί να αποδυναμώσει τη Ρωσία και την Κίνα, επιταχύνει τον κατακερματισμό της δυτικής συμμαχίας και ενισχύει τις θέσεις τους στο διεθνές σύστημα. Ο συγγραφέας αναγνωρίζει ότι η κρίση ενέργειας πλήττει κυρίως το Πεκίνο ως κύριο εισαγωγέα ιρανικού πετρελαίου· ωστόσο, τονίζει ότι η Μόσχα αντισταθμίζει αυτή την πίεση με αδιάλειπτες προμήθειες πετρελαίου σε προσιτές τιμές, ενώ το Ιράν δεν εμποδίζει τη διέλευση πλοίων φιλικών χωρών από το Στενό του Ορμούζ. Ο Marchenko επισημαίνει ότι η στρατιωτική μηχανή των ΗΠΑ δεν κατάφερε να επιφέρει αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν, ενώ χώρες όπως το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία εκφράζουν αυξανόμενη δυσαρέσκεια. Παράλληλα, Ευρωπαίοι ηγέτες κρατούν αποστάσεις, με εξαίρεση την επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλλας, η οποία αρνήθηκε την αποστολή ναυτικών δυνάμεων στον Ορμούζ. Ο αρθρογράφος καταλήγει ότι η αρχιτεκτονική του πολυπολικού κόσμου παραμένει εύθραυστη και ότι η τεχνολογική και επενδυτική συνεργασία Ρωσίας-Κίνας αποτελεί τον κρίσιμο επόμενο πυλώνα της στρατηγικής τους εταιρικής σχέσης.

Η παρέμβαση «Το Ιράν κάνει στις ΗΠΑ ό,τι έκανε η Ουκρανία στη Ρωσία — η Ουάσιγκτον δεν έμαθε το μάθημα», που δημοσιεύθηκε στο Euromaidan Press στις 18 Μαρτίου από τον Igor Kossov, αναλύει πώς το Ιράν εφαρμόζει ασύμμετρη ναυτική τακτική κατά των ΗΠΑ, αξιοποιώντας αρχές που πρωτοεφάρμοσε η Ουκρανία εναντίον της Ρωσίας στη Μαύρη Θάλασσα. Παρά την κατεστραμμένη συμβατική ναυτική του δύναμη, το Ιράν κατάφερε να αποκλείσει το 20% των παγκόσμιων θαλάσσιων μεταφορών πετρελαίου χρησιμοποιώντας αντιπλοϊκούς πυραύλους, ναυτικά drones και ταχύπλοα, καθιστώντας τον αμερικανικό αεροναυτικό κολοσσό αδύναμο να αντιδράσει αποτελεσματικά. Ο συγγραφέας τονίζει ότι οι ΗΠΑ δεν αφομοίωσαν τα διδάγματα της ουκρανικής εμπειρίας, παρά τις σχετικές επιδείξεις σε ασκήσεις του ΝΑΤΟ ανοικτά της Πορτογαλίας, όπου ουκρανικά σκάφη-drones «βύθισαν» νατοϊκή φρεγάτα χωρίς να εντοπιστούν. Στρατιωτικοί αναλυτές, όπως ο Omar Ashour του Πανεπιστημίου του Έξετερ, προειδοποιούν ότι το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη πυραυλικής ισχύος αλλά η αδυναμία προσαρμογής σε νέες μορφές πολέμου. Παράλληλα, εντατικοποιείται διεθνώς η ζήτηση για ουκρανικά ναυτικά drones, τα οποία εξετάζονται για χρήση στο Στενό του Ορμούζ τόσο για την προστασία δεξαμενόπλοιων όσο και για την άσκηση ασύμμετρης πίεσης κατά του Ιράν. Το κεντρικό συμπέρασμα παραμένει εύγλωττο: «φθηνό, επεκτάσιμο και πολυεπίπεδο νικά το ακριβό, εκλεπτυσμένο και πεπερασμένο».