Τι θα συνέβαινε αν ένα σχολείο δεν ξεκινούσε από την ερώτηση «πόση ύλη πρέπει να προλάβει το παιδί;», αλλά εστίαζε σε ποια ηλικία είναι έτοιμο το παιδί να συναντήσει κάθε μορφή γνώσης;
Αυτός είναι ο πυρήνας της φιλοσοφίας του Michael Hall Waldorf School, στο Forest Row του East Sussex, ενός σχολείου που ιδρύθηκε το 1925, ακολουθώντας την παιδαγωγική παράδοση Waldorf, η οποία ξεκίνησε το 1919 στη Στουτγάρδη από τον Rudolf Steiner.
Σύμφωνα με την εκπαιδευτική προσέγγιση που ακολουθείται, στην προσχολική ηλικία κυριαρχούν το παιχνίδι, η κίνηση, η εξερεύνηση, η καλλιέργεια των δεξιοτήτων αλλά και η φύση, ενώ όσο το παιδί μεγαλώνει, οι ακαδημαϊκές απαιτήσεις αυξάνουν, μέχρι το επίπεδο των GCSE και των A-Levels.
Σήμερα, το Michael Hall έχει περισσότερους από 400 μαθητές. Η φιλοσοφία του συνοψίζεται σε τέσσερις λέξεις: Purpose – Balance – Connection – Imagination: σκοπός, ισορροπία, σύνδεση και φαντασία.
Δεν πρόκειται, επομένως, για ένα συμβατικό σχολείο στο οποίο απλώς προστέθηκαν περισσότερες ώρες τέχνης, μουσικής ή δραστηριοτήτων. Η εκπαίδευση δεν αντιμετωπίζεται ως συσσώρευση πληροφοριών, αλλά ως διαδικασία διαμόρφωσης ενός ολοκληρωμένου ανθρώπου.
Η προσέγγιση στη μάθηση
Το παιδί πρέπει να έχει χρόνο να είναι «παιδί», η μεγαλύτερη ελευθερία βρίσκεται στα πρώτα χρόνια.
Στο Early Childhood, από τη βρεφική ηλικία μέχρι περίπου τα έξι, το παιδί μαθαίνει μέσα από το παιχνίδι, την κίνηση, την εξερεύνηση και τη σχέση με τη φύση. Οι χώροι είναι διαμορφωμένοι με φυσικά υλικά και παιχνίδια ανοικτού τύπου, τα οποία δεν υπαγορεύουν έναν συγκεκριμένο τρόπο χρήσης. Το παιδί καλείται να χρησιμοποιήσει τη φαντασία του.
Στο Kindergarten η φύση γίνεται ουσιαστικά μια δεύτερη τάξη, ενώ στο Forest Kindergarten το πρόγραμμα μπορεί να πραγματοποιείται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε εξωτερικό χώρο.
Η τυπική ακαδημαϊκή εκπαίδευση ξεκινά στην Class 1, όταν το παιδί είναι περίπου επτά ετών.
Η επιλογή αυτή είναι συνειδητή: η προσχολική ηλικία δεν αντιμετωπίζεται ως μια μικρότερη εκδοχή του δημοτικού, αλλά ως διαφορετική αναπτυξιακή φάση. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το σχολείο παραμένει «χαλαρό» όσο μεγαλώνει το παιδί.
Από το παιχνίδι στη συγκέντρωση
Με την είσοδο στην Class 1 αλλάζει σταδιακά και ο τρόπος μάθησης. Ένα από τα χαρακτηριστικότερα στοιχεία του Michael Hall είναι το Main Lesson. Κάθε πρωί, οι μαθητές αφιερώνουν περίπου δύο ώρες σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, το οποίο μπορεί να παραμένει στο επίκεντρο για τρεις ή τέσσερις εβδομάδες. Δεν περνούν δηλαδή από ένα μάθημα στο άλλο κάθε 45 ή 50 λεπτά, αλλά έχουν χρόνο να εμβαθύνουν.
Το αντικείμενο μπορεί να είναι τα Μαθηματικά, η Ιστορία, η Γεωγραφία, η Βιολογία, η Φυσική ή ένα ευρύτερο θέμα που προσεγγίζεται διεπιστημονικά. Η λογική δεν είναι να μειωθεί η ύλη, αλλά να περιοριστεί η αποσπασματικότητα και να δοθεί χώρος για βαθύτερη κατανόηση.
Παράλληλα, τα παιδιά αρχίζουν να αποκτούν όλο και περισσότερες δεξιότητες και γνώσεις. Η ζωγραφική, η μουσική, η χειροτεχνία και η κίνηση εξακολουθούν να έχουν θέση, αλλά συνυπάρχουν με μια όλο και πιο συστηματική ακαδημαϊκή εκπαίδευση.
Το χέρι, η τέχνη και η φύση ως τρόποι μάθησης
Πλέξιμο, ράψιμο, κροσέ, ξυλογλυπτική, ξυλουργική, κεραμική, καλαθοπλεκτική, βιβλιοδεσία και μεταλλοτεχνία αποτελούν μέρος της εκπαιδευτικής διαδρομής. Η φιλοσοφία είναι ότι η πρακτική εργασία καλλιεργεί συγκέντρωση, ακρίβεια, υπομονή, σχεδιασμό και επίλυση προβλημάτων.
Το ίδιο ισχύει για την τέχνη. Η ζωγραφική, η μουσική, το θέατρο και η ευρυθμία δεν θεωρούνται δευτερεύοντα μαθήματα. Παραμένουν μέρος του προγράμματος ακόμη και όταν οι ακαδημαϊκές απαιτήσεις αυξάνονται και αποτελούν μέρος της συνολικής βασικής εκπαίδευσης.
Η ευρυθμία, για παράδειγμα, συνδέει τη μουσική και τον προφορικό λόγο με την κίνηση, ενώ η μουσική και η καλλιτεχνική εκπαίδευση διατρέχουν τη σχολική διαδρομή.
Το μήνυμα είναι σαφές: δεν υπάρχουν μαθήματα πρώτης και δεύτερης κατηγορίας επειδή άλλα εξετάζονται και άλλα όχι.
Η θέση του Michael Hall, δίπλα στο Ashdown Forest, δεν είναι απλώς ένα όμορφο χαρακτηριστικό του σχολείου. Η φύση αποτελεί μέρος της παιδαγωγικής του και λειτουργεί ως καθημερινό εργαλείο μάθησης. Οι μαθητές κάνουν μαθήματα σε εξωτερικούς χώρους, ασχολούνται με κηπουρική και, στην Class 3, αφιερώνουν μία ημέρα την εβδομάδα στη βιοδυναμική γεωργία, καλλιεργώντας σιτάρι και λαχανικά και χρησιμοποιώντας στη συνέχεια τη σοδειά τους για ένα γεύμα της σχολικής κοινότητας. Το παιδί μαθαίνει έτσι όχι μόνο μέσα από το βιβλίο, αλλά και μέσα από την ίδια την πράξη.
Όσο για τα περισσότερο απαιτητικά γνωστικά αντικείμενα, το Michael Hall δεν είναι σχολείο χωρίς ακαδημαϊκές απαιτήσεις.
Τα Μαθηματικά αποτελούν βασικό μέρος του προγράμματος, ενώ η Βιολογία εισάγεται από την Class 4, η Φυσική από την Class 6 και η Χημεία από την Class 7. Η διαφορά βρίσκεται στη μέθοδο αφού η έμφαση στην τέχνη, στη φαντασία και στη βιωματική μάθηση δεν σημαίνει λιγότερη ακαδημαϊκή γνώση.
Ειδικότερα, η επιστήμη ξεκινά από την παρατήρηση και το πείραμα. Τα παιδιά ενθαρρύνονται να ανακαλύπτουν, να ερευνούν και να κατανοούν τη λογική της επιστημονικής μεθόδου. Καταβάλλεται, δηλαδή, προσπάθεια να γίνει η επιστήμη περισσότερο βιωματική - στις μικρότερες τάξεις, η επιστήμη παρουσιάζεται περισσότερο μέσα από Main Lessons, παρατήρηση και πειραματισμό. Οι μαθητές ενθαρρύνονται να ανακαλύπτουν και να παρατηρούν οι ίδιοι, εξοικειωνόμενοι σταδιακά με τη λογική της επιστημονικής μεθόδου. Στις μεγαλύτερες τάξεις, όμως, η ακαδημαϊκή απαίτηση γίνεται σαφώς εντονότερη και οδηγεί κανονικά σε εξετάσεις και πιστοποιήσεις.
Το ίδιο συμβαίνει με τις ξένες γλώσσες. Γερμανικά και Ισπανικά ξεκινούν από την Class 1, αρχικά μέσα από τραγούδι, απαγγελία, συνομιλία και θέατρο – πάντα με έμφαση στα προφορικά αρχικά ενώ αργότερα η διδασκαλία γίνεται πιο συστηματική.
Η εκπαίδευση ακολουθεί την ηλικία
Η βαθύτερη ιδέα της Waldorf παιδαγωγικής, είναι ότι η ύλη πρέπει να συναντά το παιδί στο αναπτυξιακό στάδιο, στο οποίο βρίσκεται.
Στις πρώτες τάξεις κυριαρχούν η εικόνα, η αφήγηση και η ιστορία. Καθώς το παιδί μεγαλώνει, ενισχύονται η λογική σκέψη και η ανεξάρτητη κατανόηση. Στις τάξεις 6-8, η μετάβαση γίνεται ακόμη πιο καθαρή: από τον μύθο στην Ιστορία, από την αφήγηση στις φυσικές επιστήμες και από την τοπική πραγματικότητα στη γεωγραφία του κόσμου.
Αργότερα ενισχύεται η λογική σκέψη και η ανεξάρτητη κατανόηση του κόσμου.
Αργότερα, στην εφηβεία, τα παιδιά καλούνται να αντιμετωπίσουν όλο και πιο σύνθετα γνωστικά και ηθικά ερωτήματα, που δεν χωρούν εύκολα σε ένα διαγώνισμα: Τι είναι αλήθεια; Τι είναι δικαιοσύνη; Ποιο είναι το νόημα της ζωής μου; Πώς μπορώ να κάνω τη διαφορά;
Παράλληλα προετοιμάζονται για τις απαιτήσεις της ανώτερης εκπαίδευσης.
Η αλλαγή γίνεται ακόμη πιο αισθητή στο Upper School. Οι μαθητές παρακολουθούν κανονικά GCSE και A-Level μαθήματα. Περίπου το μισό εβδομαδιαίο πρόγραμμα αποτελείται από αυτά τα ακαδημαϊκά μαθήματα. Το υπόλοιπο εξακολουθεί να περιλαμβάνει Main Lessons, τέχνη, μουσική, ευρυθμία, φυσική αγωγή, χειροτεχνίες, Ethics και εκπαιδευτικές εκδρομές.
Με άλλα λόγια, η Waldorf φιλοσοφία δεν εγκαταλείπεται όταν φτάνουν οι εξετάσεις, αλλά οι εξετάσεις αποτελούν πλέον σημαντικό μέρος της εκπαιδευτικής διαδρομής. Παράλληλα, το Michael Hall χρησιμοποιεί και αξιολόγηση μέσω portfolio, ώστε να αξιολογούνται μαζί με τις γνώσεις και στοιχεία όπως η δημιουργικότητα, η συνεργασία, η επικοινωνία, η επίλυση προβλημάτων και η κριτική σκέψη.
Η εκπαίδευση ακολουθεί, με αυτή την έννοια, την ωρίμανση του παιδιού.
«Δεν είχαμε homework»
Η Ειρήνη φοίτησε στο Michael Hall από το νηπιαγωγείο έως το τέλος του δημοτικού. Αν και στη συνέχεια, εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, σήμερα ετοιμάζεται να επιστρέψει στην Αγγλία – ως φοιτήτρια πλέον.
Μόνο θετικά αποτιμά την εμπειρία της από τη φοίτηση στο συγκεκριμένο σχολείο ενώ μοιράζεται με το protothema.gr τις αναμνήσεις της: «Θυμάμαι ότι το σχολείο δεν επέτρεπε μάρκες – δεν γινόταν να έρθεις με ρούχα που να φαίνεται το logo μίας εταιρείας, κάτι που να δείχνει ότι έχεις πολλά χρήματα, δηλαδή. Είχαμε ειδικό dress code, έπρεπε να φοράμε απλά ρούχα».
Περιορισμούς έθετε το σχολείο, επίσης, αναφορικά με την καθημερινότητα των παιδιών στο σπίτι: «Αν και φυσικά δεν υπήρχε έλεγχος, υπήρχε η κατεύθυνση από το Michael Hall να μην βλέπουμε τηλεόραση στο σπίτι, να μην έχουμε κινητό, ούτε να τρώμε ζάχαρη».
Επιπλέον, ξεχωρίζει την απουσία homework: «Μετά τα μαθήματα του σχολείου, δεν είχαμε ποτέ εργασίες. Υποστήριζαν ότι τα παιδιά πρέπει να παίζουν, τουλάχιστον μέχρι τα 11. Κάναμε τις εργασίες μας στο σχολείο».
Η τέχνη κατελάμβανε σημαντικό μέρος της σχολικής ζωής: «Έδιναν ιδιαίτερη έμφαση στα καλλιτεχνικά – ζωγραφική, θέατρο, μουσική. Στη γυμναστική είχαμε και αναρρίχηση… Μαθήματα μουσικής, που έπρεπε το λιγότερο να παίζεις βιολί και φλογέρα – ήταν υποχρεωτικά μαθήματα».
Η σχολική ημέρα, πάντως, κάθε άλλο παρά μικρή ήταν: «Κάναμε διαφορετικά πράγματα κάθε μέρα, ενώ το συνηθισμένο πρόγραμμα ήταν περίπου 8 ώρες - τελειώναμε κατά τις 3.30».
Μέχρι την Ε΄ Δημοτικού δεν υπήρχαν τεστ και τα γραπτά δεν διορθώνονταν με τον συμβατικό τρόπο:
«Δεν μας διόρθωναν ποτέ μέχρι την Πέμπτη δημοτικού, ούτε είχαμε ποτέ τεστ μέχρι την Ε’ δημοτικού. Από εκεί και μετά, αυτό άλλαζε – χωρίς όμως να εγκαταλείπεται η εκπαιδευτική φιλοσοφία του σχολείου. Επίσης, δεν μας δίδασκαν δάσκαλοι! Στο Michael Hall μπορούσε να σου κάνει μάθημα ένας ζωγράφος, για παράδειγμα, αφού προηγουμένως είχε εκπαιδευτεί επάνω στη συγκεκριμένη παιδαγωγική μέθοδο. Να σημειώσω, ότι ήταν ένα σχολείο που προτιμούσαν αρκετοί διάσημοι, όπως η Kate Blanchet ή ο Sting – μάλιστα μετακόμιζαν στο Forest Row για κάποια χρόνια, ώστε να μπορούν να πάνε τα παιδιά τους στο σχολείο αυτό».
Από τη σχολική της εμπειρία, θυμάται, επίσης, τη διεθνή σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού – άλλωστε, λειτουργούσε και οικοτροφείο για όσα παιδιά έρχονταν από το εξωτερικό χωρίς τις οικογένειές τους, τα ξεχωριστά κτήρια για μουσική, θέατρο, γυμναστική και καλλιτεχνικά, καθώς και τις τάξεις που δεν υπερέβαιναν τους 20 μαθητές. Βέβαια, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, η αλλαγή ήταν ιδιαίτερα αισθητή: «Μετά, συνέχισα σε συμβατικό σχολείο – “άλλη φάση” εδώ… ανώμαλη η προσγείωση…».
Τι κράτησε τελικά από το Michael Hall;
«Θα έλεγα ότι με έχει βοηθήσει πάρα πολύ με τη φαντασία. Μου έρχονται πολλές ιδέες, έχω μάθει να γράφω πολύ καλές εκθέσεις και γενικά, μου αρέσει που έχω δοκιμάσει πιάνο, έχω παίξει βιολί. Έμαθα να βρίσκομαι κοντά στη φύση. Κάτι σημαντικό για τις συναναστροφές μου, είναι πως έμαθα να έχω αυτοσεβασμό, να δείχνω αγάπη στον εαυτό μου και εμπιστοσύνη στις ικανότητές μου».
Θα επέλεγε το ίδιο σχολείο για τα δικά της παιδιά αργότερα; «Ναι, σίγουρα», καταλήγει.
Πηγή: protothema.gr