Οι προσφεύγοντες είναι Βούλγαροι υπήκοοι που εργάζονταν για μια ιδιωτική εταιρία-πάροχο διαδυκτιακών υπηρεσιών, με έδρα τη Βάρνα.
Στις 18 Ιουνίου 2008, ένοπλοι μασκοφόροι αστυνομικοί εισέβαλαν στα γραφεία της εταιρίας, υποχρέωσαν τους πέντε παρευρισκόμενους να ξαπλώσουν στο έδαφος, κατέστρεψαν τα γραφεία και έκαναν χρήση ηλεκτροσόκ επάνω τους, προκειμένου να αποσπάσουν μαρτυρία για το πού βρίσκονταν το λογισμικό της εταιρίας που ήθελαν να κατάσχουν.
Μετά από καταγγελία που υπέβαλαν οι προσφεύγοντες, διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση αλλά, τον Οκτώβριο του 2008, οι εισαγγελικές Αρχές αποφάσισαν να μην ασκηθεί δίωξη κατά των αστυνομικών που ενεπλάκησαν στην υπόθεση, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι εργαζόμενοι είχαν παρακούσει τις εντολές των αξιωματικών να ξαπλώσουν στο έδαφος και να μην αγγίξουν τίποτα.
Αυτή η απόφαση επικυρώθηκε σε δεύτερο βαθμό, τον Απρίλιο του 2009 αλλά τα θύματα των αστυνομικών βιαιοπραγιών κατέφυγαν στο ΕΔΑΔ την 1η Σεπτεμβρίου 2009, υποστηρίζοντας ότι στην περίπτωσή τους είχε παραβιασθεί το άρθρο 3 της Σύμβασης Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που απαγορεύει την απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση.
Το Δικαστήριο έκανε δεκτούς τους ισχυρισμούς τους, καταδίκασε τη Βουλγαρία για απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση και την υποχρέωσε να καταβάλλει, από 2.500 ευρώ για ηθική βλάβη, στους τρεις από τους πέντε προσφεύγοντες (Καμέλια Ντέκοβα, Γκεόργκι Κόσεφ και Πάβελ Τσέκοφ).