- 2-3 χρόνια θα κρατήσει η εκπαίδευση των μαχητών
- Κλιμακώνονται οι αεροπορικές επιδρομές με στόχο θέσεις των τζιχαντιστών στη Συρία
- 5.000 άνδρες είναι μόνο η αρχή της διαδικασίας
- 7 ως 10 εκατομμύρια δολάρια την ημέρα κοστίζουν οι επιχειρήσεις στο Ιράκ
- Στο 1 δις δολάρια το κόστος του πολέμου στο Αφγανιστάν
Το Συριακό Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ανέφερε πως τα πλήγματα είχαν στόχο θέσεις της αποσχισθείσας από την Αλ Κάιντα οργάνωσης στην περιοχή Χάμαντ, στο ερημικό τμήμα της κεντρικής επαρχίας Χομς.
Στόχους αποτέλεσαν επίσης στην περιοχή εγκαταστάσεις του συνδεόμενου με την Αλ Κάιντα Μετώπου αλ Νούσρα, σύμφωνα με την εδρεύουσα στη Βρετανία οργάνωση. Δεν αναφέρθηκαν απώλειες.
Εξάλλου, οι ΗΠΑ και οι άραβες σύμμαχοί τους ενέτειναν τα αεροπορικά πλήγματα εναντίον του προπυργίου του Ισλαμικού Κράτους στη βορειοανατολική επαρχία Ράκα, ανέφερε το Παρατηρητήριο.
31 ισχυρές εκρήξεις στη Ράκα και στα περίχωρά της
Ακούστηκαν τουλάχιστον 31 ισχυρές εκρήξεις στη Ράκα και στα περίχωρά της ως αποτέλεσμα του βομβαρδισμού, σύμφωνα με την οργάνωση.
Πολεμικά αεροσκάφη της συμμαχίας των ΗΠΑ και αραβικών κρατών επέδραμαν σήμερα πάνω από χωριά κοντά στην κουρδική πόλη Κομπάνι η οποία πολιορκείται από το Ισλαμικό Κράτος εδώ και περισσότερο από μία εβδομάδα, ανέφερε το Παρατηρητήριο.
Τα πλήγματα είχαν στόχο να εμποδιστεί η προέλαση των τζιχαντιστών στην Κομπάνι κοντά στα σύνορα με την Τουρκία. Το Ισλαμικό Κράτος έχει ήδη καταλάβει δεκάδες χωριά γύρω από την Κομπάνι προκαλώντας μαζική έξοδο των κατοίκων προς την Τουρκία.
Οι ΗΠΑ και οι άραβες εταίροι τους ξεκίνησαν προχθές αεροπορική εκστρατεία εναντίον της οργάνωσης των τζιχαντιστών η οποία έχει καταλάβει σημαντικά εδάφη στη Συρία τους τελευταίους μήνες.
Οι βάσεις του Ισλαμικού Κράτους στο Ιράκ αποτελούν επίσης στόχο αμερικανικών και γαλλικών μαχητικών.
Η εδαφική επέκταση της τρομοκρατικής οργάνωσης στη Συρία και στο Ιράκ έχει προκαλέσει φόβους στη διεθνή κοινότητα για την ανάδυση ενός περιφερειακού θύλακα τζιχαντιστών.
Χθες, οι βρετανοί βουλευτές ψήφισαν με μεγάλη πλειοψηφία υπέρ της ένταξης στην υπό την ηγεσία των ΗΠΑ αεροπορική εκστρατεία εναντίον του Ισλαμικού Κράτους στο Ιράκ.
Η κυβέρνηση του Ιράκ έχει ζητήσει εξωτερική στρατιωτική υποστήριξη για την εκδίωξη των τζιχαντιστών.
Στο μεταξύ, η Συρία, στην οποία μαίνεται εμφύλιος πόλεμος εδώ και περισσότερα από τρία χρόνια, έχει πει πως μια στρατιωτική επέμβαση στο έδαφός της θα θεωρηθεί επιθετική ενέργεια.
Στο μεταξύ μια δύναμη της συριακής αντιπολίτευσης περίπου 12.000 με 15.000 ανδρών, που θα λάβει την υποστήριξη της Δύσης, θα χρειαστεί για να ανακτήσει τις περιοχές της ανατολικής Συρίας που ελέγχονται από το ΙΚ, εκτίμησε χθες ανώτερος αμερικανός αξιωματικός.
Το Πεντάγωνο ανακοίνωσε ότι οι ομάδες του που θα κάνουν τις εκτιμήσεις έχουν ήδη φτάσει στη Σαουδική Αραβία για να συνδράμουν στην εκπόνηση ενός σχεδίου υπό την αιγίδα των ΗΠΑ, το οποίο θα προβλέπει την εκπαίδευση στη χώρα περισσότερων από 5.000 μαχητών της συριακής αντιπολίτευσης κατά τον πρώτο χρόνο εφαρμογής του.
5.000 άνδρες είναι μόνο η αρχή της διαδικασίας
Ελπίδα είναι ότι μια καλά εξοπλισμένη και οργανωμένη δύναμη της συριακής αντιπολίτευσης θα μπορέσει να εκμεταλλευτεί τα αεροπορικά πλήγματα του υπό τις ΗΠΑ διεθνούς συνασπισμού στη Συρία εναντίον του ΙΚ.
Ο στρατηγός Μάρτιν Ντέμπσεϊ, ο επικεφαλής του γενικού επιτελείου στρατού των ΗΠΑ, προειδοποίησε πάντως ότι οι 5.000 άνδρες είναι μόνο η αρχή της διαδικασίας για τη νίκη ενάντια στους τζιχαντιστές.
«Πέντε χιλιάδες δεν ήταν ποτέ το τελικό νούμερο (…) Πιστεύουμε ότι θα χρειαστούν 12.000 με 15.000 για να ανακτηθεί το χαμένο έδαφος στην ανατολική Συρία», είπε ο Ντέμπσεϊ στη διάρκεια συνέντευξης Τύπου.«Πρέπει να το κάνουμε σωστά, όχι γρήγορα», υπογράμμισε.
Το Κογκρέσο έδωσε την περασμένη εβδομάδα προσωρινή έγκριση στο σχέδιο του Πενταγώνου να εκπαιδεύσει μέλη της μετριοπαθούς αντιπολίτευσης της Συρίας. Το σχέδιο αυτό αναμένεται να κοστίσει 500 εκατομμύρια δολάρια τον πρώτο χρόνο.
2-3 χρόνια θα κρατήσει η εκπαίδευση των μαχητών
Ο εκπρόσωπος του Ντέμπσεϊ εξήγησε ότι η εκτίμηση των 12.000 με 15.000 ανδρών έγινε με δεδομένο ότι θα χρειαστεί μια περίοδος δύο με τριών ετών για την εκπαίδευση των μαχητών.
Ο επικεφαλής του γενικού επιτελείου στρατού των ΗΠΑ σημείωσε ότι για να είναι επιτυχημένη η προσπάθεια αυτή, η υποστηριζόμενη από τη Δύση συριακή αντιπολίτευση θα χρειαστεί όχι μόνο να εκλέξει ηγέτες, αλλά να αποκτήσει και «μια πολιτική δομή στην οποία θα μπορέσει να προσκολληθεί και να λογοδοτεί σε αυτή». «Και αυτό θα χρειαστεί κάποιο χρόνο», πρόσθεσε. Εξάλλου τα αεροπορικά πλήγματα στο Ιράκ και τη Συρία εναντίον του ΙΚ αναμένεται να κοστίσουν περισσότερα από 1 δισεκατομμύριο δολάρια τον μήνα στην Ουάσινγκτον, ένα ποσό που πάντως είναι πολύ μικρότερο από αυτό που απαιτήθηκε για την εκστρατεία στο Αφγανιστάν.
7 ως 10 εκατομμύρια δολάρια την ημέρα κοστίζουν οι επιχειρήσεις στο Ιράκ
Ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας Τσακ Χέιγκελ εκτίμησε χθες ότι οι επιχειρήσεις που διεξάγονται στο Ιράκ από τις 8 Αυγούστου και στη Συρία από την Τρίτη κοστίζουν στις ΗΠΑ «από 7 ως 10 εκατομμύρια δολάρια την ημέρα», και πρόσθεσε ότι θα ζητήσει «επιπλέον χρηματοδότηση» από το Κογκρέσο εφόσον αυτές συνεχιστούν.
Όμως και οι στρατιωτικοί αναγνωρίζουν ότι αυτή η εκτίμηση είναι συντηρητική. Ο στρατηγός Ντέμπσεϊ προέβλεψε ότι στο μέλλον θα υπάρξουν «προβλήματα στον προϋπολογισμό».
Αν ληφθούν υπόψη τα αεροπορικά πλήγματα στη Συρία, η χρήση εξελιγμένου αμυντικού εξοπλισμού και το κόστος μιας μικρής μονάδας αμερικανών στρατιωτών στο Ιράκ το ποσό ενδέχεται να ξεπεράσει, σύμφωνα με κάποιους ειδικούς, τα 10 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο.
Στο 1 δις δολάρια το κόστος του πολέμου στο Αφγανιστάν
Κατά την πρώτη νύχτα των αεροπορικών πληγμάτων στη Συρία εναντίον θέσεων του ΙΚ, την Τρίτη, οι ΗΠΑ έριξαν 47 πυραύλους Τόμαχοκ και ανέπτυξαν πολλά βομβαρδιστικά αεροσκάφη F-22 Raptor. Κάθε πύραυλος κοστίζει περίπου 1,5 εκατομμύριο δολάρια, ενώ κάθε ώρα πτήσης ενός F-22 περίπου 68.000 δολάρια.
Πάντως το κόστος του πολέμου του Αφγανιστάν ανέρχεται ακόμη και σήμερα σε ένα δισεκατομμύριο δολάρια την εβδομάδα. Η επέμβαση στο Ιράκ το 2003 και η παραμονή των αμερικανικών δυνάμεων στη χώρα ως το 2011 κόστισαν περισσότερο από ένα τρισεκατομμύριο δολάρια συνολικά, σύμφωνα με ανεξάρτητες εκτιμήσεις.