Του Θησέα Ιωάννου
Η σκλαβωμένη γενέτειρα του αποτελεί από σήμερα την τελευταία κατοικία του Γιαννάκη Σαββα Λιασή του οποίου χάθηκαν τα ίχνη κατά την τουρκική εισβολή του 1974.
Πρόκειται για τον πρώτο αγνοούμενο που κηδεύεται στα κατεχόμενα στην παρουσία μάλιστα των γονιών του που ανέμεναν να μάθουν για το παιδί τους εγκλωβισμένοι στην Αγία Τριάδα της Γιαλούσας.
Λίγο πριν τις 11 το πρωί μέλη των Ηνωμένων Εθνών μετέφεραν στο πατρικό σπίτι του ήρωα όπου διαμένουν μέχρι και σήμερα οι εγκλωβισμένοι γονείς του το φέρετρο με τα λείψανα του νεαρού παλληκαριού.
Δεκάδες πρόσφυγες συγχωριανοί του Γιαννάκη Λιασή, συγγενείς, συμπολεμιστές και φίλοι της οικογένειας, συνόδευσαν εν πομπή το φέρετρο στον Ιερό Ναό της Αγίας Τριάδας.
Της νεκρώσιμης ακολουθίας προέστη ο Επίσκοπος Καρπασίας Χριστοφόρος, ενώ την κυβέρνηση εκπροσώπησε ο Διευθυντής του Γραφείου του Προέδρου της Δημοκρατίας Παναγιώτης Αντωνίου.
Ο Γιαννάκης Σάββα Λιασή υπηρετούσε τη θητεία του στην Εθνική Φρουρά.
Τα ίχνη του χάθηκαν στις 14 Αυγούστου, και από τότε η τύχη του αγνοείτο, μέχρι που τα λείψανα του εντοπίστηκαν το 2010 κοντά στο χωριό Κλεπίνη και ταυτοποιήθηκαν με την μέθοδο του DNA.
Τον ήρωα αποχαιρέτησε η αδερφή του Τούλα Λιασή.
Ο Γιαννάκης Λιασή ήταν πρωτοετής φοιτητής Νομικής στην Αθήνα και τον Ιούλιο του 1974 βρισκόταν στην Κύπρο για διακοπές και διέμενε με τους γονείς του στην Αγία Τριάδα.
Στις 20 Ιουλίου στην γενική επιστράτευση που ακολούθησε κατατάγηκε έφεδρος.
Περήφανος για τον γιο του τον οποίο αποχαιρέτησε την μέρα των γενεθλίων του δήλωσε ο πατέρας του ήρωα Σάββας Λιασή.
Ομιλίες ανέγνωσαν επίσης η συμμαθήτρια του ήρωα Έλλη Νικολάου, η φίλη της οικογένειας Τασούλα Χατζητοφή, ο κοινοτάρχης της Αγίας Τριάδας Γιαννάκης Χατζηγιάννης και εκ μέρους της ελεύθερης ενιαίας Καρπασίας Πέτρος Ασσιώτης.
Να αποδώσει περισσότερο η συνεργασία στη ΔΕΑ, ζητά η Κυβέρνηση
Να αποδώσει περισσότερο η συνεργασία της Διερευνητικής Επιτροπής για τους Αγνοούμενους, με στόχο να τεθεί επιτέλους τέρμα στο ανθρωπιστικό πρόβλημα που εξακολουθεί να πονάει πολύ κόσμο, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, ζητάει η Κυβέρνηση. Αυτό ανέφερε σήμερα το πρωί, ο Διευθυντής του Γραφείου του Προέδρου της Δημοκρατίας Παναγιώτης Αντωνίου, μιλώντας στην κηδεία των λειψάνων του μέχρι πρόσφατα αγνοούμενου Γιαννάκη Λιασή, η οποία τελέστηκε στην κατεχόμενη εκκλησία της Αγίας Τριάδας Γιαλούσας.
«Ο στόχος είναι να τεθεί επιτέλους τέρμα στο ανθρωπιστικό αυτό πρόβλημα που εξακολουθεί όλα αυτά τα χρόνια να πονάει πολύ κόσμο, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, ειδικά τους συγγενείς οι οποίοι έχουν την απαίτηση και το δικαίωμα να πάρουν απαντήσεις για την τύχη των αγαπημένων τους και να μπορέσουν να τελέσουν τις κηδείες τους, σύμφωνα με τη θρησκεία και τις ιερές τους παραδόσεις», ανέφερε ο κ. Αντωνίου.
Πρόσθεσε ότι «το έργο που επιτελείται είναι πολύμοχθο και επίπονο, με τη συνεργασία επιστημόνων και εργαστηρίων για τη διακρίβωση της ταυτότητας των λειψάνων που εντοπίζονται μετά από πληροφορίες».
Μέχρι τώρα, είπε, «ταυτοποιήθηκαν τα λείψανα 331 Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων από τις 1619 περιπτώσεις του 1974, καθώς και 64 άλλα από την ειδική κατηγορία των πεσόντων».
Ταυτοποιήθηκαν επίσης, συμπλήρωσε, «9 λείψανα που αφορούν τις περιπτώσεις 43 αγνοουμένων της περιόδου 1963-64. Συνολικά εξακριβώθηκε η ταυτότητα 404 Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων».
Σε ό,τι αφορά τους Τουρκοκυπρίους, συνέχισε, «ταυτοποιήθηκαν 125 λείψανα από σύνολο 502 περιπτώσεων που κατατέθηκαν στην Επιτροπή». Από αυτές, είπε, «οι 229 αφορούν την περίοδο 1963-64 και οι 273 το 1974».
Αργότερα κατατέθηκε ακόμη ένας αριθμός 36 περιπτώσεων, από τις οποίες 2 είναι του 1974.
Ο Διευθυντής του Γραφείου του Προέδρου ανέφερε ότι «όπως δείχνουν και οι αριθμοί, έχει επιτελεσθεί τα τελευταία χρόνια μια αξιόλογη πρόοδος στο θέμα των αγνοουμένων, ωστόσο ο όγκος της εργασίας που απομένει είναι πολύ μεγαλύτερος».
Γι’ αυτό, επεσήμανε, «και θα πρέπει η συνεργασία στους κόλπους της Διερευνητικής Επιτροπής να αποδώσει περισσότερο. Είμαστε βέβαιοι ότι υπάρχουν περιθώρια και δυνατότητες για να επιτευχθεί πολύ μεγαλύτερη πρόοδος».
Σύμφωνα με τον κ. Αντωνίου, «το ζήτημα επείγει, μάλιστα, καθώς ολοκληρώνεται ο κύκλος της ζωής όλο και περισσότερων γονέων καθώς και άλλων συγγενών που πεθαίνουν συνεχίζοντας να είναι πληγωμένοι από τον μη εντοπισμό των αγαπημένων τους».
«Το θέμα έχει εγερθεί στις συναντήσεις των ηγετών των δυο πλευρών, στα πλαίσια της προσπάθειας που καταβάλλεται για εξεύρεση λύσης στο κυπριακό πρόβλημα, με την προσδοκία και την ελπίδα ότι θα ληφθούν αποφάσεις οι οποίες θα διευκολύνουν και θα επιταχύνουν το έργο της Διερευνητικής Επιτροπής, ανεξάρτητα από την πορεία και τις εξελίξεις στο διάλογο μεταξύ των δυο πλευρών», ανέφερε.
Ο Γιαννάκης Λιασή υπηρετούσε τη θητεία του στην Εθνική Φρουρά. Τα ίχνη του χάθηκαν στις 14 Αυγούστου, και από τότε η τύχη του αγνοείτο, μέχρι που τα λείψανα του εντοπίστηκαν το 2010 κοντά στο χωριό Κλεπίνη.
Ο Διευθυντής του Γραφείου του Προέδρου της Δημοκρατίας μετέφερε τα θερμά συλλυπητήρια του Προέδρου Αναστασιάδη και της Κυβέρνησης στους γονείς του Γιαννάκη Λιασή, Σάββα και Μαρούλα, όπως και την αδελφή του Τούλα.
Εξέφρασε, ταυτόχρονα, «το μεγάλο μας θαυμασμό προς τους εγκλωβισμένους γονείς του Γιαννάκη, οι οποίοι υπέμειναν καρτερικά όλα αυτά τα χρόνια αναμένοντας να πληροφορηθούν για την τύχη του μονάκριβου τους γιου».
«Μας συγκλονίζει ιδιαίτερα το γεγονός ότι εδώ στο κοιμητήριο του χωριού τους έχουν προετοιμάσει μαζί με το δικό τους και τον τάφο του Γιαννάκη», είπε.
Είμαστε μια πολύ μικρή χώρα, ανέφερε ο κ. Αντωνίου, «για να έχουμε τόσες αντιπαραθέσεις, τα αποτελέσματα των οποίων βιώνουμε όλοι με θλίψη». Η πατρίδα μας, πρόσθεσε, «είναι μικρή για να αντέξει περισσότερο το διαμελισμό της. Σαράντα χρόνια είναι πολλά. Έχουμε όλοι διδαχθεί από τα σφάλματα του παρελθόντος και θα ήταν εγκληματικό να τα επαναλάβουμε».
«Είναι γι’ αυτούς τους λόγους που οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων καταβάλλουν προσπάθειες για να έρθει επιτέλους η μέρα που με σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των θρησκευτικών και άλλων ελευθεριών και της εθνικής καταγωγής τους οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι θα ζήσουμε αρμονικά στην κοινή μας πατρίδα», είπε.
Η μέρα, είπε καταληκτικά, «που θα τιμούμε τους νεκρούς μας με σεβασμό και θα σταματήσουμε να θρηνούμε άλλους».