Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts

Την απόφαση της πλειοψηφίας, με την οποία συμφωνούν οι Δικαστές Δημήτρης Χατζηχαμπής, Κώστας Παμπαλής, Ανδρέας Πασχαλίδης, Περσεφόνη Παναγή, Δέσπω Μιχαηλίδου, Μιχάλης Χριστοδούλου και Κατερίνα Σταματίου, έδωσε ο Δικαστής Γεώργιος Ερωτοκρίτου.

Ξεχωριστή απόφαση με την οποία καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα, αλλά με διαφορετικό σκεπτικό, ετοίμασε ο Δικαστής Μύρων Νικολάτος. 
 
Την απόφαση της μειοψηφίας, με την οποία συμφωνούν οι Δικαστές Λεωνίδας Παρπαρίνος και Αντώνης Λιάτσος, έδωσε ο Δικαστής Στέλιος Ναθαναήλ.
 
Οι αιτητές προσέφυγαν εναντίον της νομοθεσίας επικαλούμενοι και αναπτύσσοντας επιχειρήματα ότι αποτελεί παραβίαση της αρχής της ισότητας και του άρθρου 28 του Συντάγματος, παραβίαση του δικαιώματος περιουσίας που προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του πολίτη. 
 
Ανέπτυξαν επίσης επιχειρήματα για έλλειψη συνδρομής και τεκμηρίωσης του δημόσιου συμφέροντος, παραβίαση του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι ελευθέρως που προστατεύεται από το άρθρο 26 του Συντάγματος και έλλειψη δέουσας έρευνας.
 
Όσον αφορά στο επιχείρημα παραβίασης της αρχής ισότητας, η απόφαση της Ολομέλειας αναφέρει ότι «δεν έχουμε πεισθεί στο βαθμό που απαιτείται, ότι η επιβολή έκτακτης εισφοράς στους μισθούς και συντάξεις στο δημόσιο τομέα παραβιάζει την αρχή της ισότητας».
 
Συνεχίζει υπενθυμίζοντας ότι «οι δαπάνες προσωπικού οι οποίες υπερέβαιναν τα €2 δισεκατομμύρια ετησίως, ήταν οι μεγαλύτερες του δημοσίου τομέα».
 
Το κράτος μέσω της Βουλής, αναφέρει «μπροστά στην εξαιρετικά δύσκολη οικονομική κατάσταση που είχε διαμορφωθεί, κατά την κρίση μας είχε την ευχέρεια να λάβει έκτακτα μέτρα, νοουμένου ότι αυτά δεν θα ήταν ασύμφωνα με το Σύνταγμα, για εξισορρόπηση της κατάστασης και για συγκράτηση των δημοσίων οικονομικών του και ιδιαίτερα σε σχέση με όσους απασχολούνταν στο δημόσιο τομέα, οι οποίοι αμείβονταν από τα δημόσια ταμεία, τα οποία παρουσίαζαν υπερβολικό έλλειμμα».
 
Η πλειοψηφία της Ολομέλειας έκρινε επίσης ότι «η σχετικά μικρή μείωση του μισθού δεν επηρεάζει καθόλου τον πυρήνα του δικαιώματος σε μισθό, το οποίο παραμένει άθικτο και καθόλου δεν αδρανοποιείται ώστε να συνιστά στέρηση εκτός των επιτρεπτών πλαισίων του Άρθρου 23 του Συντάγματος».
 
Επίσης οι δικαστές δεν διαπιστώνουν ότι η αποκοπή της έκτακτης εισφοράς της τάξης του 1,5% - 3,5% μπορεί να θεωρηθεί ουσιώδης μείωση του μισθού ώστε να συνιστά στέρηση του δικαιώματος σε μισθό.
 
Παράλληλα όσον αφορά στο επιχείρημα που τέθηκε ότι δεν τεκμηριώθηκε το δημόσιο συμφέρον, οι δικαστές επισημαίνουν ότι «ούτε αυτός ο λόγο ακύρωσης ευσταθεί».
 
Προσθέτουν ότι «στο προοίμιο της νομοθεσίας γίνεται κατά την άποψή μας περιεκτική αλλά σαφής αναφορά, όχι μόνο "στη δύσκολη οικονομική περίοδο που διερχόταν ο τόπος, αλλά και στην ανάγκη να αποφευχθεί περαιτέρω επιδείνωση της δημοσιονομικής κατάστασης» μετά τα τραγικά γεγονότα του Μαρί".
 
Όσον αφορά στο επιχείρημα για παραβίαση του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι ελευθέρως κατά παράβαση του άρθρου 26 του Συντάγματος, οι Δικαστές αναφέρουν ότι «δεν έχουμε πειστεί ότι υπάρχει παραβίαση του άρθρου 26 το Συντάγματος».
 
Η θέσπιση νόμου για την αποκοπή έκτακτης εισφοράς από τους μισθούς και συντάξεις, προσθέτουν, «εντάσσεται στην ευρεία εξουσία του κράτους να λάβει τέτοια μέτρα για σκοπούς δημόσιου συμφέροντος και με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι σχετίζεται ή παραβιάζει το δικαίωμα που προστατεύεται από το άρθρο 26».
 
Για το θέμα της έλλειψης δέουσας έρευνας, οι δικαστές αποφάσισαν ότι ο συγκεκριμένος λόγος δεν εμπίπτει κάτω από το άρθρο 146 του Συντάγματος και ότι «επιτρέπεται μόνο ο παρεμπίπτων έλεγχος συνταγματικότητας και μόνο στην έκταση που ο έλεγχος είναι σχετικός με την εγκυρότητα της πράξης, αντικείμενο της προσφυγής».
 
Στο ίδιο αποτέλεσμα απόρριψης των προσφυγών των αιτητών κατέληξε και ο Δικαστής Νικολάτος ακολουθώντας ωστόσο διαφορετικό σκεπτικό.
 
Στην απόφασή του ο Δικαστής αναφέρει ότι το δεν έχει εντοπίσει απόφαση στην οποία οι τρέχοντες ή ακόμη οι μελλοντικοί μισθοί ενός δημοσίου υπαλλήλου να κρίθηκαν ως περιουσιακό ή ιδιοκτησιακό δικαίωμά του, το οποίο να προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος» και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο νόμος δεν καταστρατηγεί το άρθρο 23.
 
Παράλληλα, όσον αφορά στο άρθρο 24  επισημαίνει ότι «στην προκειμένη περίπτωση ο νόμος αφορά , κατά κλιμακωτό τρόπο, τις ακαθάριστες απολαβές όλων των προαναφερόμενων προσώπων, βασίζεται στη `φοροδοτική` τους ικανότητα, εφόσον η έκτακτη εισφορά είναι ανάλογη με το μισθό τους, και το ποσοστό της έκτακτης εισφοράς είναι μικρό και δεν επηρεάζει το κατώτατο όριο αξιοπρεπούς διαβιώσεως των επηρεαζόμενων».
 
Ο Δικαστής Νικολάτος καταλήγει επίσης στην εκτίμηση ότι «η ισότητα που κατοχυρώνεται με το άρθρο 28, όπως είναι θεμελιωμένο, δεν είναι αριθμητική ισότητα, αλλά είναι η Αριστοτελική ισότητα, η οποία απαγορεύει αυθαίρετες διαφοροποιήσεις μεταξύ ομοίων και αυθαίρετη εξομοίωση των ανομοίων».  
 
Όσον αφορά το θέμα της μη επαρκούς αιτιολόγησης στο προοίμιο του νόμου, θεωρεί ότι «αυτό το στοιχείο δεν θα πρέπει να είναι καθοριστικό αναφορικά με τη συνταγματικότητα του νόμου, στην παρούσα υπόθεση».
 
Στην παρούσα υπόθεση, αναφέρει καταληκτικά στην απόφασή του ο Δικαστής Νικολάτος, «θα πρέπει να πιστωθεί ο νομοθέτης με την απαραίτητη σοφία και να του αναγνωριστεί ευρεία διακριτική εξουσία έρευνας και απόφασης, ως προς την ανάγκη λήψης των απαραίτητων μέτρων, τη δεδομένη στιγμή».
 
Αλλιώτικα, σημειώνει, «το Συνταγματικό Δικαστήριο θα υπεισερχόταν στον τομέα αρμοδιότητας του Κοινοβουλίου, και θα το υποκαθιστούσε, πράγμα ανεπίτρεπτο».
 
Αντίθετα η απόφαση της μειοψηφίας των Δικαστών εκφράζει  τη θέση ότι «στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι δυνατό να αμφισβητηθεί λογικά ή νομικά ότι η αποκοπή της έκτακτης εισφοράς και μάλιστα μονομερώς, δεν αποτελεί απλό περιορισμό, που εν πάση περιπτώσει δεν επιτρέπεται, αλλά αποτελεί αντίθετα αφαίρεση για το χρόνο που ο νόμος ισχύει, του ίδιου του αντικειμένου, που καλύπτει ο νόμος ή μέρους αυτού».
 
Και μάλιστα, συνεχίζει η απόφαση της μειοψηφίας, «χωρίς οποιοδήποτε αντιστάθμισμα».
 
Οι Δικαστές εκφράζουν τη θέση ότι «εκείνο το οποίο στην ουσία η Δημοκρατία επιχειρεί είναι να εισαγάγει λέξεις και έννοιες στο νόμο, οι οποίες απλώς δεν υπάρχουν». Δεν μπορούν, προσθέτουν, «να εισάγονται λέξεις σε νομοθετικό κείμενο για σκοπούς ερμηνείας του εφόσον ο νόμος πρέπει να αναγιγνώσκεται ως έχει και μόνο».
 
«Περιορισμοί και όροι κατ` επίκληση γενικά της δημοσιονομικής αστάθειας ή ακόμη και προβλεπόμενης κατάρρευσης δεν μπορούν παρά να διέπονται από νομοθετήματα που τα ίδια έλκουν τη νομιμοποίηση τους στις υφιστάμενες συνταγματικές πρόνοιες και τις ευρύτερες αρχές δικαίου», αναφέρουν σε άλλο σημείο της απόφασής τους, μεταξύ άλλων, οι δικαστές.
 
Αλλού οι διαφωνούντες με την πλειοψηφία δικαστές παρατηρούν ότι «το δίκαιο της ανάγκης δεν είναι ούτε πανάκεια, ούτε έννοια που είναι δυνατόν να χρησιμοποιείται κατά το δοκούν».
 
 Δεν είναι, προσθέτουν, «νομικά ορθόδοξο να τυγχάνει αναφοράς ως διαζευκτικό μέτρο υποστήλωσης του νόμου».
 
«Είναι επιβεβλημένο να τονιστεί ότι η ευθυγράμμιση με τις συνταγματικές επιταγές, ιδίως σε εποχές κρίση, είναι ακόμη πιο επιτακτική», αναφέρουν, προσθέτοντας ότι «συνεπώς η όποια ανάγκη του κράτους για οικονομική εξυγίανση -κατανοητή, ιδιαίτερα υπό το φως των σημερινών δεδομένων- δεν μπορεί να διέρχεται μέσα από την κατά παράβαση του συντάγματος προσβολή των περιουσιακών δικαιωμάτων των πολιτών».