Στο επίκεντρο του δημοσιεύματος, που βασίζεται σε συνεντεύξεις με αυτόπτες μάρτυρες, είναι η πρόθεση που είχε εκφράσει ο κ. Παπανδρέου να διενεργήσει δημοψήφισμα για το προτεινόμενο πρόγραμμα βοήθειας προς την Ελλάδα.
Σημειώνεται ότι ο τότε Έλληνας πρωθυπουργός δεν είχε συμβουλευθεί παρά έναν στενό κύκλο συνεργατών, με αποτέλεσμα να προκληθεί έκπληξη από την ανακοίνωσή του ακόμα και στους κόλπους του ΠΑΣΟΚ, συμπεριλαμβανομένου του τότε υπουργού Οικονομικών Ευάγγελου Βενιζέλου.
Σύμφωνα με τον κ. Βενιζέλο, ο Γιώργος Παπανδρέου στην τελευταία μεταξύ τους συνάντηση είχε αναφερθεί μόνο σε ενδεχόμενο ψήφου εμπιστοσύνης. Ένας άλλος υπουργός τον οποίο επικαλείται ο συντάκτης, σχολιάζει ότι η πρώτη σκέψη του όταν ανακοινώθηκε η πρόθεση για δημοψήφισμα ήταν ότι ήλπιζε ο πρωθυπουργός «να το είχε πει στη Μέρκελ».
Γίνεται αναφορά στην «έκρηξη» του Γάλλου προέδρου Σαρκοζί στο άκουσμα της πρόθεσης Παπανδρέου. Η αρχική σκέψη του Γάλλου προέδρου ήταν να πει στον Έλληνα πρωθυπουργό να αποσύρει την πρότασή του, ωστόσο κατόπιν συζήτησης με συμβούλους του που είπαν ότι τα δημοψηφίσματα συνάδουν με την γκωλική παράδοση, αποφάσισε να αποδεχθεί τη διενέργεια δημοψηφίσματος όμως με διακύβευμα όχι το μνημόνιο, αλλά την παραμονή της Ελλάδας στην ευρωζώνη.
Ο Γάλλος πρόεδρος συνεννοήθηκε με την Άνγκελα Μέρκελ επ’ αυτής της στρατηγικής, με την Γερμανίδα καγκελάριο να ακούει από συνεργάτες της όπως τον υπουργό Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ότι ίσως θα ήταν καλύτερα για την ευρωζώνη αν η Ελλάδα αποχωρούσε, πολύ δε περισσότερο οικειοθελώς μέσω ενός δημοψηφίσματος.
Την ημέρα της συνάντησης με τον Παπανδρέου στις Κάννες, στο περιθώριο της συνόδου του G20, ο Νικολά Σαρκοζί είχε μοιράσει ένα έγγραφο με έξι σημεία, το οποίο κατέληγε στην πρόταση για δημοψήφισμα υπέρ ή κατά της παραμονής της Ελλάδας στο ευρώ. «Η ιδέα ήταν να στριμωχτεί ο Παπανδρέου στη γωνία», αναφέρει χαρακτηριστικά αξιωματούχος που ήταν παρών.
Ένας αξιωματούχος θυμάται ότι αυτό που αντιμετώπισαν οι κ.κ. Παπανδρέου και Βενιζέλος ήταν ένας «πλήρης Σαρκοζί», ένας «ψυχολογικός πόλεμος» όπως έχει γράψει ο παρευρεθείς στη συνάντηση πρώην υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας Μπαρουάν. Σχολιάζεται ότι κάποιοι από τους παρευρισκόμενους ένιωσαν άβολα βλέποντας τη συμπεριφορά απέναντι σε έναν εκλεγμένο ηγέτη.
Ο συντάκτης της βρετανικής εφημερίδας περιγράφει πώς ο Γιώργος Παπανδρέου εξεπλάγη από τη σφοδρότητα της επίθεσης Σαρκοζί, με τον Ευάγγελο Βενιζέλο να χαρακτηρίζει «επιθετική» και «όχι ευγενική» τη θέση του Γάλλου ηγέτη. Αναφέρεται πως ο κ. Παπανδρέου έδειχνε ορατά κουρασμένος και ότι τη διαπραγμάτευση από ένα σημείο και μετά ανέλαβε ο κ. Βενιζέλος – «που πάντα εποφθαλμιούσε την πρωθυπουργία» - εκμεταλλευόμενος τις αλλαγές στις περιστάσεις, σημάδι της ξαφνικής διαπίστωσης ότι ο τότε πρωθυπουργός ήταν «εξαντλημένη πολιτική δύναμη».
Το δημοσίευμα αναφέρει πως πριν τη συνάντηση με τον Παπανδρέου, ο πρόεδρος της Κομισιόν Ζοσέ Μανουέλ Μπαρόζο είχε επικοινωνήσει με τον τότε ηγέτη της αντιπολίτευσης Αντώνη Σαμαρά, γνωρίζοντας πως εκείνος ήθελε να αποφύγει το δημοψήφισμα. Εκεί ο κ. Σαμαράς είπε στον κ. Μπαρόζο ότι ήταν πια διατεθειμένος να συμμετάσχει σε κυβέρνηση εθνικής ενότητας με το ΠΑΣΟΚ, «κάτι που απέφευγε επί μήνες ελπίζοντας ότι θα μπορούσε να εξασφαλίσει ο ίδιος την πρωθυπουργία».
Ο κ. Μπαρόζο δεν είπε στους Σαρκοζί και Μέρκελ για αυτή τη συνομιλία, αλλά ήταν εκείνος που πρότεινε το όνομα του Λουκά Παπαδήμου ως πιθανού ηγέτη μίας τεχνοκρατικής κυβέρνησης.
Κλείνοντας τη συνάντηση ο κ. Σαρκοζί είπε στον κ. Παπανδρέου να επιστρέψει στην Αθήνα και να «λάβει μία απόφαση», ενώ ο κ. Μπαρόσο είπε στον κ. Βενιζέλο ότι το δημοψήφισμα έπρεπε να «σκοτωθεί», όπως και έγινε.
Αίσθηση προκαλεί επίσης η περιγραφή του πώς η καγκελάριος Μέρκελ αργότερα την ίδια ημέρα κλαίγοντας διαμαρτυρήθηκε ότι «δεν ήταν δίκαιο» να πιέζεται από τους Σαρκοζί και Ομπάμα για να ηγηθεί η Γερμανία της ενίσχυσης του «τείχους προστασίας» της ευρωζώνης μέσω έκδοσης των λεγόμενων SDR (special drawing rights).
Η κα. Μέρκελ γνώριζε ότι η Μπούντεσμπανκ ήταν κάθετα αντίθετη σε αυτό το ενδεχόμενο και πρόσθεσε απευθυνόμενη στους δύο ηγέτες εν μέσω δακρύων ότι δεν μπορούσε η ίδια να αποφασίσει αντί της κεντρικής τράπεζας της χώρας της και ότι δεν επρόκειτο «να αυτοκτονήσει» κατ’ αυτόν τον τρόπο.