Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
Αναφέρεται ότι «η ιδέα και μόνο της ομολογιακής έκδοσης προκαλεί τα βλέμματα και εκπλήσσει, δεδομένου του βάθους της κρίσης που βιώνει η χώρα». Παράλληλα, πάντως, το βρετανικό περιοδικό σχολιάζει ότι αν και η Ελλάδα έχει διανύσει μακρύ δρόμο από τις σκοτεινές ημέρες, παραμένει ακόμα μακριά από το να μπορεί να σταθεί μόνη της οικονομικά.
 
Ακόμη περισσότερη βοήθεια κρίνεται απαραίτητη, σχολιάζει ο Economist, με το ΔΝΤ να συνεχίζει να επιμένει ότι οι κυβερνήσεις της ευρωζώνης θα πρέπει να κάνουν περισσότερες παραχωρήσεις για να μπει το ελληνικό δημόσιο χρέος σε μια «βιώσιμη» τροχιά.
 
Πιο ειδικά, όπως σημειώνεται, το ΔΝΤ θεωρεί ότι θα απαιτηθεί ελάφρυνση ύψους 4% του χρέους τον επόμενο χρόνο για να επιτευχθεί ο στόχος μείωσης του στο 124% του ΑΕΠ μέχρι το 2020 και σε κάτω από 110% έως το 2022.
 
Το περιοδικό σχολιάζει ότι αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο είναι εάν η Ελλάδα έχει πραγματικά αλλάξει τους τρόπους δημοσιονομικής διαχείρισής της και αυτό παραμένει ακόμα ασαφές. «Η κόπωση από τη μεταρρύθμιση μπορεί να είναι κατανοητή για την Ελλάδα, ωστόσο προδίδει το δισταγμό να γίνει δεκτό ότι η χώρα αυτή ήταν ο αρχιτέκτονας των κακοτυχιών της», σχολιάζεται. Όπως καταλήγει το δημοσίευμα σε προειδοποιητικό τόνο, το άσχημο πολιτικό κλίμα στην Ελλάδα υπονοεί ότι η χώρα δεν έχει λάβει ακόμη το μήνυμα για το πόσα περισσότερα ακόμα πρέπει να γίνουν.
 
Σε ανάλογο μήκος κύματος κινείται και το κύριο άρθρο της εφημερίδας Financial Times, με τίτλο «Ο μακρύς δρόμος της Ελλάδας προς την ανάκαμψη», σημειώνοντας ότι η επιστροφή στις αγορές ομολόγων δεν πρέπει να «εκτροχιάσει» τις δεσμεύσεις απέναντι στο μνημόνιο.
 
Όπως σχολιάζει το άρθρο, «είναι εύκολο να μαντέψει κανείς τα κίνητρα της Ελλάδας - η κυβέρνηση επιθυμεί την αποφυγή ενός τρίτου μνημονίου», ενώ με τις ευρωεκλογές προ των πυλών ο κυβερνητικός συνασπισμός αναμένεται να προβάλλει την έκδοση ως «το πρώτο βήμα αποκατάστασης της αξιοπρέπειας και της ανεξαρτησίας της χώρας».
 
Την ίδια ώρα όμως επισημαίνεται ότι οι Έλληνες πολίτες αισθάνονται αρκετά βασανισμένοι από τα «τρία μένη», ΕΚΤ, ΔΝΤ και Ευρωπαϊκή Επιτροπή, λόγω των σκληρών όρων του πακέτου διάσωσης που επέβαλαν και ότι η στροφή της Ελλάδας παραμένει δουλειά εν εξελίξει.
 
Όπως αναφέρεται ενδεικτικά, η ελληνική κυβέρνηση αξίζει συγχαρητήρια για την επίτευξη του μεγαλύτερου μέρους των δημοσιονομικών αλλαγών που απαιτούνταν, συμπεριλαμβανομένης  της φορολογίας των ακινήτων και των μεταρρυθμίσεων επί των συντάξεων, κατορθώνοντας να φτάσει σε πρωτογενές πλεόνασμα - η πρόοδος, ωστόσο, επί των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων είναι λιγότερο εντυπωσιακή.
 
Η τρόικα μιλά για ολιγωρία, καθώς δεν προχωρούν γρήγορα οι μεταρρυθμίσεις στο δημόσιο τομέα, ενώ τίθεται εν αμφιβόλω και η συμφωνία επί της μείωσης του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων. Το ίδιο αβέβαιη χαρακτηρίζεται η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, με την εκτίμηση ότι ένα τρίτο μνημόνιο ίσως κριθεί αναγκαίο.
 
Το άρθρο αναφέρει ότι η Ελλάδα επέλεξε να καταβάλλει μεγαλύτερο αντίτιμο, υπό τη μορφή αυξημένου επιτοκίου, σε σύγκριση με τον δανεισμό από τους επίσημους πιστωτές. Μια «αισιόδοξη» ανάγνωση αυτής της επιλογής είναι ότι η συγκυβέρνηση επιθυμεί απλά να χρησιμοποιήσει το «σεβασμό» που επέδειξε η αγορά για να ενισχυθεί η δημόσια στήριξή της για την ολοκλήρωση των «επίπονων» πολιτικών αποφάσεων.
 
Μια πιο «ρεαλιστική» προσέγγιση, κατά την εφημερίδα, είναι ότι η κυβέρνηση έκανε αυτή την επιλογή προκειμένου να χαλαρώσει τα στενά δεσμά της τρόικα και ενώ αυτό μπορεί βραχυπρόθεσμα να της εξαγοράσει  πολιτική ανάπαυλα, οι μακροπρόθεσμες συνέπειες ενδέχεται να είναι σοβαρές, εφόσον η χώρα πάψει να συνεργάζεται ως προς τις μεταρρυθμίσεις.