Μετά την ταυτοποίηση του DNA της μικρής Μαρίας από τα Φάρσαλα και τον εντοπισμό της βιολογικής της μητέρας, της βουλγάρας Ρομά Σάσα Ρούσεβα, το λόγο έχει ο εισαγγελέας για το μέλλον του ανήλικου κοριτσιού.
Ο πρόεδρος του Χαμόγελου του Παιδιού, Κώστας Γιαννόπουλος, μιλώντας στα ΝΕΑ τόνισε ότι με γνώμονα το συμφέρον του παιδιού ο εισαγγελέας ανηλίκων θα αποφασίσει εάν η μικρή Μαρία θα επιστρέψει στην οικογένεια των Ρομά που τη μεγάλωσε στα Φάρσαλα, εάν θα δοθεί για υιοθεσία σε κάποια οικογένεια ή εάν θα παραμείνει σε κάποιο ίδρυμα.
Προσωρινά και ενώ δεν έχει υποβληθεί κανένα επίσημο αίτημα από τις Αρχές της Βουλγαρίας, ώστε οι ελληνικές Αρχές να αποφασίσουν εάν θα πρέπει το παιδί να δοθεί στους βιολογικούς του γονείς, η Μαρία παραμένει στο Χαμόγελο του Παιδιού και μάλιστα είναι πολύ καλά.
«Η Μαρία είναι πολύ καλύτερα από ότι περιμέναμε και μέχρι να αποφασιστεί τι θα γίνει, θα μείνει κοντά μας» ξεκαθαρίζει ο κ. Γιαννόπουλος.
Η υπόθεση της μικρής Μαρίας έχει ανοίξει το φάκελο των παράνομων υιοθεσιών και τώρα οι έρευνες των Αρχών στρέφονται στη Λαμία, όπου από το 2007 έως το 2012 γεννήθηκαν 274 παιδιά από Βουλγάρες μητέρες.
Ήδη, την Παρασκευή, οι «αδιάφθοροι» της ΕΛ.ΑΣ έκανα έφοδο στο νοσοκομείο της Λαμίας, ενώ στο μικροσκόπιο έχει μπει και το ληξιαρχείο του Δήμου, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ευσταθούν οι πληροφορίες για παραποίηση εγγράφων που έχουν να κάνουν με γεννήσεις παιδιών κυρίως από Βουλγάρες.
Χθες.
Δίχως τέλος φαίνεται πως είναι ο Γολγοθάς της μικρής Μαρίας, καθώς άγνωστο παραμένει το που θα συνεχίσει την ζωή της…
Οι βιολογικοί της γονείς, που είχαν… εξαφανιστεί, μετά τη γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων DNA, επανεμφανίστηκαν, με μερικά από τα παιδιά τους, χθες βράδυ σε τηλεοπτική εκπομπή βουλγαρικού καναλιού.
Η Σάσα Ρούσεβα παρουσίασε στην τηλεοπτική εκπομπή τη δική της εκδοχή για την υπόθεση της Μαρίας. Σύμφωνα με όσα δήλωσε η Σάσα Ρούσεβα, μετέβη για δουλειά στην Ελλάδα το 2008 μαζί με τον άνδρα της και χωρίς να ξέρει ότι ήταν έγκυος «μέχρι που είδα την κοιλιά μου να φουσκώνει σιγά - σιγά», όπως είπε. Στην περιοχή της Λαμίας «δουλεύαμε στα χωράφια, λίγο πορτοκάλια, λίγο πατάτα, λίγο πιπεριές, ότι προκύψει», κατά τα λόγια της.
Την φροντίδα των υπόλοιπων παιδιών της στο «μαχαλά» των Ρομά στην ιδιαίτερη πατρίδα της, Νικολάεβο, είχε αναλάβει η μία από τις δύο μεγαλύτερες κόρες της οικογένειας. Έτσι συνεχίστηκαν τα πράγματα επί επτά μήνες, στη διάρκεια των οποίων η Σάσα Ρούσεβα είχε μαζί της τη νεογέννητη κόρη της, όπως είπε. Τότε, όμως, «η κόρη μου έφυγε με άνδρα, τα παιδία είχαν μείνει μόνα ενώ εγώ ήμουν άνεργη και δεν είχα καθόλου λεφτά να τους στείλω», κατά τα λόγια της.
«Τότε ήρθε μια ξανθιά γυναίκα, μου είπε να αφήσω το παιδί και υποσχέθηκε να το φροντίζει σαν εμένα μέχρι να μαζέψω χρήμα και να έρθω να το πάρω. Εγώ τη εμπιστεύτηκα επειδή φαινόταν πολύ καλή και της άφησα το μωρό» πρόσθεσε η Σάσα Ρούσεβα.
Σε ερώτηση αν έχει τα στοιχεία αυτής της γυναίκας, η Ρούσεβα απάντησε, ότι δεν τα θυμάται, επειδή έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε. Στην ερώτηση του δημοσιογράφου Καρμπόφσκι γιατί δεν επικοινώνησε μαζί της στη συνέχεια, η κα Ρούσεβα είπε, ότι η μυστηριώδης ξανθιά δεν απαντούσε στο κινητό τηλέφωνο της.
Ενώ η ίδια η Σάσα δεν μπόρεσε να επιστρέψει στην Ελλάδα επειδή γέννησε στη συνέχεια άλλα δύο παιδιά αλλά ούτε είχε τα λεφτά για να το κάνει, όπως είπε. «Πώς να του αρνηθώ; Αφού είναι άνδρας μου! Κι΄γω δεν έχω λεφτά να κάνω έκτρωση!»
Με αυτόν τον τρόπο απάντησε η γυναίκα στον προβληματισμό του παρουσιαστεί «γιατί οι Ρομά κάνουν τόσα πολλά παιδιά, αφού δεν έχουν μέσα να τα συντηρούν», όπως είπε.
Στην ερώτηση γιατί δεν κατήγγειλε την υπόθεση στην αστυνομία, υποστήριξε ότι δεν το έκανε, επειδή δεν είχε ούτε ληξιαρχική πράξη, ούτε άλλα έγγραφα που να τεκμηριώνουν τη σχέση της με το παιδί.
Στην αναφορά του παρουσιαστή Καρμπόφσκι για τις αποκαλύψεις στην Ελλάδα, που παρουσιάζουν την προαναφερόμενη «ξανθιά γυναίκα» ως μεσάζοντας κυκλώματος εμπορίας βρεφών που πλήρωσε για τη Μαρία 400 ευρώ στην μάνα της και προσπάθησε, μετά, να δώσει το παιδί για υιοθεσία σε επιχειρηματία της Λάρισας, αλλά εκείνος το επέστρεψε, όταν φάνηκε πως έχει πρόβλημα όρασης(το ίδιο πρόβλημα έχουν και τα υπόλοιπα παιδιά των Ρούσεφ, όπως πρόσθεσε σ'αυτό το σημείο ο Βούλγαρος συντάκτης, επικαλούμενος την εξέταση των τριών μικρότερων παιδιών τη οικογένειας Ρούσεφ από Βούλγαρο οφθαλμίατρο το περασμένο Σάββατο, 26 Οκτωβρίου - σ.σ.), η Σάσα Ρούσεβα αρνήθηκε και πάλι επίμονα και ενεργά, ότι πληρώθηκε για το παιδί της.
«Αν είχα πάρει λεφτά, θα ζούσαμε έτσι όπως ζούμε τώρα; Αν είχα λεφτά, θα είχα κρεβάτι, θα είχα σεντόνια, θα είχα πάπλωμα, θα είχα κουζίνα… Δεν θα πεινάγαμε, όπως πεινάμε τώρα» είπε η γυναίκα.
«Γιατί το θέλεις τώρα το παιδί; Αφού το παράτησες για τέσσερα χρόνια;» Στη δημοσιογραφική αυτή «πρόκληση», η μητέρα ξέσπασε: «Με ξεγέλασε μια κακιά γυναίκα και της άφησα να μου το πάρει το παιδί. Το μετανιώνω πικρά αυτό το λάθος μου και πονάει η ψυχή μου τέσσερα χρόνια τώρα. Το θέλω πίσω το παιδί μου! Εγώ το γέννησα, κανένας άλλος! Ξέρεις πως ράγισε η καρδιά μου, όταν το είδα στην τηλεόραση να χορεύει τσιφτετέλι, να ζητιανεύει με τα χεράκια του κατάμαυρα από τη βρωμιά! Πήγα να τρελαθώ, τέσσερις μέρες τώρα ούτε μπουκιά ψωμί δεν μπορώ να βάλω στο στόμα μου! Μπορεί να είμαι πάμφτωχη, να μην έχω ρούχο να φορέσω, αλλά ποτέ δεν άφησα κανένα παιδί μου να ζητιανεύει στη Βουλγαρία! Ούτε να κλαίει από την πείνα, επειδή δεν έχει ψωμί να φάει!»
Η μητέρα απέρριψε εξίσου ενεργά και έντονα την υποθετική ερώτηση του Βούλγαρου δημοσιογράφου, ότι «ίσως για τη Μαρία να είναι καλύτερα να μείνει στην Ελλάδα και να δοθεί για υιοθεσία εκεί επειδή θα ζει πολύ καλύτερα σε κάποια πλούσια οικογένεια». «Δεν με νοιάζει αν είναι πλούσιοι ή φτωχοί! Δικό μου παιδί είναι και το θέλω κοντά μου! Το΄χω στην καρδιά μου και θα το έχω όσο ζω!», φώναξε η Σάσα Ρούσεβα.
Λίγο αργότερα, ισχυρίστηκε μιλώντας στην κάμερα του BBC ότι δεν πούλησε το παιδί της, και υποστήριξε ότι το έδωσε σε μια γυναίκα που δεν είχε παιδιά, χωρίς χρηματικό αντάλλαγμα.
Όταν ρωτήθηκε τι θα έλεγε στην Μαρία αν την ξανάβλεπε, η Ρούσεφ ισχυρίστηκε ότι θα της έλεγε την αλήθεια, ότι δηλαδή αναγκάστηκε να τη δώσει, γιατί έπρεπε να φροντίσει τα υπόλοιπα παιδιά της και ότι η κυρία στην οποία την έδωσε υποσχέθηκε να την προσέχει.
Την ίδια ώρα, στον καταυλισμό των Ρομά στο Νικολάεβο της Βουλγαρίας, η κάμερα του BBC συνάντησε την αδελφή της Μαρίας την Έλενα, η οποία επίσης εξέφρασε την επιθυμία η μικρή Μαρία να επιστρέψει στη βιολογική της οικογένεια.
Πως είναι όμως οι συνθήκες ζωής στο Νικολάεβο; Στον καταυλισμό των Ρομά όπου κατοικούν οι Σάσα και Ατανάς Ρούσεφ, τα περισσότερα σπίτια είναι μονώροφα, κατασκευασμένα από ξεραμένα λασπότουβλα κι έχουν ένα μόνο δωμάτιο, όπως κατέγραψαν τα μέσα ενημέρωσης κατά την επίσκεψή τους. Εκεί κοιμούνται οι φαμίλιες: οι πατεράδες, στο κρεβάτι (αν υφίσταται), τα παιδιά στο πήλινο πάτωμα. Η ετοιμόρροπη, φαινομενικά, κατοικία των Ρούσεφ δεν αποτελεί εξαίρεση, παρόλο που, για την ακρίβεια, αντί για κρεβάτι διαθέτει την «πολυτέλεια» ενός παμπάλαιου ντιβανιού. Ούτε ίχνος άλλων «πολυτελειών», όπως νερό και τουαλέτα μέσα στο σπίτι, ούτε ψυγείο, κουζίνα κλπ.
Εξάλλου, μοναδική πηγή παροχής πόσιμου νερού στη γειτονιά είναι ο πλαστικός σωλήνας από τον οποίο το (φυσικά, απλήρωτο) νερό τρέχει συνεχώς. Η καλή είδηση είναι, ότι υπάρχει μπόλικη λάσπη για κατασκευή νέων κατοικιών. Ίσως παραπάνω, πολύ παραπάνω από μπόλικη, όπως είπε ντόπιος Ρομά, κατά τα λόγια του οποίου οι (χωματο)δρόμοι της γειτονιάς γίνονται ..βάλτος με κάθε ισχυρή βροχή. Τα ενδύματα και τα υποδήματα είναι ανεπαρκή έως ελάχιστα, ιδιαίτερα όσον αφορά τα μικρότερα μέλη της κοινότητας. Μπάνιο; Παραμένει «επτασφράγιστο μυστήριο».
Πολλά από τα παιδιά είτε πάνε στο τοπικό σχολείο μόνο για να πάρουν το δωρεάν πρωινό, είτε δεν πάνε καθόλου. Κατά συνέπεια, ένα από τα πλέον πικρά παράπονα των Ρομά είναι η ακύρωση του μηνιαίου παιδικού επιδόματος για τα τέκνα τους, (από το οποίο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η επιβίωση της εκάστοτε οικογένειας), στην περίπτωση που το παιδί απουσιάζει πέντε μέρες ή περισσότερο από τα μαθήματα.
Σύμφωνα με την εκτίμηση του Βούλγαρου σχολιαστή Μάρτιν Καρμπόφσκι, η κοινότητα των Ρομά στο Νικολάεβο (όπως και οι περισσότερες αντίστοιχες κοινότητες στη Βουλγαρία) ζει όχι στον 21ο αλλά στο 18ο αιώνα του Καρόλου Ντίκενς και θυμίζει την ατμόσφαιρα του έργου, του Βρετανού κλασικού, «Όλιβερ Τουιστ».