Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
*Το ρεπορτάζ είναι της Στέλλας Κόκκινου-Γεωργιάδου
 
Ένοχοι κρίθηκαν από το Κακουργιοδικείο οι κατηγορούμενοι: Κώστας Παπακώστας με την κατηγορία της ανθρωποκτονίας και της πρόκλησης θανάτου εξ’ αμελείας και  Ανδρέας Νικολάου, Χαράλαμπος  Χαραλάμπους και Αντρέας Λοϊζίδης με την κατηγορία της πρόκλησης θανάτου εξ’ αμελείας.

Αντίθετα οι  Μ. Κυπριανού και Σ. Αργυρού  αθωώθηκαν και απαλλάχτηκαν από τις κατηγορίες εις βάρος τους.

Οι τέσσερις κατηγορούμενοι που κρίθηκαν ένοχοι θα τελούν υπό κράτηση στις Κεντρικές Φυλακές μέχρι τις 24 Ιουλίου, ημερομηνία που δόθηκε από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου για αγόρευση από τους συνηγόρους τους για μετριασμό της ποινής.

Επίσης, ζητήθηκε από τον Ευστάθιο Ευσταθίου,  συνήγορο υπεράσπισης των Κ. Παπακώστα, Α. Νικολάου και Χ. Χαραλάμπους, όπως μέχρι τις 24 Ιουλίου γίνει έκθεση από το Γραφείο Ευημερίας.
 
Οργή Συγγενών για την απόφαση.

Έντονη ήταν οι αντίδραση των συγγενών των θυμάτων της τραγωδίας, οι οποίοι εξερχόμενοι του δικαστηρίου εξέφρασαν την αγανάκτησή τους για την απόφαση.

Αμέσως μετά το τέλος της ανακοίνωσης της απόφασης από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, η μητέρα των διδύμων Πόπη Χριστοφόρου δήλωσε : «Έγινε απαγχονισμός της δικαιοσύνης».
 
//www.youtube.com/watch?v=2TeLulFfhFw
 
//www.youtube.com/watch?v=lhmKEUAPoFE
 

Στο νοσοκομείο ο πρώην υπουργός Άμυνας Κ. Παπακώστας
 
Στο μεταξύ, στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας με υπερτασική κρίση, μεταφέρθηκε ο πρώην Υπουργός Άμυνας Κώστας Παπακώστας.
 
Σύμφωνα με τον  Υπουργός Υγεία Δρ. Πέτρο Πετρίδη, ο κ. Παπακώστας παίρνει φαρμακευτική αγωγή για να ρυθμιστεί η υπερτασική κρίση.
Ερωτηθείς αν θα γίνει εισαγωγή του κ. Παπακώστα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, ο κ. Πετρίδης είπε ότι αν κριθεί ότι θα πρέπει να μείνει θα τον κρατήσουν.
 
Το χρονικό της ανάγνωσης της απόφασης.
 
Η ανάγνωση της απόφασης άρχισε με το ιστορικό της τραγωδίας από τη μέρα της άφιξης του μοιραίου φορτίου. Όπως αναφέρθηκε, από τη μαρτυρία του Συνταγματάρχη Γεωργιάδη, συνάγεται πως είχε καθοριστικό ρόλο και ο τρόπος με τον οποίο τοποθέτησε τα εμπορευματοκιβώτια ήταν απαράδεκτος. 
 
Όσον αφορά το ρόλο του δεύτερου κατηγορουμένου, αυτός όπως λέχθηκε, έληξε όταν την ευθύνη για το φορτίο ανέλαβε η Εθνική Φρουρά. 
 
"Καθαρά ευθύνη του Υπουργείου Άμυνας το φορτίο"
 
Στην απόφαση αναφέρθηκε ακόμη, πως το φορτίο ήταν καθαρά ευθύνη του Υπουργείο Άμυνας το οποίο και το παρέλαβε, και ο συνταγματάρχης Γεωργιάδης ήταν παρόν σε όλα τα στάδια της διαχείρισής του, ενώ το Ναυτικό δεν είχε πρόσβαση στο φορτίο.
 
Κατά την ανάγνωση της απόφασης οι δύο πρώην υπουργοί Εξωτερικών και Άμυνας, παρέβλεψαν τον ορατό κίνδυνο ενώ ο συνταγματάρχης Γεωργιάδης τους είχε προειδοποιήσει για ωρολογιακή βόμβα αλλά σύμφωνα με την απόφαση "ήταν φωνή βοώντος εν τη ερήμω".  Δεν ήταν επαρκής η αντίληψη του κινδύνου παρόλο που όλοι γνώριζαν περιλαμβανομένου του τεως Προέδρου της Δημοκρατίας ότι το φορτίο περιείχε πυρομαχικά. 
 
 "Υποπτη και μολυσμένη η κατάθεση Γεωργιάδη"
 
Το Κακουργιοδικείο ανέφερε, επίσης, ότι η μαρτυρία Γ. Γεωργιάδη κρίνεται ύποπτη και μολυσμένη και είχε ελατήριο τη μετάθεση των ευθυνών στους κατηγορούμενους και πως  το φορτίο με τα πυρομαχικά είχε αφεθεί στη τύχη του.
 
Οι Μάρκος Κυπριανού και Κώστας Παπακώστας προσπάθησαν να υποβαθμίσουν τους κινδύνους από το φορτίο και παρέβλεψαν τον ορατό κίνδυνο, αναφέρεται στην  απόφαση.

Όσον αφορά τη στάση των κατηγορουμένων της πυροσβεστικής για το αν το φορτίο εκράγηκε ή αναφλέγηκε το δικαστήριο σημείωσε πως αυτή δε συνάδει με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν.

Όπως αναφέρθηκε ο 4ος κατηγορούμενος επέμενε στη θέση ότι δεν γνώριζε την επικινδυνότητα του φορτίου, ενώ ισχυρίστηκε μετά ότι στην πρώτη κατάθεση του βρισκόταν σε κατάσταση σοκ.

Για τον κατηγορούμενο 6 αναφέρθηκε ότι αυτός ήταν πιο ξεκάθαρος και είπε ότι από τη στιγμή που ένα υλικό είναι εύφλεκτο σημαίνει ότι είναι και επικίνδυνο.

Όπως αναφέρθηκε ο κ. Γεωργιάδης, υποστήριζε ότι η διόγκωση οφειλόταν σε αέρια και όχι σε έκρηξη. Στην απόφαση αναφέρεται επίσης ότι ο 5ος κατηγορούμενος, στις 11 Ιουλίου ανέφερε ότι έγινε έκρηξη και προηγουμένως.

Στο δικαστήριο αναφέρθηκε ακόμη ότι ο κ. Γεωργιάδης, κατέγραψε σε έκθεση τις κοινές τους θέσεις για το θέμα της ανάφλεξης, όπως διατυπώθηκαν στη σύσκεψη. Αναφέρθηκε επίσης ότι ακόμα και την ημέρα της έκρηξης οι κατηγορούμενοι 5 και 6 προσπάθησαν να βοηθήσουν.

 
"Στερείται σοβαρότητας ο ισχυρισμός πως οι κατηγορούμενοι 5 και 6 δεν ήξεραν πως η πυρίτιδα είναι εκρηκτικό υλικό".
 
Σύμφωνα με την απόφαση του Κακουργιοδικείου, ο ισχυρισμός πως οι κατηγορούμενοι Χαράλαμπος  Χαραλάμπους Υποδιευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και Αντρέας Λοϊζίδης Διοικητής της ΕΜΑΚ δεν ήξεραν πως η πυρίτιδα είναι εκρηκτικό υλικό, στερείται σοβαρότητας.
 
Όπως αναφέρθηκε οι Χαραλάμπους και Λοϊζίδης ισχυρίστηκαν ότι ο Γ. Γεωργιάδης τους έλεγε ότι η πυρίτιδα καίγεται αλλά δεν εκρήγνυται και πως δεν είχαν αντίληψη ότι η πυρίτιδα ήταν εκρηκτικό υλικό.

"Στάση πλήρους αδράνειας από τον υπουργό Άμυνας"
 
Το δικαστήριο διαπίστωσε ότι η στάση που τήρησε τις τελευταίες μέρες πριν την έκρηξη ο Υπουργός Άμυνας Κώστα Παπακώστας, ήταν μια στάση πλήρους αδράνειας. Το δικαστήριο διαπίστωσε επίσης παράληψη σε ό,τι αφορά τις οδηγίες για κατάσβεση της πυρκαγιάς τη μέρα της έκρηξης. 
 
Oι κατηγορούμενοι Χαράλαμπος Χαραλάμπους και Αντρέας Λοϊζίδης γνώριζαν από τις 05.23 της 11ης Ιουλίου ότι «έκρουζαν ούλλα» τα εμπορευματοκιβώτια και γίνονταν εκρήξεις, αναφέρει η απόφαση του Κακουργιοδικείου.
 
Ανέφερε, επίσης, ότι ο Λοϊζίδης δεν έδωσε οδηγίες στον πυροσβέστη Παπαδόπουλο και πως δεν είναι πιστευτός ο ισχυρισμός του ότι στις 11 Ιουλίου δεν γνώριζε που βρισκόταν ο πυροσβέστης Παπαδόπουλος και οι άλλοι πυροσβέστες.
 
Σύμφωνα με την απόφαση, ο  Λοϊζίδης δεν είπε στον Παπαδόπουλο να μείνει μακριά από τη φωτιά και δεν έδωσε συμβουλές να μείνουν μακριά και να κρατήσουν απόσταση.
 
"Ο Κ. Παπακώστας είχε αντίληψη για μια «πραγματική πιθανότητα του κινδύνου θανάτου"

Το δικαστήριο ανέφερε ακόμη ότι, ο Κ. Παπακώστας είχε αντίληψη για μια «πραγματική πιθανότητα του κινδύνου θανάτου ενώ και οι κατηγορούμενοι Χαράλαμπος Χαραλάμπους και Αντρέας Λοϊζίδης είχαν ίδιαν αντίληψη για τους κινδύνους έκρηξης των  εμπορευματοκιβωτίων.

Ο Λοϊζίδης είχε αντιληφθεί τους κινδύνους και τους εξωτερίκευσε και ο κατηγορούμενος Ανδρέας Νικολάου, Διευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, ενημερώθηκε για το διογκωμένο εμπορευματοκιβώτιο από τον Χαράλαμπο Χαραλάμπους και είχε όλα τα στοιχεία για να αντιληφθεί ότι υπήρχε κίνδυνος ζωής εντός της βάσης.
 
Οι Νικολάου, Χαραλάμπους και Λοϊζίδης είχαν «αντίληψη του θανάτου» εντός της βάσης. Ο Κ. Παπακώστας είχε αντίληψη για μια «πραγματική πιθανότητα του κινδύνου θανάτου». Οι Χαραλάμπους και Λοϊζίδης όφειλαν να ενεργήσουν για ενημέρωση των υφισταμένων τους και ειδικά της ΕΜΑΚ.
 
Ολοκλήρωση ανάγνωσης των γεγονότων της υπόθεσης
 
Μετά την ανάγνωση των γεγονότων το δικαστήριο προχώρησε στην ανάγνωση του νομικού μέρους της απόφασης, και αναφέρθηκε σε παραδείγματα άλλων υποθέσεων. Στην ανάγνωση των γεγονότων της υπόθεσης  δεν έγινε καμία αναφορά στον κατηγορούμενο τέως Υπαρχηγό της Εθνικής Φρουράς Σάββα Αργυρού.
 
 
"Αντιφατικές οι κατηγορίες εναντίον του πρώην ΥΠΕΞ"
 
Το Κακουργιοδικείο στην απόφαση του ανέφερε ότι από την μαρτυρία που κατατέθηκε ενώπιον του προκύπτει ο Μάρκος Κυπριανού δεν είχε τον έλεγχο του φορτίου και ότι απλά διαχειριζόταν την πολιτική πτυχή του θέματος.
 
Το δικαστήριο ανέφερε ότι τον έλεγχο και την ευθύνη του φορτίου την είχε ο Κ. Παπακώστας, ενώ ο Μ. Κυπριανού δεν ενεργούσε αυτοβούλως αλλά ακολουθούσε την πολιτική του Προέδρου της Δημοκρατίας.
 
Διαπίστωσε, επίσης, πλήρη και καθολική δυσλειτουργία του κράτους στην υπόθεση της έκρηξης των εμπορευματοκιβωτίων στο Μαρί.
 
Σύμφωνα με την απόφαση, το κράτος και οι υπουργοί έχουν καθήκον προστασίας της ανθρώπινης ζωής και σημειώνεται ότι σκοπός του δικαστηρίου δεν είναι να αποδώσει ευθύνες σε άτομα που δεν είναι κατηγορούμενα.
 
Το δικαστήριο χαρακτήρισε, επίσης, ορθή πολιτική απόφαση την εκφόρτωση του φορτίου η οποία, ωστόσο, λήφθηκε χωρίς την έγκριση του υπουργικού συμβουλίου.
 
Όπως αναφέρθηκε, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ουδέποτε ενημέρωσε το υπουργικό.
 
Το δικαστήριο, σύμφωνα με την απόφαση, δεν γνωρίζει γιατί ο Γενικός Εισαγγελέας αποφάσισε να μην κατηγορηθούν ο Συνταγματάρχης Γεώργιος Γεωργιάδης και ο Αρχηγός της Εθνικής Φρουράς Κωνσταντίνος Μπισπίκας.
 
Η απόφαση ανέφερε επίσης ότι δεν μπορούσε να ληφθεί απόφαση για καταστροφή του φορτίου χωρίς την έγκριση του Προέδρου της Δημοκρατίας.

"Είχε ευθύνη ο Κ. Παπακώστας"
 
Όσον αφορά τον Κώστα Παπακώστα, αναφέρθηκε πως είχε συγκεκριμένη ευθύνη για το φορτίο αφού παραλήφθηκε εις γνώσιν του και παραδόθηκε σε χώρο της Εθνικής Φρουράς. Όπως λέχθηκε ο κ. Παπακώστας είχε την εξουσία να λάβει ειδικά μέτρα όταν ενημερώθηκε για το πρόβλημα που προέκυψε με τα φορτία.
 
Όσον αφορά τον πρώην Υπαρχηγό του ΓΕΕΦ το δικαστήριο ανέφερε ότι έχει επίσης ευθύνη αφού γνώριζε για τον κίνδυνο του φορτίου και δεν έπραξε οτιδήποτε για να το αποτρέψει, ενώ δεν παρευρέθηκε στην κρίσιμη σύσκεψη.
"Ο Σ. Αργυρού δεν είχε καμία σχέση με την υπόθεση"
 
Ο τέως Υπαρχηγός της Εθνικής Φρουράς Σάββας Αργυρού δεν είχε καμία σχέση και καμία αρμοδιότητα με την υπόθεση, σύμφωνα με την απόφαση του Κακουργιοδικείου.
 
Από τη μαρτυρία φαίνεται ότι ο Σ. Αργυρού δεν είχε «καθήκον ενέργειας», όπως αναφέρθηκε.
 
Οι Α. Νικολάου, Χ. Χαραλάμπους και Α. Λοϊζίδης είχαν «σχέση εγγύτητας» με τους πυροσβέστες και καθήκον για την ασφάλεια τους και όφειλαν να τους προειδοποιήσουν για την επικινδυνότητα του φορτίου.  
 
"Οι Χαραλάμπους και Λοϊζίδης είχαν σαφή γνώση της κατάστασης"
 
Οι κατηγορούμενοι Χαράλαμπος  Χαραλάμπους και Αντρέας Λοϊζίδης είχαν σαφή γνώση της κατάστασης που εξελισσόταν στις 11 Ιουλίου με τη φωτιά και δεν έδωσαν ούτε την υστάτη οδηγίες στους πυροσβέστες για να απομακρυνθούν από το σημείο, αναφέρει η απόφαση.
 
Όπως αναφέρθηκε οι κατηγορούμενοι 5 και 6 είχαν γνώση του κινδύνου και όφειλαν να μεριμνήσουν για την ασφάλεια του προσωπικού, αφού ο κίνδυνος ήταν άμεσος και μεγάλος. Οι κατηγορούμενοι, αναφέρθηκε στο δικαστήριο, γνώριζαν για τον κίνδυνο τον οποίο θα καλούνταν να αντιμετωπίσουν οι άντρες τους και όφειλαν να τους προειδοποιήσουν.
 
Όπως σημειώνεται στην απόφαση, αν οι κατηγορούμενοι εκπλήρωναν τα καθήκοντα τους τότε τα θύματα δεν θα επιχειρούσαν και σήμερα θα ζούσαν. Έπρεπε, σημειώνεται στην απόφαση, να δοθεί διαταγή για εκκένωση αντί κατάσβεση.
 

"Τα θύματα αφέθηκαν να αντιμετωπίσουν μόνα τους την κρίση"

Το δικαστήριο συνέδεσε ξεκάθαρα το θάνατο των 13 θυμάτων με τις παραλείψεις των κατηγορουμένων, λέγοντας ότι όσοι εκτελούσαν διαταγές δεν είχαν άλλες επιλογές.

Στην αναφορά στους Παπαδόπουλο και Ιωαννίδη, λέχθηκε πως ο δεύτερος, γνώριζε την σημαντικότητα του φορτίου, δεν έλαβε όμως διαταγές και αφέθηκε να αντιμετωπίσει την κρίση μόνος του. Το ίδιο ισχύει, όπως σημειώθηκε, και για τον Παπαδόπουλο και τους πυροσβέστες, οι οποίοι που δεν ήξεραν τι θα αντιμετώπιζαν και αφέθηκαν μόνοι να αντιμετωπίσουν τον άγνωστο για αυτούς κίνδυνο και γνωστό για τους εργοδότες τους.

H ΣΥΝΟΨΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΡΙ

Η απόφαση χωρίζεται σε οκτώ μέρη, όπως φαίνεται στο συνημμένο περίγραμμα.

Στην Εισαγωγή, παρατίθεται σε γενικές γραμμές η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, εξηγείται η δομή της απόφασης και γίνονται κάποιες εισαγωγικές παρατηρήσεις και σχόλια.

«Η πίεση της κοινής γνώμης»

Ειδικότερα, σχολιάζεται μια αναφορά συνηγόρου υπεράσπισης, ο οποίος εξέφρασε την ευχή ότι το Δικαστήριο θα αποφασίσει αποφεύγοντας την πίεση της κοινής γνώμης. Το Δικαστήριο παρέπεμψε στο δικαστικό όρκο, υποδεικνύοντας ότι είναι στη βάση του και μόνο που οι δικαστές ασκούν τα καθήκοντα τους, άνευ φόβου ή ευνοίας, προκαταλήψεως ή πάθους. Παρέπεμψε επίσης σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία, εάν η δικαιοσύνη εξαρτάτο από τις εκάστοτε εκτιμήσεις των δικαστών για την κοινή γνώμη, το δίκαιο με κάθε βεβαιότητα θα εκαταστρέφετο και τότε θα επακολουθούσε χάος.

Κατέληξε δε με τα εξής:

«Οι δικαστές αποφασίζουν κατά νόμο και κατά συνείδηση επί των διαπιστωθέντων γεγονότων και μόνο. Εάν θα ήταν δικαιολογημένο κάποιο σχόλιο ή «παράπονο», τούτο θα ήταν ακριβώς ότι, ευτυχώς η δικαιοσύνη στην Κύπρο απονέμεται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη οποιοσδήποτε εξωγενής παράγοντας». 

Στο Ιστορικό παρατίθεται μαρτυρία που έγινε κοινώς αποδεκτή ή που αποτέλεσε κοινό τόπο ή που δεν αμφισβητήθηκε, η οποία περιγράφει την εξέλιξη της όλης ιστορίας, από τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών μέχρι την έκρηξη. Αποδίδεται έτσι, ο βασικός κορμός της ιστορίας κατά τρόπο συνεχή.

Η απόφαση για εκφόρτωση στην Κύπρο και η απόφαση για το Μαρί

Στο Ιστορικό ειδικότερα, το Δικαστήριο σημείωσε ότι αποτέλεσε κοινό τόπο πως την απόφαση για εκφόρτωση στην Κύπρο την έλαβε ο ΠτΔ.

Σε σχέση με την τοποθέτηση του φορτίου στη Ναυτική Βάση, το Δικαστήριο αναφέρθηκε  σε πρακτικό σύσκεψης που έλαβε χώρα στις 12.2.2009, υπό την αιγίδα του υπουργού Άμυνας, στο οποίο καταγράφεται ότι:

«η Κυπριακή κυβέρνηση έλαβε την απόφαση εκφόρτωσης και φύλαξης του υλικού αυτού σε κατάλληλους  χώρους εντός της Ναυτικής Βάσης «Ευάγγελος Φλωράκης» (ΝΒΕΦ) στη περιοχή Μαρί την Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009».

Σημειώνεται περαιτέρω ότι στις 6.2.2009, όταν ακόμα το φορτίο βρισκόταν στο πλοίο, σε σύσκεψη στα γραφεία της Διοίκησης Λιμενικής και Ναυτικής Αστυνομίας,  έγινε εισήγηση για μετακίνηση του πλοίου από το αγκυροβόλιο Λεμεσού στο αγκυροβόλιο Βασιλικού η οποία όμως απορρίφθηκε διότι, μεταξύ άλλων, ο προτεινόμενος χώρος γειτνίαζε με τον Ηλεκτροπαραγωγό Σταθμό Βασιλικού, τον μεγαλύτερο Ηλεκτροπαραγωγό Σταθμό της Κύπρου. Ενώ, ορθά είχε αποκλεισθεί τότε το Βασιλικό ακόμα και ως χώρος αγκυροβόλησης του πλοίου, αργότερα το πλοίο εκφορτώθηκε στην πλατεία της ΝΒΕΦ και τελικά τοποθετήθηκε σε απόσταση 200 περίπου μέτρων  από την περίφραξη που χωρίζει την ΝΒΕΦ από τον Ηλεκτροπαραγωγό Σταθμό Βασιλικού.  Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ενώ αυτό  το ζήτημα δεν έχει άμεση σχέση με τα επίδικα θέματα , είναι ενδεικτικό του όλου χειρισμού.

Ο τρόπος στοίβαξης

Αιτιώδη σχέση με τα επίδικα περιστατικά και ειδικά με την τραγική κατάληξη,  έχει ο τρόπος στοίβαξης του φορτίου, το οποίο τοποθετήθηκε χωρίς να ληφθεί υπόψη το ζήτημα της επικινδυνότητας αυτού τούτου του φορτίου, αλλά μόνο οι εξωγενείς κίνδυνοι (δολιοφθορά από καταδρομικά τμήματα ή πράκτορες). Τα εμπορευματοκιβώτια τοποθετήθηκαν σε στοιβάδα, μοιάζοντας έτσι «με μια μικρή τριώροφη πολυκατοικία» με τα πυρομαχικά να είναι ερμητικώς κλειστά και εκτεθειμένα κατά άμεσο τρόπο στην ηλιακή ακτινοβολία και τις καιρικές συνθήκες. Τέτοιος τρόπος στοίβαξης παραβίαζε κατάφορα σχετική πάγια διαταγή του ΓΕΕΦ, σύμφωνα με την οποία τα πυρομαχικά πρέπει να φυλάσσονται σε αποθήκες που να απέχουν μεταξύ τους  60-70 μέτρα και που να παρέχουν προστασία από υπερβολική θερμοκρασία ή υγρασία και συνθήκες καλού αερισμού. Η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων κατέδειξε ότι ο τρόπος στοίβαξης είχε αιτιώδη σχέση με τη τραγική κατάληξη.

Η μαρτυρία και ο ρόλος του Γ.Γεωργιάδη

Ως βασικός μάρτυρας παρουσιάστηκε ο συνταγματάρχης Γ. Γεωργιάδης για τη μαρτυρία του οποίου χρειάστηκαν οκτώ δικάσιμοι. Το Δικαστήριο όμως έκρινε ότι η μαρτυρία του καλύπτεται στο μεγαλύτερο της μέρος από άλλη μαρτυρία και λαμβάνοντας υπόψη ότι η μαρτυρία του ήταν εγγενώς ύποπτη και επισφαλής επέλεξε να μην τη χρησιμοποιήσει σε βάρος των κατηγορουμένων, αλλά να εξονυχίσει όλη την άλλη  μαρτυρία και επί αυτής να προβεί σε ευρήματα.

Σε σχέση με το Γ. Γεωργιάδη, το Δικαστήριο ανέφερε ειδικότερα τα εξής:

«Θα πρέπει περαιτέρω να ληφθεί υπόψη ότι ο Γ. Γεωργιάδης είχε από την πρώτη στιγμή κεντρικό ρόλο. Ειδικότερα, αυτός είναι που τοποθέτησε τα εμπορευματοκιβώτια με τον απαράδεκτο, ως άνω, τρόπο κατά παράβαση των πάγιων διαταγών και χωρίς να ληφθούν υπόψη οποιοιδήποτε άλλοι κίνδυνοι παρά για το ίδιο το φορτίο. Η δικαιολογία που έδωσε αντεξεταζόμενος ήταν ότι επρόκειτο για προσωρινή στοίβαξη και ότι είχε ενεργήσει με βάση εντολές.

Εάν ήταν κατηγορούμενος, ο ισχυρισμός του ότι εκτελούσε διαταγές θα έπρεπε να εξεταστεί λαμβανομένου υπόψη τού ότι η υποχρέωση κατωτέρου να εφαρμόσει διαταγή δεν διαγράφει το δικαίωμα του να αρνηθεί την εκτέλεση εκδήλως εσφαλμένης ή παράνομης διαταγής (obviously improper or contrary to law), δικαίωμα το οποίο μπορεί να μετατραπεί σε εκ του Συντάγματος υποχρέωση όταν διακυβεύεται το ύψιστο έννομο αγαθό, η ζωή. Είναι όμως χαρακτηριστικό της όλης κατάστασης ότι ο Γεωργιάδης έτυχε και εύφημης μνείας από την ηγεσία της ΕΦ για πράξεις που συνιστούσαν παραβίαση των πάγιων διαταγών της ΕΦ».

Σε ένα τελευταίο σχόλιο για το   Γεωργιάδη το Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στο γεγονός ότι τόνισε την αρνητική πλευρά του ρόλου του, πρόσθεσε ότι δεν  θα ήταν δίκαιο να διαγράψει τις μετέπειτα προσπάθειες του να θέσει το πρόβλημα και να ληφθούν μέτρα.

Απόρριψη της εκδοχής των κατηγορουμένων

Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, το Δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή των κατηγορουμένων ότι δεν είχαν αντίληψη του κινδύνου επειδή τους είχε παραπλανήσει ο Γεωργιάδης, λέγοντας τους ότι «η πυρίτιδα καίγεται και δεν εκρήγνυται» και επειδή δεν είχαν τις κατάλληλες προειδοποιήσεις. Ειδικότερα, απέρριψε τους ισχυρισμούς του διευθυντή και του αναπληρωτή διευθυντή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας ότι δεν γνώριζαν πως η πυρίτιδα είναι εκρηκτικό ή επικίνδυνο υλικό.

Αντίθετα δέχθηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία πολλών μαρτύρων κατηγορίας για προειδοποιήσεις προς τους δύο πρώην υπουργούς για τους κινδύνους που εγκυμονούσε το φορτίο, καταλήγοντας ότι όλοι οι κατηγορούμενοι είχαν επίγνωση του κινδύνου, πλην όμως όσοι είχαν νομικό καθήκον να  τον αποτρέψουν,  παρέλειψαν να το πράξουν.

Η ποινική ευθύνη από παραλείψεις

Όμως, δεν έχουν όλοι όσοι γνωρίζουν ένα κίνδυνο καθήκον να ενεργήσουν προς αποτροπή του. Στο μέρος της απόφασης όπου αναλύεται η νομική πτυχή, το Δικαστήριο εξήγησε ότι  η έννοια του εγκλήματος δια παραλείψεως συνιστά εξαίρεση στο γενικό κανόνα ότι το ποινικό δίκαιο ασχολείται με πράξεις που προκαλούν κακό, αφήνοντας τις παραλείψεις να αποτραπεί το κακό στη σφαίρα της ηθικής.

Είναι σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που μπορεί να αποδοθεί ποινική ευθύνη λόγω παράλειψης κάποιου να αποτρέψει τον κίνδυνο. Μόνο όταν κάποιος έχει συγκεκριμένο καθήκον, αναγνωρισμένο από το νόμο ή τη νομολογία, μπορεί να βρεθεί ένοχος για παράλειψη . Το Δικαστήριο αναφέρθηκε σε σχετική νομολογία της Αγγλίας, της Αυστραλίας και του Καναδά.

Συζητήθηκε ειδικότερα το θέμα του καθήκοντος επιμέλειας που μπορεί να έχουν υπουργοί και μέλη της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας.  Ως προς τους υπουργούς, υποδείχθηκε ότι αυτοί υπόκεινται στις ίδιες δικονομικές και ουσιαστικές ρυθμίσεις από πλευράς ποινικού δικαίου, χωρίς να διαφοροποιούνται από άλλα πρόσωπα.

Για τις υποχρεώσεις του κράτους και των λειτουργών του, στο βαθμό που έχουν προσωπική ανάμειξη και ευθύνη, έγινε αναφορά σε πολύ πρόσφατη, (ημερομηνίας 19.6.2013), απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας, που αφορούσε αγωγή εναντίον του Υπουργείου Άμυνας για το θάνατο άγγλων στρατιωτών στο Ιράκ. Εκεί αποφασίστηκε, ότι το κράτος, πέραν της υποχρέωσης του να θέτει το νομοθετικό πλαίσιο για την προστασία της ανθρώπινης ζωής και να διασφαλίζει την αποτελεσματική εφαρμογή τέτοιας νομοθεσίας, έχει επίσης θετική υποχρέωση σε περίπτωση που υφίσταται άμεσος και πραγματικός κίνδυνος ζωής, να λαμβάνει προληπτικά μέτρα για προστασία της ζωής όσων βρίσκονται υπό την εξουσία του.

Για το ζήτημα των ορίων του καθήκοντος επιμέλειας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, το Δικαστήριο δεν ακολούθησε την αγγλική νομολογία η οποία αναγνωρίζει περιορισμένο μόνο καθήκον, αλλά τη νομολογία των Δικαστηρίων της Σκωτίας, θεωρώντας ότι συνάδει με το δικό μας Σύνταγμα.

Οι περιβάλλουσες περιστάσεις

Μετά την ανάλυση της νομικής πτυχής καταγράφτηκε το γενικότερο πλαίσιο εντός του οποίου εκδηλώθηκε η κρινόμενη συμπεριφορά των κατηγορουμένων, ως ακολούθως:

«Πριν προχωρήσουμε στην υπαγωγή των γεγονότων στις παραπάνω νομικές αρχές, θα συνοψίσουμε τα γεγονότα στο βαθμό που χρειάζεται για να τεθεί το γενικότερο πλαίσιο εντός του οποίου είχαν ενεργήσει οι κατηγορούμενοι.

Σκοπός μας βέβαια δεν είναι  να αποδώσουμε ποινικές ευθύνες σε πρόσωπα που δεν είναι κατηγορούμενοι. Τα Δικαστήρια λειτουργούν με βάση τις προδιαγεγραμμένες  από το Σύνταγμα και τους νόμους αρμοδιότητες τους. Κατά τον προβλεπόμενο μηχανισμό απονομής δικαιοσύνης, μόνο όταν ασκηθεί δίωξη, σε σοβαρά αδικήματα από τον Γενικό Εισαγγελέα, μπορούν τα Δικαστήρια, αφού ακούσουν και τις δύο πλευρές με όλες τις διασφαλίσεις για ένα κατηγορούμενο, να αποδώσουν ποινική ευθύνη.

Σκοπός μας είναι να καταγράψουμε τις περιβάλλουσες περιστάσεις,  ώστε να τις έχουμε υπόψη στο επόμενο στάδιο, όταν θα εξετάζουμε το ζήτημα της ευθύνης των κατηγορουμένων, βασικά των πρώην υπουργών, για να μπορέσουμε να κρίνουμε κατά πόσον είναι τέτοιας φύσης ώστε να επηρεάζουν την τελική ετυμηγορία ή, σε περίπτωση που θα ακολουθήσει καταδίκη, την ποινή. Υπ’αυτή την έννοια όχι μόνο μπορούμε, αλλά οφείλουμε να διευκρινίσουμε και να αξιολογήσουμε όλα τα σχετικά γεγονότα και στοιχεία.

[1]  Αποτέλεσε κοινό τόπο ότι η απόφαση για εκφόρτωση και κατάσχεση του φορτίου ήταν μια ορθή πολιτική απόφαση, επιβεβλημένη εκ των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας. Θα πρέπει όμως παράλληλα να σημειώσουμε ότι το φορτίο εκφορτώθηκε στην Κύπρο χωρίς απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου το οποίο σύμφωνα με το Σύνταγμα είναι το όργανο που ασκεί την εκτελεστική εξουσία επί παντός θέματος, εξαιρουμένων των αρμοδιοτήτων που ρητώς διαφυλάσσονται υπέρ του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας. Η υπό του Υπουργικού Συμβουλίου ασκούμενη εκτελεστική εξουσία, περιλαμβάνει μεταξύ άλλων, τη γενική διεύθυνση και τον έλεγχο της διακυβέρνησης της Δημοκρατίας και τη διεύθυνση της γενικής πολιτικής ως και την εποπτεία και διάθεση της περιουσίας που ανήκει στη Δημοκρατία (Άρθρο 54 του Συντάγματος). Ούτε εκ των υστέρων τέθηκε η απόφαση του ΠτΔ ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου προς έγκριση. Το σοβαρό αυτό ζήτημα ουδέποτε συζητήθηκε στο αρμόδιο σώμα, το Υπουργικό Συμβούλιο. Το μόνο που γνώριζαν οι Υπουργοί ήταν η επιφανειακή ενημέρωση που τους έγινε από τον ΠτΔ στις 11.2.2009. Ο ΠτΔ ανέφερε ότι θα τους ενημέρωνε σε προσεχή συνεδρία. Ουδέποτε τους ενημέρωσε, ούτε οι ίδιοι ζήτησαν να ενημερωθούν.

Τα παραπάνω δεν εγείρουν μόνο ζήτημα τάξης, αλλά έχουν και πρακτική σημασία, εφόσον η συζήτηση στο Υπουργικό Συμβούλιο, είτε προς λήψη απόφασης, είτε προς έγκριση της απόφασης του ΠτΔ, θα καθιστούσε το πρόβλημα, πρόβλημα συνολικής διαχείρισης από τους έχοντες την εκτελεστική εξουσία προσφέροντας έτσι την ευκαιρία να συζητηθούν όλες οι πτυχές, να ακουστούν απόψεις, προβληματισμοί, ανησυχίες, προτάσεις.

Να συζητηθούν και βεβαίως να καταγραφούν σε πρακτικά του υπουργικού συμβουλίου, ώστε [εάν προέκυπτε ανάγκη, όπως τώρα προέκυψε]   να μπορούσε να διαπιστωθούν τα γεγονότα που οδήγησαν στις επίμαχες αποφάσεις, όπως επιβάλλει η αρχή για  “δημόσια λογοδοσία” (public accountability).

[2]  Αντί τούτου, το τι έχουμε μπροστά μας σήμερα είναι μόνο η αναφορά στο τεκμήριο 66.11 για «απόφαση της κυβέρνησης» να τοποθετηθούν εκατοντάδες τόνοι πυρίτιδας δίπλα από τον κύριο ηλεκτροπαραγωγό σταθμό της χώρας και μάλιστα με τον  τρόπο που τοποθετήθηκαν, χωρίς κανένας να γνωρίζει τις περιστάσεις υπό τις οποίες δόθηκε η διαταγή Μπισμπίκα.

Ήταν η κατηγορηματική θέση της κατηγορούσας αρχής στην τελική αγόρευση που αποτέλεσε και κοινό τόπο ότι:

«Στις 19.2.2009 ο Επιτελάρχης του ΓΕΕΦ ο ταξίαρχος Σοφιανίδης κάλεσε τον ΜΚ7 στο γραφείο του και του παρέδωσε ένα χειρόγραφο σχεδιάγραμμα στο οποίο φαινόταν ο τρόπος στοίβαξης των εμπορευματοκιβωτίων όταν θα τέλειωνε η κατασκευή της τσιμεντένιας πλάκας. Ο τρόπος που σχεδιάστηκε ήταν με οδηγίες του ίδιου του Αρχηγού του ΓΕΕΦ και με μοναδικό σκοπό την αποφυγή δολιοφθοράς ή κλοπής ή οποιασδήποτε κακόβουλης ενέργειας από ξένους πράκτορες καταδρομείς κ.τ.λ.».

Αυτή είναι η επίσημη θέση της Πολιτείας. Όμως, η Πολιτεία δεν κατηγόρησε, ούτε τον Μπισμπίκα, ούτε τον Σοφιανίδη, για δε τον Γεωργιάδη η δίωξη δεν προχώρησε, παρά το ότι η μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή προώθησε και υιοθέτησε ως την τελική της θέση, αποδίδει σ’ αυτούς τους τρείς παράνομη πράξη και όχι παράλειψη, όπως αποδίδεται στους κατηγορούμενους. Πρόκειται δε για μαρτυρία που για τον Γεωργιάδη έλαβε τη μορφή ομολογίας.

Η δίωξη οποιουδήποτε είναι αποκλειστική αρμοδιότητα του Γενικού Εισαγγελέα. Το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να κρίνει, ούτε είναι σε θέση να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους ο Γενικός Εισαγγελέας δεν κατηγόρησε τα εν λόγω πρόσωπα. Το ζήτημα όμως τίθεται για να καταδειχθεί ότι, εξ αντικειμένου, με τον χειρισμό που έγινε, δεν μπόρεσαν να αποκαλυφθούν οι περιστάσεις υπό τις οποίες δόθηκε η διαταγή Μπισμπίκα, όπως θα μπορούσε ενδεχομένως να γίνει εάν ο Μπισμπίκας ήταν κατηγορούμενος.

Σημειώνουμε ότι αντί (και) του Μπισμπίκα διώχθηκε αρχικά ο Τσαλικίδης, ο οποίος δεν δημιούργησε  την κατάσταση, χωρίς όμως συνέχεια. Η εξήγηση που έδωσε η κατηγορούσα αρχή ήταν η εξής:

«κα Ευθυβούλου:……… γιατί ενώ καταχωρήθηκε υπόθεση εναντίον του κυρίου Τσαλικκίδη και βρισκόταν στο εξωτερικό που είναι η συνήθης διαμονή του και ενώ επιδόθηκε δεόντως και εκδόθηκε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης από τις κυπριακές αρχές, οι ελλαδικές αρχές αρνήθηκαν να τον αφήσουν προς εκδίκαση ενώπιον της κυπριακής δικαιοσύνης γιατί έχουν ξεκινήσει οι ελλαδικές αρχές διαδικασία για τα ίδια γεγονότα ώστε να εκδικαστεί η υπόθεση ενώπιον των ελλαδικών στρατιωτικών δικαστηρίων στην ουσία». 

[3]  Ακολουθεί το ζήτημα των αντιφατικών επιστολών προς τη ΜΑΝΥ οι οποίες κατά τον Χατζημιχαήλ και Αιμιλίου δεν προέρχονταν από το Υπουργείο Εξωτερικών, αλλά από το Προεδρικό, το Διπλωματικό Γραφείο του ΠτΔ.

Πώς στις 3.2.2009, η Κύπρος δεν είχε «the capabilities or facilities for storing, safe-keeping or disposing of such material in such quantities» και δέκα μέρες αργότερα κατόρθωσε να υπερπηδήσει τις δυσκολίες και να βεβαιώνει τα Ηνωμένα Έθνη ότι υπήρχαν «adequate and appropriate facilities for safe storage of the cargo»; Δεν έχουμε καμιά μαρτυρία που να εξηγεί τη θεαματική αυτή αλλαγή. Το μόνο που τέθηκε ενώπιον μας, ως ενδιάμεσο γεγονός, ήταν η προτροπή της αρμόδιας επιτροπής του Συμβουλίου Ασφαλείας προς την Κύπρο να διερευνήσει τη δυνατότητα συνεργασίας με άλλες χώρες για την ασφαλή φύλαξη ή διάθεση του φορτίου. Αντί διερεύνησης για συνεργασία με άλλες χώρες, ακολούθησε η διαβεβαίωση.

Διαβεβαίωση η οποία, προερχόμενη από το Προεδρικό Μέγαρο, το Διπλωματικό Γραφείο του Προέδρου της Δημοκρατίας, συνιστούσε επίσημη παράσταση προς τα Ηνωμένα Έθνη -  urbi et orbi - ότι η Κύπρος ήταν σε θέση να φυλάξει με ασφάλεια το φορτίο και δημιουργούσε μια επιπλέον υποχρέωση – και προς τη διεθνή κοινότητα – για ασφαλή φύλαξη. Το γεγονός αυτό επαναφέρει τη διαφορά από την περίπτωση  πυρομαχικών της ΕΦ που δεν αφορούν ούτε την πολιτική ηγεσία, μήτε τα Ηνωμένα Έθνη.  Όμως, παρά τις παραστάσεις και τη συνεπακόλουθη πολιτική δέσμευση για ασφαλή φύλαξη, το φορτίο τοποθετήθηκε, με διαταγή στο πιο ψηλό στρατιωτικό επίπεδο, κατά παράβαση κάθε κανόνα ασφαλείας  και αφέθηκε εν τέλει στην τύχη του.

[4]  Θα πρέπει περαιτέρω, με σκοπό πάντα τον προσδιορισμό του πλαισίου εντός του οποίου ενήργησαν οι κατηγορούμενοι, να έχουμε κατά νου το γενικό κλίμα που κυριαρχούσε για όλους όσοι ενεπλάκησαν στο θέμα. Ήταν ένα κλίμα αποτρεπτικό οποιασδήποτε αποτελεσματικής πρωτοβουλίας.  Ενδεικτική του κλίματος αυτού είναι η μαρτυρία Διονυσίου περί επιδίωξης να παραπεμφθεί η λήψη απόφασης στις «ελληνικές καλένδες». Στα ίδια πλαίσια εντάσσεται και η αναφορά Καρεκλά περί «βασιλικής διαταγής και τα σκυλιά δεμένα». Αυτά βέβαια τότε, εν αναμονή της επίσκεψης του ΠτΔ στη Συρία και στα Ηνωμένα Έθνη.  Όμως σε εκείνη τη σύσκεψη, στις 6.8.2009, είχαν ήδη εκφραστεί ανησυχίες από το ΥΠΑΜ και την ΕΦ για την ασφάλεια του φορτίου, λόγω της αποσταθεροποίησης της πυρίτιδας.

Παρά ταύτα, σ’ αυτή την πτυχή δεν δόθηκε καμία σημασία.

Απλώς αφέθηκαν τα πράγματα μέχρι τον Οκτώβριο του 2009, χωρίς και πάλιν όμως να δοθεί συνέχεια.

[5]  Μεσολάβησε, στις 31.8.2009, η δήλωση του ΠτΔ προς τον Πρόεδρο της Συρίας ότι «το φορτίο δεν θα δοθεί σε οποιοδήποτε και θα παραμείνει φυλαγμένο στη Κύπρο, μέχρις ότου είναι δυνατή η επιστροφή του στη Συρία ή το Ιράν». 

Αυτή ήταν η κρατική πολιτική στα πλαίσια της οποίας δεν θα έπρεπε να μεταβληθεί το statusquo.

Έρεισμα για αλλαγή της πολιτικής, θα μπορούσε να δώσει η ένδειξη για αλλαγή στάσης του Ιράν στην οποία αναφέρθηκε ο Παντελίδης. Όμως, ούτε τότε έγινε οτιδήποτε. Η μαρτυρία Παντελίδη ότι υπήρχε συγκατάθεση του Προέδρου της Δημοκρατίας για καταστροφή του φορτίου, στερείται κάθε πειστικότητας, αν όχι σοβαρότητας. Υπενθυμίζουμε, πως ο ισχυρισμός του ήταν ότι για ένα τέτοιο ζήτημα, εξέλαβε τη σιωπή του ΠτΔ ως συγκατάθεση και ότι, έχοντας τέτοια συγκατάθεση μετέβη στη σύσκεψη της 7.2.2011, χωρίς όμως να μεταφέρει τη θέση του Προέδρου, διότι δεν είχε «οδηγίες», αλλά «συγκατάθεση».  Εάν  είχε έστω και τη σιωπηρή συγκατάθεση του ΠτΔ σε μια σύσκεψη όπου ο Υπουργός Άμυνας ήταν πολύ ανήσυχος και τόνιζε ξανά και ξανά την επικινδυνότητα του φορτίου κι όπου ο Ν. Γεωργιάδης τους εξηγούσε κατά τρόπο συγκροτημένο ότι υπήρχε κίνδυνος ανάφλεξης ή ακόμα και έκρηξης, ο Παντελίδης θα είχε μεταφέρει τη συγκατάθεση του ΠτΔ και δεν θα περιοριζόταν  σε έκφραση προσωπικών απόψεων, όπως το έθεσε, με αποτέλεσμα να συνεχίσει η εκκρεμότητα. Τέτοια συγκατάθεση δεν δόθηκε.

[6]  Το βέβαιο, σε σχέση με τα ζητήματα αυτά,  από τη μαρτυρία Παντελίδη - διότι το κατέγραψε σε ανύποπτο χρόνο- ήταν πως είχε ενημερώσει τον ΠτΔ στις 3.9.2010, ότι οι στρατιωτικοί ήθελαν την καταστροφή του φορτίου «λόγω των κάποιων κινδύνων που υπάρχουν με τις ψηλές θερμοκρασίες που αναπτύσσονται μέσα στα εμπορευματοκιβώτια το καλοκαίρι και … ότι η ΕΦ είναι σε θέση από τεχνικής άποψης να διεκπεραιώσει το θέμα της καταστροφής».

Παρά ταύτα και παρά τη ρητή προειδοποίηση  που έφτασε στον ίδιο τον ΠτΔ  σε σχέση με τις ψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού , τα πράγματα αφέθηκαν ως είχαν μέχρι το επόμενο, το τρίτο και μοιραίο, καλοκαίρι.

[7]  Θα πρέπει περαιτέρω, να έχουμε κατά νου, τις ενέργειες και του μετέπειτα αρχηγού της ΕΦ, Τσαλικίδη.

Είναι γεγονός ότι έθεσε με την επιστολή του το πρόβλημα.  Όμως, όταν επιτέλους συνεκλήθη η σύσκεψη της 7.2.2011, ενώ ο πολιτικός του προϊστάμενος τόνιζε  την επικινδυνότητα του φορτίου και ενώ ο αξιωματικός του Ν. Γεωργιάδης εξηγούσε με σαφήνεια τους κινδύνους, διασυνδέοντας τους ευθέως με την πάροδο του χρόνου και την έκθεση του ευρισκομένου σε κλειστό χώρο φορτίου στις πολύ ψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού και ενώ οι πολιτικοί, παρά την αρχική στάση του τότε Υπουργού Άμυνας, φάνηκε ότι ωθούσαν τα πράγματα σε μια περαιτέρω και αχρείαστη καθυστέρηση, ο Α/ΓΕΕΦ δεν συνεβούλευσε τον πολιτικό του προϊστάμενο, δεν διαφώνησε με το αποτέλεσμα και συνενώθηκε με όλους τους άλλους στο να παραμείνουν και πάλιν τα πράγματα ως είχαν.

Ακολουθεί η ανεπιτυχής διαδικασία αποστολής των δειγμάτων στην Ελλάδα. Ο Αρχηγός του στρατού, που γνώριζε τη σημασία του χρόνου και που είναι οι υπηρεσίες του που ανέλαβαν να διεκπεραιώσουν τη διαδικασία, δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται ξανά.

Στις 5.7.2011, όταν ο κατηγορούμενος 2 ρώτησε κατά πόσο η ΕΦ διέθετε τα μέσα για άμεση απομάκρυνση του εμπορευματοκιβωτίου και οι αξιωματικοί - υφιστάμενοι του Α/ΓΕΕΦ - άρχισαν, εκείνες τις κρίσιμες ώρες, την άκαρπη συζήτηση για το γερανό του Σούλη και το γερανό της Λεμεσού, ο Α/ΓΕΕΦ δεν επενέβη ώστε να συμβουλεύσει  τον πολιτικό προϊστάμενο του προς τη μόνη υπό τις περιστάσεις ορθή κατεύθυνση, ήτοι τη λήψη αμέσως των αναγκαίων μέτρων. Αντ’ αυτού, έγινε η παρέμβαση Μαληκκίδη που εξέτρεψε την πορεία προς άλλη κατεύθυνση.

Στις 6.7.2011, ο Τσαλικίδης επιθεωρεί τα εμπορευματοκιβώτια και ενημερώνεται επιτόπου. Όχι μόνο δεν ενεργεί ώστε ο πολιτικός του προϊστάμενος να λάβει αμέσως τις πασιφανώς αναγκαίες αποφάσεις, αλλά και δεν προωθεί ποτέ την έκθεση Γεωργιάδη την οποία έλαβε από τις 7.7.2011 και την οποία ο κατηγορούμενος 2 είχε ζητήσει να του υποβληθεί την επόμενη μέρα, μέσω του Α/ΓΕΕΦ.

Στις 11.7.2011, τις τραγικές εκείνες ώρες, εκείνο που ενδιέφερε πλέον τους επιτελείς του Α/ΓΕΕΦ, σύμφωνα με τη μαρτυρία που παρουσίασε  η κατηγορούσα αρχή και που παρέμεινε αναντίλεκτη, ήταν να φανεί μέσα από ραδιουργίες, ότι ο Λάμπρου ήταν εκείνος που παρέλειψε να διαβιβάσει την έκθεση και  όχι ο Α/ΓΕΕΦ.

Σημειώνουμε ακόμα ότι το θέμα δεν τέθηκε ποτέ ενώπιον του Συμβουλίου  Κρίσεων της ΕΦ.

Αυτό το βασικό πλαίσιο και τα γεγονότα γενικότερα όπως τα έχουμε δεχθεί, καταδεικνύουν μια καθολική, απαράδεκτη και εξοργιστική δυσλειτουργία του πολιτικού και διοικητικού συστήματος. Όμως το «σύστημα» δεν είναι πάντα απρόσωπο. Η διαπίστωση μας περί καθολικής δυσλειτουργίας  δεν μπορεί να απαλλάξει από ποινική ευθύνη όσους από τους κατηγορούμενους ήθελε κριθεί ότι έχουν το δικό τους μερίδιο (ποινικής) ευθύνης.»

Στο Έβδομο Μέρος της απόφασης, το Δικαστήριο προβαίνει σε υπαγωγή των γεγονότων στο νόμο, διαπιστώνοντας τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα καθήκοντος ενέργειας που είχε ή όχι κάθε κατηγορούμενος:

Ο 2ος κατηγορούμενος

Ο κατηγορούμενος 2, κρίθηκε ότι  είχε συγκεκριμένη ευθύνη αλλά και εξουσίες για το φορτίο και ότι αυτή  είναι η ειδοποιός διαφορά σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1.Κρίθηκε ότι είχε τον έλεγχο του φορτίου για τους ακόλουθους συγκεκριμένους λόγους:

«γιατί το φορτίο παρελήφθη εν γνώσει του από το Υπουργείο του προς φύλαξη και επειδή τοποθετήθηκε σε χώρο της ΕΦ επί της οποίας είχε εποπτεία. Δεν είχε λόγο για την τελική τύχη του φορτίου. Όμως είχε την εξουσία να ελέγξει τον τρόπο αποθήκευσης ή εν πάση περιπτώσει να παρέμβει μετά που του τέθηκε το ζήτημα των κινδύνων από την παρατεταμένη φύλαξη του σε υπαίθρια στοιβάδα. Είχε την εξουσία να διατάξει τη λήψη μέτρων οποτεδήποτε και ιδιαίτερα όταν κατέστη σαφές ότι οι «πολιτικοί λόγοι» διαιώνιζαν το πρόβλημα, ακόμα πιο ιδιαίτερα όταν ενημερώθηκε για το ενδεχόμενο έκρηξης και όλως ιδιαιτέρως όταν ενημερώθηκε για το συμβάν της 4.7.2011, οπότε και ανέλαβε την ευθύνη χειρισμού του προβλήματος και την ευθύνη λήψης αποφάσεων για την αντιμετώπιση του, ο ίδιος.

Δεν παραβλέπουμε τα όσα αναφέραμε ανωτέρω στο « Γενικότερο Πλαίσιο». Αυτά όμως δεν αναιρούν τη διαπίστωση ότι ο Υπουργός Άμυνας είχε, για τους λόγους που εξηγήσαμε, τον έλεγχο του φορτίου εν τη εννοία του άρθρου 225».

Ο 1ος κατηγορούμενος

Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1, το Δικαστήριο σημείωσε καταληκτικά τα ακόλουθα:

«Συνοψίζουμε εν κατακλείδι, ότι η μαρτυρία που προσφέρθηκε δεν στοιχειοθετεί ότι ο κατηγορούμενος 1 «διαχειριζόταν τα θέματα των 98 εμπορευματοκιβωτίων» όπως του αποδίδει το κατηγορητήριο, ούτε ότι  «δημιούργησε τον κίνδυνο» όπως του αποδίδει η εναρκτήρια δήλωση. Προσθέτουμε ακόμα γενικότερα, ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν είχε τον έλεγχο του φορτίου υπό την έννοια του άρθρου 225 ή άλλως πως.

Δεν είναι το Υπουργείο του που το παρέλαβε προς φύλαξη. Το φορτίο δεν φυλάχθηκε από υπηρεσία επί της οποίας είχε εποπτεία.  Δεν είχε εξουσία να διατάξει τη λήψη μέτρων σε σχέση με τον τρόπο φύλαξης. Γενικώς, ελλείπει το στοιχείο της αναγκαίας σύνδεσης του με το φορτίο, έτσι ώστε να μπορούσε να θεωρηθεί ότι ως υπουργός Εξωτερικών είχε σχέση εγγύτητας προς τα θύματα….

Οι υπουργοί πρέπει να τυγχάνουν της ίδιας μεταχείρισης με όλους. Θα πρέπει όμως, να έχουμε κατά νου τη λεπτή, πλην σαφή γραμμή που διαχωρίζει την πολιτική από την ποινική ευθύνη. Υπενθυμίζουμε την αναφορά από την έκθεση της Επιτροπής της Βενετίας ότι: «In a well-functioning democracy, ministers are held responsible for their policies by political means, not be resorting to criminal law».

Εν προκειμένω, ο κατηγορούμενος 1 χωρίς να έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο ή εξουσίες επί  του φορτίου, διαχειριζόταν την πολιτική διάσταση του προβλήματος, εφαρμόζοντας την πολιτική του ΠτΔ.

Είναι γεγονός ότι ασκώντας την πολιτική που του ανατέθηκε δεν έλαβε υπόψη ή και εκώφευσε στις προειδοποιήσεις για τον κίνδυνο.  Η νομολογία όμως είναι σαφής. Εάν η περίπτωση δεν μπορεί κατά το νόμο ή τη νομολογία να ενταχθεί στις εξαιρέσεις, όπου η ηθική ευθύνη μετουσιώνεται σε ποινική, δεν είναι επιτρεπτή η απόδοση ποινικών ευθυνών στην οποία και μόνο το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται.

Ο 3ος κατηγορούμενος

Για τον κατηγορούμενο 3, το Δικαστήριο κατέληξε ότι από τη μαρτυρία και τα επιχειρήματα της κατηγορούσας αρχής δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι αυτός είχε καθήκον ενεργείας, ούτε ότι εν πάση περιπτώσει είχε εξουσία να δώσει διαταγές σε σχέση με το φορτίο, από τη στιγμή που αυτό τοποθετήθηκε με τον τρόπο που τοποθετήθηκε με τη διαταγή του προηγούμενου Αρχηγού ΓΕΕΦ και παρέμεινε εκεί εν γνώσει του μετέπειτα Αρχηγού ΓΕΕΦ.

Οι κατηγορούμενοι 4, 5 και 6

Για τους κατηγορούμενους 4, 5 και 6, το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτοί είχαν καθήκον ενεργείας πρωτίστως έναντι των πυροσβεστών. Είχαν καθήκον, να μεριμνήσουν για την ασφάλεια τους, λαμβάνοντας μέτρα προστασίας από κινδύνους που ήταν ευλόγως προβλεπτοί και θα μπορούσαν να εξουδετερωθούν με εύλογα μέτρα. Είχαν ειδικότερα καθήκον, να τους προειδοποιήσουν για την ύπαρξη τέτοιων κινδύνων. Περιπλέον, είχαν υποχρέωση να ενεργήσουν με εύλογη επιμέλεια έναντι όλων όσοι ήταν προβλεπτό ότι θα επηρεάζονταν, όπως ήταν το προσωπικό της Ναυτικής Βάσης.

Με βάση τα πιο πάνω το Δικαστήριο έκρινε ότι νομικό καθήκον να αποτρέψουν τον κίνδυνο είχαν οι κατηγορούμενοι 2,4,5 και 6 και όχι οι κατηγορούμενοι 1 και 3 τους οποίους αθώωσε.

Ανθρωποκτονία ή πρόκληση θανάτου από αμέλεια;

Το Δικαστήριο εξέτασε ακολούθως τη διαφορά μεταξύ των προνοιών στις οποίες στηρίζεται το κατηγορητήριο, δηλαδή των προνοιών του άρθρου 205 του Ποινικού Κώδικα (ανθρωποκτονία) από τις πρόνοιες του άρθρου 210 (πρόκληση θανάτου από αλόγιστη πράξη). Με σκοπό να διακρίνει τις δύο περιπτώσεις ανέτρεξε σε νομολογία της Ινδίας στην οποία ισχύουν παρόμοιες πρόνοιες, της Αυστραλίας και της Αγγλίας. 

Στο τέλος,  αφού διατυπώθηκαν οι νομικές αρχές εφαρμόστηκαν στα γεγονότα της υπόθεσης και το Δικαστήριο  κατέληξε ως εξής για τον κατηγορούμενο 2:

«Με βάση το σύνολο της σχετικής μαρτυρίας και τα όσα έχουμε αναφέρει προηγουμένως για τη γνώση του κατηγορούμενου 2… δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτός είχε γνώση όχι απλώς ενός δυνητικού κινδύνου, αλλά μιας πραγματικής πιθανότητας κινδύνου θανάτου. Αναλυτικότερα:

Στο αρχικό στάδιο, είχε γνώση για τους εγγενείς κινδύνους του φορτίου. Στη συνέχεια, άρχισε να ενημερώνεται περαιτέρω. Πληροφορήθηκε για την υπαίθρια στοιβάδα και τους κινδύνους αυτανάφλεξης από τις ψηλές θερμοκρασίες. Μετά, ενημερώθηκε και για τον κίνδυνο έκρηξης. Στη σύσκεψη της 7.2.2011, σαφώς είχε επίγνωση όχι απλώς της δυνατότητας,  αλλά μιας πραγματικής πιθανότητας να προκληθεί μαζικός θάνατος, όπως ο ίδιος τελικά δεν το αρνήθηκε, πλην όμως αντί για κίνδυνο έκρηξης μιλούσε για κίνδυνο μαζικής πυρκαγιάς στο φορτίο αλλά και στα πυρομαχικά της Βάσης. Πάντως, ο κίνδυνος έκρηξης τού είχε ειδικά εξηγηθεί από τον Ν. Γεωργιάδη ο οποίος τον συνέδεσε, τόσο με το γεγονός ότι οι πυρίτιδες βρίσκονταν αποθηκευμένες σε κλειστό χώρο, όσο και με τον παράγοντα χρόνο και τις θερμοκρασίες του κυπριακού καλοκαιριού. Ο κατηγορούμενος 2 είχε γνώση αυτών των δεδομένων και αντίστοιχη αντίληψη του κινδύνου.

Στα μέσα του τρίτου πλέον καλοκαιριού έγινε το συμβάν της 4.7.2011. Μετά την ενημέρωση της οποίας έτυχε, στις 5.7.2011 και στις 6.7.2011, είχε πλήρη εικόνα της κορύφωσης του κινδύνου. Τότε πλέον, η σκιά του θανάτου βάραινε απειλητικά πάνω από το Μαρί. Ο κίνδυνος θανάτου ήταν αδιαμφισβήτητα ορατός. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Faure αποτελούσε «a substantial, or real and not a remote chance». Ο κατηγορούμενος 2 δεν επικαλέστηκε οποιοδήποτε υποκειμενικό πρόβλημα που ευλόγως θα τον δικαιολογούσε να μην αντιληφθεί τέτοιο κίνδυνο από τα δεδομένα που γνώριζε. Ό,τι έπραξε ήταν να προσφέρει την εκδοχή που απορρίψαμε. Δεν έχουμε αμφιβολία ότι είχε επίγνωση ορατού κινδύνου θανάτου, πλην όμως  δεν ανταποκρίθηκε στο επιβαλλόμενο επίπεδο ευθύνης.»

Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι δεν αποδίδει στον κατηγορούμενο 2 αδιαφορία υπό την έννοια ότι δεν είχε ανησυχία για το αποτέλεσμα. Σημείωσε όμως παράλληλα τα εξής:

«Όμως εκτιμώντας τα πράγματα συνολικά, εκείνο που έχει τελικά βαρύνουσα σημασία είναι η πλήρης απραξία, παρά την εκφρασθείσα κατά καιρούς ανησυχία. Είναι φανερή η επιλογή του κατηγορούμενου 2 - και  αυτή ήταν τελικά η στάση του έναντι της ηθικής διάστασης του προβλήματος - να ακολουθήσει ή να συνεργήσει ή να ανεχθεί μια τακτική που παρέπεμπε παρελκυστικά το πρόβλημα ξανά και ξανά στο απροσδιόριστο μέλλον και εν τέλει στη μοίρα. Δεν παραβλέπουμε το γενικότερο πλαίσιο μέσα στο οποίο ενήργησε. Έχουμε ήδη διαπιστώσει ότι αυτό δεν διαγράφει τις νομικές του ευθύνες. Δεν διαγράφει όμως, ούτε την ηθική απαξία της επιλογής του να εθελοτυφλήσει μπροστά σε τέτοιο κίνδυνο για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και με τέτοιες προειδοποιήσεις για τον παράγοντα χρόνο. Ο κίνδυνος και οι προειδοποιήσεις ήταν τέτοιες ώστε το γεγονός ότι δεν ελήφθη υπό τέτοιες περιστάσεις ποτέ κανένα μέτρο, ενώ κατά τα άλλα τούτο ήταν ευχερές, να υποδηλώνει εν τέλει αδιαφορία τέτοια ώστε να πρόκειται για υπαίτια αμέλεια εν τη εννοία του άρθρου 205» [ανθρωποκτονία από αμέλεια].

Για τους κατηγορούμενους 4, 5 και 6, το Δικαστήριο κατέληξε ως εξής:

«Οι κατηγορούμενοι 4, 5 και 6 με βάσει τα ευρήματα μας ….. είχαν αντίληψη ενός πραγματικού κινδύνου θανάτου. Σε αντίθεση όμως με τον κατηγορούμενο 2, δεν είχαν ευθύνη για τη φύλαξη του φορτίου, δεν είχαν μακρά εμπλοκή με το πρόβλημα, δεν είχαν προηγούμενη ενημέρωση. Η δική τους ευθύνη δεν ήταν πρωτογενής, υπό την έννοια ότι διατηρούσαν οι ίδιοι την επικίνδυνη κατάσταση, αλλά έγκειται στο ότι παρέλειψαν να χειριστούν ως όφειλαν την επικίνδυνη κατάσταση. Ειδικότερα οι κατηγορούμενοι 4 και 5, στο τέλος ενήργησαν απεγνωσμένα με τέτοιο τρόπο ώστε να μην μπορεί να τους αποδοθεί αδιαφορία μέχρι τέλους. Δεν είναι δίκαιο να τοποθετηθούν στο ίδιο επίπεδο αμέλειας με τον κατηγορούμενο 2. Άλλωστε, ακόμα κι αν το θέμα θα ήταν περαιτέρω συζητήσιμο, θα αρκούσαν εύλογες αμφιβολίες για το βαθμό της υπαιτιότητας τους ώστε να ενταχθούν στα πλαίσια του άρθρου 210ΠΚ» [πρόκληση θανάτου από αμέλεια].

Οι ενέργειες των θυμάτων

Έγινε εισήγηση ότι όσοι είχαν κληθεί στις 11.7.2011 για να επιληφθούν της πυρκαγιάς, ήταν πλήρως εκπαιδευμένοι και γνώριζαν ότι με βάση πάγιες διαταγές και οδηγίες θα έπρεπε να απομακρύνουν το προσωπικό σε απόσταση ασφαλείας. Όμως, οι χειριζόμενοι το επεισόδιο, παραβιάζοντας τα νόμιμα καθήκοντα τους, δημιούργησαν μια νέα κατάσταση πραγμάτων με αποτέλεσμα να διακοπεί ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των ενεργειών των κατηγορουμένων και του τελικού τραγικού αποτελέσματος.

Όμως το Δικαστήριο, αποδεχόμενο ότι οι επικεφαλής Ιωαννίδης και Παπαδόπουλος είχαν επίγνωση του κινδύνου θανάτου,  θεώρησε  ότι οι ενέργειες των θυμάτων θα πρέπει να κριθούν υπό το πρίσμα της αγωνίας και των διλημμάτων που αντιμετώπιζαν, εφόσον “η τέλεια αντίδραση μπροστά σε μια κρίση δεν είναι γνώρισμα των θνητών”, όπως η νομολογία αναγνώρισε.

Αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα:

«Ο Ιωαννίδης, ο Παπαδόπουλος, αλλά και οι υπόλοιποι βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια χωρίς προηγούμενο κρίση και με δύσκολα διλήμματα. Ο Ιωαννίδης γνώριζε ότι το φορτίο ήταν ύψιστης σημασίας και ότι ετύγχανε χειρισμού από την ηγεσία της ΕΦ και ενδιέφερε την πολιτική ηγεσία. Ο ίδιος δεν είχε καμιά επίσημη ενημέρωση και καμιά αρμοδιότητα. Παρά ταύτα, βρισκόταν μέσα σε χώρο όπου είχε την ευθύνη, χωρίς όμως να έχει ευθύνη για το ίδιο το φορτίο. Ήταν μια αλλόκοτη κατάσταση στα πλαίσια της οποίας ο Ιωαννίδης κλήθηκε να χειριστεί την κρίση τις πρωινές ώρες της 11.7.2011, αναγκασμένος να λάβει αποφάσεις υπό τις πλέον πιεστικές συνθήκες για το υψίστης σημασίας φορτίο, την ασφάλεια της Ναυτικής Βάσης και του προσωπικού της, αλλά και την ασφάλεια του ηλεκτροπαραγωγού σταθμού. Δεν είχε γίνει καμιά προεργασία προς αντιμετώπιση ενδεχόμενης κρίσης. Υπενθυμίζουμε ότι το συμβούλιο κρίσεων της ΕΦ, ουδέποτε επελήφθη του θέματος, ούτε με άλλο τρόπο εξετάστηκε το πρόβλημα με σοβαρότητα ώστε να υπάρχουν  σχέδια αντίδρασης, παρά τις ανησυχίες που εξέφραζε η ΕΦ και παρά την κραυγαλέα προειδοποίηση στις 4.7.2011. Ακόμα και κατά την κορύφωση της κρίσης και ενώ ο Ιωαννίδης βρισκόταν σε τηλεφωνική επαφή με τον Α/ΓΕΕΦ, δεν έλαβε διαταγές όπως θα ήταν το αναμενόμενο προκειμένου για ένα πειθαρχημένο στρατιωτικό σώμα, αλλά αφέθηκε να αντιμετωπίσει μόνος του τα διλήμματα και την κρίση.»

Για τους πυροσβέστες αναφέρθηκαν ειδικότερα τα εξής:

«Τα ίδια ισχύουν και για τον Παπαδόπουλο και τους πυροσβέστες. Αυτοί μάλιστα, πριν ανταποκριθούν στο επεισόδιο δεν είχαν καμιά γνώση. Μεταξύ άλλων, τώρα τέθηκε και το ερώτημα από πλευράς υπεράσπισης κατά πόσο, εάν ο Παπαδόπουλος είχε οποιεσδήποτε αμφιβολίες για τους σχετικούς κινδύνους, γιατί δεν ρώτησε το τηλεφωνείο όπως ήταν εκπαιδευμένος να κάνει ή τους κατηγορούμενους 5 και 6.

Όμως το πραγματικό ερώτημα, το ερώτημα που έχει ηθικό υπόβαθρο, δεν αφορά την αντίδραση ενός λοχία σε στιγμές κρίσης, αλλά τις υποχρεώσεις των ηγητόρων του, οι οποίοι ενώ είχαν την ευκαιρία για νηφάλια ανάλυση και λήψη μέτρων χωρίς πίεση και αγωνία, δεν τον προειδοποίησαν, δεν τον καθοδήγησαν και τον άφησαν να αντιμετωπίσει την κρίσιμη κατάσταση, αναμένοντας από τον ίδιο να τους ερωτήσει.»

Το Δικαστήριο κατέληξε ως εξής για το ζήτημα αυτό:

«Εν τέλει, το ουσιαστικό ερώτημα είναι κατά πόσο, οι ενέργειες των θυμάτων ήταν τέτοιας φύσεως, ώστε υπό το σύνολο των περιστάσεων, να θεωρηθεί ότι δεν είναι δίκαιο να αποδοθεί ευθύνη στους κατηγορούμενους για τις δικές τους παραλείψεις. Η απάντηση είναι ότι η ηθική απαξία της συμπεριφοράς των κατηγορουμένων παραμένει και οι παραλείψεις τους συνεχίζουν να είναι ενεργές και ουσιαστικές αιτίες του θανάτου των θυμάτων.

Αντίθετα, στερείται ηθικού και νομικού ερείσματος η αντίληψη ότι «η επιλογή» των θυμάτων, όσων είχαν «επιλογή»,  να παραμείνουν σε ό,τι αντιλαμβάνονταν εκείνες τις ώρες ως το χρέος τους, για το οποίο έδωσαν τη ζωή τους, διαγράφει τις παραλείψεις των υπαιτίων οι οποίες τους έθεσαν ή τους άφησαν στη δεινή και αγωνιώδη εκείνη κατάσταση.»

Νωρίτερα Σήμερα.

//www.youtube.com/watch?v=btqZmV1d8fg
 
 
//www.youtube.com/watch?v=WhrzyZzaic4
 
 //www.youtube.com/watch?v=6glypWYsths
 
//www.youtube.com/watch?v=W1TWlex6D24
 
 
 Για τη σημασία της απόφασης μίλησε στα Νέα του ΑΝΤ1 ο δικηγόρος Χρίστος Τριανταφυλλίδης:
 
 
Τέλος στην αγωνία για τους συγγενείς των 13 θυμάτων της τραγωδίας στο Μαρί, θα βάλει σε λίγο το Μόνιμο Κακουργιοδικείο, που συνεδριάζει στη Λάρνακα, με την έκδοση της απόφασής του.
 
 Ήδη όλοι όσοι θα εισέρχονταν εντός της δικαστικής αίθουσας έχουν εισέλθει και αρχίζει η ανάγνωση της απόφασης.
 
Στο εδώλιο του κατηγορουμένου βρίσκονται οι πρώην Υπουργοί Εξωτερικών Μάρκος Κυπριανού και Αμυνας Κώστας Παπακώστας, ο τέως Υπαρχηγός της Εθνικής Φρουράς Σάββας Αργυρού, ο Διευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Ανδρέας Νικολάου και οι τελούντες σε διαθεσιμότητα Υποδιευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Χαράλαμπος Χαραλάμπους και Διοικητής της ΕΜΑΚ Αντρέας Λοϊζίδης. 
 
Αντιμετωπίζουν κατηγορίες που αφορούν ανθρωποκτονία και πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης ή επικίνδυνης ή απερίσκεπτης πράξης ή συμπεριφοράς. 
 
Το Μάρτιο του 2012 είχαν καταχωρηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο κατηγορητήρια για οκτώ πρόσωπα. 
 
Τον Ιούλιο του ιδίου χρόνου, ανακοινώθηκε ότι ο Γενικός Εισαγγελέας Πέτρος Κληρίδης είχε αποφασίσει την απαλλαγή του Συνταγματάρχη Γιώργου Γεωργιάδη, ο οποίος στη συνέχεια εντάχθηκε στη λίστα με τους μάρτυρες κατηγορίας. 
 
Παράλληλα, αποφασίστηκε η μη συνέχιση της διαδικασίας εναντίον του τέως Αρχηγού της Εθνικής Φρουράς Πέτρου Τσαλικίδη, ύστερα από τη μη εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης του, και την απόφαση του Εισαγγελέα Στρατοδικείου Αθηνών, με την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του στην Ελλάδα. 
 
Η διαδικασία ενώπιον του Κακουργιοδικείου άρχισε εντατικά, από τις 10 Σεπτεμβρίου 2012 και ολοκληρώθηκε στις 30 Μαΐου 2013. 
 
Κατέθεσαν 125 μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης, αναγνώστηκαν εκατοντάδες σελίδες καταθέσεων, κατατέθηκαν εκατοντάδες τεκμήρια, ανάμεσα τους δεκάδες φωτογραφίες και βίντεο. 
 
Ενόψει της έκδοσης της απόφασης, η αστυνομία, σύμφωνα με τον εκπρόσωπο της, Ανδρέα Αγγελίδη, έχει εκπονήσει ειδικό σχέδιο ασφαλείας. 
 
Οι έξι κατηγορούμενοι θα φρουρούνται ο καθένας από δύο αστυνομικούς. 
 
Σύμφωνα με την Αστυνομία, μέσα στην αίθουσα, λόγω του περιορισμένου αριθμού θέσεων, θα υπάρχουν μόνο τρία άτομα για τον κάθε ένα από τους συγγενείς των θυμάτων και των κατηγορουμένων. Περιορισμός θα υπάρχει και στον αριθμό των εκπροσώπων των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, οι οποίοι δεν θα υπερβούν τους 12. Ολοι θα υποβληθούν σε αυστηρό έλεγχο, πριν από την είσοδό τους. 
 
Σημειώνεται ότι τα μέτρα ασφάλειας θα καλύψουν μεγάλη ακτίνα της περιοχής γύρω από το χώρο των δικαστηρίων, καθώς αναμένεται μεγάλη συγκέντρωση προσώπων. 
 
Ηδη η Ομάδα Πρωτοβουλίας Μνήμης της εντεκάτης Ιουλίου, που ξεκίνησε χθες πορεία, ανακοίνωσε ότι θα βρίσκεται έξω από το Δικαστήριο. 
 
Η πορεία ξεκίνησε από τη Ναυτική Βάση στο Μαρί, κατευθύνθηκε προς το αρχηγείο της ΕΜΑΚ στην Κοφίνου, όπου τελέσθηκε τρισάγιο στη μνήμη των έξι πυροσβεστών της ΕΜΑΚ, και αφού πέρασε από τους τάφους θυμάτων σε Αγγλισίδες, Αλεθρικό και Κίτι, διανυχτερευσε χθες βράδυ στο Κίτι.
 
 
 
Νωρίτερα.
 
Το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Κύπρου θα ανακοινώσει αύριο την απόφαση του σχετικά με την υπόθεση της φονικής έκρηξης που σημειώθηκε στη ναυτική βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» στο Μαρί στις 11 Ιουλίου 2011.
 
//www.youtube.com/watch?v=Ld1_D9nv0vk
 
Η διαδικασία ολοκληρώθηκε στις 30 Μαΐου 2013 ημέρα κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν οι απαντητικές αγορεύσεις των συνηγόρων υπεράσπισης των έξι κατηγορουμένων και της Κατηγορούσας Αρχής. Συνολικά για την υπόθεση κατέθεσαν 120 μάρτυρες κατηγορίας, αναγνώστηκαν εκατοντάδες σελίδες καταθέσεων και κατατέθηκαν φωτογραφίες και βίντεο.
 
Η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε στις 12 Μαρτίου 2012 όταν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, καταχωρήθηκαν οι κατηγορίες για τα οκτώ υπό κατηγορία άτομα και ζητήθηκε ημερομηνία επίδοσης των κατηγορητηρίων.
 
Ωστόσο στις 6 Ιουλίου 2012 ανακοινώθηκε στο Δικαστήριο ότι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Πέτρος Κληρίδης αποφάσισε απαλλαγή του Συνταγματάρχη Γιώργου Γεωργιάδη από τις 26 συνολικά κατηγορίες που αντιμετώπιζε και από κατηγορούμενος βρέθηκε στη θέση του μάρτυρα κατηγορίας.
 
Επίσης ο Γενικός Εισαγγελέας αποφάσισε τη μη συνέχιση της εκδίκασης της υπόθεσης εναντίον του 3ου κατηγορουμένου, πρώην Αρχηγού της Εθνικής Φρουράς Πέτρου Τσαλικίδη, ύστερα από παραλαβή της απόφασης του Εισαγγελέα Στρατοδικείου Αθηνών, ημερομηνίας 11 Ιουνίου 2012, με την οποία αποφασίστηκε η άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του στην Ελλάδα για την υπόθεση και η μη εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης του που είχε εκδοθεί στις 23 Απριλίου 2012.
 
Μετά τις αποφάσεις του Γενικού Εισαγγελέα στο εδώλιο του κατηγορουμένου κάθισαν έξι άτομα, δηλαδή οι τέως Υπουργοί Εξωτερικών Μάρκος Κυπριανού και Αμυνας Κώστας Παπακώστας, ο τέως Υπαρχηγός της Εθνικής Φρουράς Σάββας Αργυρού, ο Διευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Ανδρέας Νικολάου και οι τελούντες σε διαθεσιμότητα Υποδιευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Χαράλαμπος  Χαραλάμπους και Διοικητής της ΕΜΑΚ Αντρέας Λοϊζίδης.
 
Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν οι έξι κατηγορούμενοι είναι συνολικά 208. Οι τέσσερις πρώτοι κατηγορούμενοι δηλαδή οι τέως Υπουργοί Εξωτερικών Μάρκος Κυπριανού και Αμυνας Κώστας Παπακώστας, ο τέως Υπαρχηγός της Εθνικής Φρουράς Σάββας Αργυρού και ο Διευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Αντρέας Νικολάου αντιμετωπίζουν από 13 κατηγορίες που αφορούν ανθρωποκτονία και από 13 κατηγορίες που αφορούν πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης ή επικίνδυνης ή απερίσκεπτης πράξης ή συμπεριφοράς.
 
Ο πέμπτος και ο έκτος κατηγορούμενος δηλαδή ο Υποδιευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Πάμπος Χαραλάμπους και ο Διοικητής της ΕΜΑΚ Αντρέας Λοϊζίδης, που τελούν επίσης σε διαθεσιμότητα, αντιμετωπίζουν συνολικά από 52 κατηγορίες, δηλαδή 26 κατηγορίες για ανθρωποκτονία και 26 κατηγορίες για πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, ή επικίνδυνης ή απερίσκεπτης πράξης ή συμπεριφοράς.
 
Ταυτόχρονα ο Πάμπος Χαραλάμπους κατηγορείται ότι ενώ εκ της θέσης και ιδιότητας του ως τέως Υποδιευθυντής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας παρέλειψε μεταξύ 8ης και 11ης Ιουλίου 2011 να δώσει οδηγίες ώστε να απομακρυνθούν όλοι από τη ναυτική βάση και σε απόσταση ασφαλείας από τα εμπορευματοκιβώτια. Επίσης κατηγορείται ότι παρέλειψε να δώσει οδηγίες για ενημέρωση των πυροσβεστών σε περίπτωση κλήσης για ανταπόκριση στη ναυτική βάση για τον κίνδυνο έκρηξης των εμπορευματοκιβωτίων.
 
Ο Διοικητής της ΕΜΑΚ Ανδρέας Λοϊζίδης κατηγορείται επίσης ότι ενώ ήταν διοικητής της ΕΜΑΚ παρέλειψε να δώσει οδηγίες την 11η Ιουλίου ώστε να απομακρυνθούν όλα τα πρόσωπα από το χώρο της ναυτικής βάσης και σε απόσταση ασφαλείας, ούτε και έδωσε οδηγίες στους πυροσβέστες σε περίπτωση ανταπόκρισης στη βάση για τον κίνδυνο έκρηξης των εμπορευματοκιβωτίων.
 
Η όλη διαδικασία ξεκίνησε εντατικά, σχεδόν καθημερινά από τις 10 Σεπτεμβρίου 2012 όταν ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ανέγνωσε γραπτή εναρκτήρια δήλωση στην οποία έκανε λεπτομερή αναφορά και περιγραφή για τα γεγονότα που οδήγησαν στη φονική έκρηξη της 11ης Ιουλίου 2011 και αναφέρθηκε στο ρόλο που διαδραμάτισε ο κάθε ένας κατηγορούμενος ξεχωριστά στην όλη υπόθεση.
 
Στις 4 Μαρτίου 2013 άρχισε η απολογία των έξι κατηγορουμένων αρχής γενομένης από τον πρώην Υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Κυπριανού, αφού στις 12 Φεβρουαρίου ο Πρόεδρος του Κακουργιοδικείου Τεύκρος Οικονόμου ανακοίνωσε την απόφαση των δικαστών ότι «στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση» εναντίον των κατηγορουμένων.
 
Υπενθυμίζεται ότι δύο φορές χρειάστηκε να αναβληθεί η ακροαματική διαδικασία λόγω ασθενείας του τέως Υπουργού Αμυνας Κώστα Παπακώστα ο οποίος παρουσίασε υπέρταση και χρειάστηκε να παραμείνει στο σπίτι του για ξεκούραση και αποχή από κάθε είδους συναισθηματική φόρτιση. Ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσιάστηκε μάλιστα και πιστοποιητικό ασθενείας από τον θεράποντα ιατρό του κ. Παπακώστα που εργάζεται στο American Heart Institute στη Λευκωσία.
 
Πολλοί ήταν οι συγγενείς των θυμάτων της φονικής έκρηξης που βρίσκονταν καθημερινά σχεδόν στο Δικαστήριο και παρακολουθούσαν την όλη διαδικασία αναμένοντας με αγωνία την ολοκλήρωση της και την έκδοση της τελικής απόφασης. Καθημερινή ήταν όμως και η παρουσία στο Δικαστήριο και συγγενών των κατηγορουμένων.
 
Σημειώνεται ότι από τη φονική έκρηξη στο Μαρί έχασαν τη ζωή τους ο  Πλοίαρχος Ιωαννίδης Ανδρέας, Διοικητής Ναυτικού/ ΓΕΕΦ, ο Αντιπλοίαρχος Λάμπρου Λάμπρος, Διοικητής της Ναυτικής Βάσης, ο Αρχικελευστής Κλεάνθους Κλεάνθης, Υπαξιωματικός στη Διοίκηση της Ναυτικής Βάσης, ο  ΕΠΥ Κελευστής Ηρακλέους Μιχάλης, Υπαξιωματικός στη Διοίκηση της Ναυτικής Βάσης, οι  Ναύτες Χριστοφόρου Μιλτιάδης, Χριστοφόρου Χριστάκης και Αντώνης Χαραλάμπους της Διοίκησης Ναυτικής Βάσης, ο Αρχιλοχίας της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας  Παπαδόπουλος Ανδρέας, ο Αρχιπυροσβέστης Γιακουμής Γιώργος και οι Πυροσβέστες Κρόκος Βασίλης, Ταντής Σπύρος, Θεοφίλου Παναγιώτης και Αδάμου Αδάμος.
 

 Σχέδιο δράσης για μέτρα ασφαλείας

Ενόψει της έκδοσης της απόφασης του Κακουργιοδικείου στη Λάρνακα, για τη φονική έκρηξη στη Ναυτική Βάση στο Μαρί, η Αστυνομία έχει καταρτίσει σχέδιο δράσης για την ασφάλεια του δικαστηρίου και της γύρω περιοχής.

Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο Τύπου της Αστυνομίας Ανδρέα Αγγελίδη, η προσπάθεια είναι να μην υπάρξει οποιοδήποτε πρόβλημα, γι’ αυτό και θα υπάρχει συντονισμό διαφόρων υπηρεσιών.

Όπως είπε ο κ. Αγγελίδης, υπήρξε ήδη επικοινωνία του Αρχηγείου της Αστυνομίας με τις Αστυνομικές Διευθύνσεις  Λάρνακας και έχουν συζητηθεί διάφορα θέματα που αφορούν την ασφάλεια.