. Οι πρώτες κλινικές δοκιμές οδήγησαν σε πλήρη ύφεση της θανατηφόρας νόσου, με πλήρη εξαφάνιση των καρκινικών κυττάρων.
Οι ερευνητές ανέπτυξαν μια νέα τεχνική. Εξήγαγαν λευκά κύτταρα των ασθενών, εισήγαγαν σε αυτά ένα πρόσθετο αντικαρκινικό γονίδιο και τα εμφύτευσαν μετά ξανά στο σώμα. Τα τροποποιημένα κύτταρα ήσαν πλέον σε θέση, μόλις μια εβδομάδα μετά, να εντοπίζουν και να καταστρέφουν με αποτελεσματικότητα τα καρκινικά κύτταρα που κυκλοφορούσαν στο αίμα των ανθρώπων με λευχαιμία.
Οι πέντε ασθενείς είχαν αρχικά κάνει χημειοθεραπεία, αλλά, όπως συχνά συμβαίνει, η λευχαιμία επανήλθε, καθώς τα καρκινικά κύτταρα ανέπτυξαν την ικανότητα αντίστασης στα φάρμακα. Οι υποτροπιάζοντες ασθενείς με οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία κυττάρων Β, οι οποίοι αντιστέκονται πλέον στην χημειοθεραπεία, έχουν ιδιαίτερα κακή πρόγνωση μέσα λίγους μήνες από την υποτροπή, αλλά η νέα ανοσοθεραπεία κατάφερε να σταματήσει τη νόσο και σε αυτές τις περιπτώσεις, με αποτέλεσμα να θεωρείται πλέον πολλά υποσχόμενη, σύμφωνα με τους ερευνητές.
Μετά την ανωτέρω στοχευμένη θεραπεία με τα δικά τους γενετικά τροποποιημένα και αναπρογραμματισμένα ανοσοποιητικά κύτταρα Τ (λευκά), τέσσερις από τους πέντε ασθενείς έκαναν μεταμόσχευση μυελού των οστών και από αυτούς οι τρεις μέχρι σήμερα έχουν παραμείνει σε πλήρη ύφεση για διάστημα πέντε έως 24 μηνών, ενώ ένας ασθενής πέθανε από επιπλοκές άσχετες με τη νέα θεραπεία. Θα χρειαστεί πάντως και άλλος χρόνος για να δουν οι επιστήμονες την εξέλιξη των άλλων τεσσάρων ασθενών και κατά πόσο η ύφεσή τους θα είναι μακρόχρονη ή, ακόμα, θα υπάρξει τελικά οριστική θεραπεία.
Τώρα, όμως, θα πρέπει να πειστούν οι ογκολόγοι ότι η νέα θεραπεία όντως «δουλεύει» και γι? αυτό θα χρειαστούν μεγαλύτερες κλινικές δοκιμές.