Σε αυτό εμφανίζονται αμετανόητοι, προσπαθούν να εξηγήσουν τι συνέβη κατά τη διαφυγή τους, κάνουν λόγο για «πολύωρο βασανισμό» των τριών τους από την αστυνομία, ενώ υπογραμμίζουν πως τα όπλα δεν τα είχαν για εκφοβισμό, «αλλά ως εργαλείο σε περίπτωση συμπλοκής» με αστυνομικούς.
«Επιδίωξή μας από την αρχή ήταν να πάρουμε τα χρήματα και από τα δύο χρηματοκιβώτια, όπως και έγινε. Κατά τη διάρκεια της διαφυγής μας, μία σειρά από ατυχή γεγονότα και λανθασμένους χειρισμούς, οδήγησαν στην έκθεση τόσο του οχήματος μας, όσο και στην κατεύθυνσή μας στην αστυνομία», αναφέρουν μεταξύ άλλων οι τέσσερις συλληφθέντες για τη ληστεία της Κοζάνης, ενώ αναφορικά με τον όμηρο κατά τη διαφυγή τους προσθέτουν πως:
«Προφανώς δε διανοηθήκαμε στιγμή να χρησιμοποιήσουμε τον συγκεκριμένο όμηρο ως ανθρώπινη ασπίδα (δεν θα είχαμε π.χ. πρόβλημα αν είχαμε τον διευθυντή μίας τράπεζας), άλλωστε η αστυνομία δε γνώριζε την ύπαρξή του. Εν τέλει, λειτούργησε ως ανθρώπινη ασπίδα για τους μπάτσους εν αγνοία τους, καθώς αποτέλεσε την αιτία που δε χρησιμοποιήσαμε τα όπλα μας για να απεμπλακούμε. Γιατί η συνείδησή μας και ο αξιακός μας κώδικας δε μας επιτρέπουν να ρισκάρουμε τη ζωή ενός τυχαίου ανθρώπου που βρέθηκε μαζί μας παρά τη θέλησή του».
Σε ό,τι αφορά τα όπλα που είχαν μαζί τους, προσθέτουν πως «θέλουμε να καταστήσουμε σαφές, ότι τα όπλα δεν τα είχαμε για εκφοβισμό, αλλά ως εργαλείο σε περίπτωση συμπλοκής μας με μπάτσους». «Άρα, λοιπόν, ο λόγος που τελικά δεν πράξαμε όπως αναλογούσε, ώστε να διαφύγουμε, ήταν μία συνθήκη στην οποία βρεθήκαμε από λανθασμένο χειρισμό», συμπληρώνουν.
Επιπλέον εκφράζουν τις απόψεις τους γύρω από το ρόλο των τραπεζών, λέγοντας πως «για εμάς, ως αναρχικούς, αποτελούν στόχο για κάθε μορφή επίθεσης: εμπρηστική, βομβιστική, ληστρική». Προσθέτουν δε πως «η ληστεία είναι μία συνειδητά πολιτική πράξη». «Δεν αποτελεί το επόμενο στάδιο μίας ανήσυχης εφηβικής περιόδου, φιλοδοξίες για προσωπικό πλουτισμό, ούτε φυσικά είναι αποτέλεσμα της δήθεν τεμπελιάς μας. Περιέχει όμως την επιθυμία να μη δεσμεύσουμε τις ζωές μας στη στυγνή εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας», επισημαίνουν οι τέσσερις και κάνουν λόγο για «επαναστατικό πόλεμο».
«Κάθε μας επιθετική πράξη, είναι και μία στιγμή του συνολικού επαναστατικού πολέμου που διεξάγεται σε όλα τα επίπεδα. Τα χρήματα από αυτή τη ληστεία δεν είχαν προορισμό τον επίπλαστο καταναλωτικό παράδεισο. Είναι απλά το εργαλείο για να κινηθεί κάθε μορφή αγώνα. Από την εκτύπωση προκυρήξεων μέχρι την αγορά όπλων και πυρομαχικών, για τη χρηματοδότηση των παράνομων υποδομών άμυνας και επίθεσης. Από την ενοικίαση των παράνομων σπιτιών μας μέχρι την προμήθεια εκρηκτικών για να τινάξουμε στον αέρα την κοινωνική ειρήνη», αναφέρεται μεταξύ άλλων στο κείμενο.