Οπως επισημαίνει η Επιτροπή οι πιο άμεσα διαθέσιμες πληροφορίες για τις χημικές ουσίες στην αγορά και τα καλύτερα στοχοθετημένα μέτρα διαχείρισης του κινδύνου είχαν ως αποτέλεσμα να μειωθούν σημαντικά οι κίνδυνοι από τις ουσίες, οι οποίες καταχωρίζονται βάσει του συστήματος REACH.
Σύμφωνα με την έκθεση, οι εταιρείες έχουν πλέον μεριμνήσει για την καταχώριση 30.601 φακέλων στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Χημικών Προϊόντων (ECHA), στους οποίους περιγράφονται οι χρήσεις και οι ιδιότητες 7.884 χημικών ουσιών που παράγονται ή διατίθενται στην αγορά.
Στην έκθεση αναγνωρίζεται η επιβάρυνση από το διοικητικό κόστος του συστήματος REACH και οι επιπτώσεις της για τις ΜΜΕ, αλλά ο κλάδος αναγνωρίζει επίσης τα θετικά οικονομικά αποτελέσματα που απορρέουν για τις επιχειρηματικές δραστηριότητές του. Φροντίζοντας για την περαιτέρω εναρμόνιση της εσωτερικής αγοράς, το REACH έχει μετατραπεί σε βασικό κινητήριο μοχλό για την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα της χημικής βιομηχανίας. Για την περαιτέρω προώθηση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής χημικής βιομηχανίας, η Επιτροπή θα προτείνει σύντομα τη μείωση των τελών καταχώρισης για τις ΜΜΕ.
Η έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, ενώ χρειάζεται να γίνουν ορισμένες προσαρμογές, δεν απαιτείται καμία ρηξικέλευθη μεταρρύθμιση.
Τα κύρια πορίσματά της είναι τα εξής:
-Η εφαρμογή του REACH μπορεί να βελτιωθεί με την ενίσχυση της ποιότητας των φακέλων καταχώρισης, την επέκταση της χρήσης των δελτίων για τα δεδομένα ασφαλείας ως κεντρικού μηχανισμού διαχείρισης κινδύνου και την επίλυση των θεμάτων που σχετίζονται με τον επιμερισμό του κόστους στο πλαίσιο του φόρουμ ανταλλαγής πληροφοριών για τις ουσίες.
-Υπάρχουν περιθώρια μείωσης των οικονομικών και διοικητικών επιβαρύνσεων για τις ΜΜΕ, ώστε να διασφαλίζεται η αναλογικότητα της νομοθεσίας και να υποβοηθούνται αυτές στο έργο της εκπλήρωσης όλων των υποχρεώσεων που υπέχουν βάσει του REACH.
-Μολονότι στην έκθεση εντοπίζεται η ανάγκη για ορισμένες προσαρμογές στη νομοθεσία, η Επιτροπή επιθυμεί να εμπεδώσει τη νομοθετική σταθερότητα και την προβλεψιμότητα για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Καμία αλλαγή των βασικών όρων του REACH δεν προτείνεται επί του παρόντος.
Η Επιτροπή θα διοργανώσει διάσκεψη γιε την επανεξέταση του REACH μέσα τους προσεχείς μήνες. Σε συνεργασία με τα κράτη μέλη και τον ECHA, η Επιτροπή αναπτύσσει το χάρτη πορείας για την αξιολόγηση και τον προσδιορισμό των ουσιών που προκαλούν ιδιαίτερα έντονη ανησυχία (SVHC). Θα καθορίσει τα σαφή ορόσημα, τα παραδοτέα στοιχεία και τον επιμερισμό των έργων μεταξύ της Επιτροπής, των κρατών μελών και του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων (ECHA), έτσι ώστε να συμπεριληφθούν όλες οι αντίστοιχες γνωστές ουσίες στον κατάλογο των υποψηφίων ουσιών SVHC έως το 2020.
‘Οπως επισήμαναν ο Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αρμόδιος για τη βιομηχανία και την επιχειρηματικότητα, και ο Επίτροπος για το περιβάλλον Γιάνεζ Ποτότσνικ, η έκθεση αυτή αποδεικνύει ότι το REACH λειτουργεί και πως οι επιχειρήσεις αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους, με αποτέλεσμα να διαθέτουμε καλύτερα στοιχεία για τα χημικά προϊόντα που παράγουν και διοχετεύουν στην αγορά. «Έχουμε ξεκινήσει καλά, αλλά πρέπει ακόμη να γίνουν πολλά για να εξασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος, ενώ έχουμε αναλάβει τη δέσμευση να διατηρήσουμε την ασφαλή και βιώσιμη χημική βιομηχανία στην Ευρώπη και το REACH διευκολύνει την ελεύθερη κυκλοφορία των χημικών ουσιών στην εσωτερική αγορά», τονίζουν οι δύο αξιωματούχοι, καταλήγοντας ότι η χημική μας βιομηχανία μπορεί να καταστεί πρωτοπόρος σε θέματα καινοτομίας ανά την υφήλιο και το REACH, η πληρέστερη νομοθεσία για τα χημικά προϊόντα στον κόσμο, θα υποστηρίξει αυτή τη φιλοδοξία.
Το REACH αποτελεί τον κανονισμό για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων. Κατά την επανεξέταση του REACH διερευνάται ο συνολικός τρόπος λειτουργίας του REACH και η επίτευξη της μοναδικής δέσμης στόχων του – υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος, προώθηση εναλλακτικών μεθόδων για την αξιολόγηση των κινδύνων των ουσιών, καθώς και ελεύθερη κυκλοφορία των ουσιών στην εσωτερική αγορά με ταυτόχρονη ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της καινοτομίας.