Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
Οι μεσοπρόθεσμοι σχεδιασμοί για τον προϋπολογισμό της Τουρκίας βασίζονται σε αισιόδοξες μακροοικονομικές προβλέψεις, ενώ δεν εστιάζουν αρκετά σε δομικά ζητήματα πολιτικής όπως οι ψηλές τιμές της ενέργειας, η αυξανόμενη φτώχεια και ανισότητα, σύμφωνα με τα κοινά συμπεράσματα του ετήσιου Οικονομικού και Χρηματοοικονομικού Διαλόγου μεταξύ της ΕΕ και των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων και της Τουρκίας, τα οποία υιοθετήθηκαν από τους συμμετέχοντες στις 24 Μαΐου, σύμφωνα με ανακοίνωση του Συμβουλίου της ΕΕ την Τετάρτη.

Μεταξύ άλλων, στα συμπεράσματα προτείνεται στην Τουρκία να αξιοποιήσει το υπόλοιπο του προϋπολογισμού για το 2022 για την προστασία, μέσω στοχευμένης στήριξης σε ευάλωτα νοικοκυριά και επιχειρήσεις, να αυξήσει το ποσοστό του τοπικού συναλλάγματος σε νέο δανεισμό και να μειώσει το μερίδιο των δημόσιων τραπεζών στο εγχώριο δημόσιο χρέος.

Ακόμα προτείνεται η υιοθέτηση νέας νομοθεσίας πλαισίου για τις συμπράξεις ιδιωτικού και δημόσιου τομέα και η απλοποίηση των διαδικασιών προσφορών, η αξιοποίηση όλων των οικονομικών εργαλείων για μόνιμη μείωση του πληθωρισμού, η ενίσχυση του κράτους δικαίου και του πλαισίου κανονισμών, η ολοκλήρωση της μακροπρόθεσμης εθνικής ενεργειακής στρατηγικής και η βελτίωση της μετάβασης των νέων στην αγορά εργασίας.

Όπως αναφέρεται, στη συνάντηση συμμετείχαν εκπρόσωποι των κρατών μελών της ΕΕ, των κρατών των Δυτικών Βαλκανίων (Αλβανία, Βόρειος Μακεδονία, Βοσνία - Ερζεγοβίνη, Κόσοβο, Μαυροβούνιο, Σερβία), της Τουρκίας και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αλλά και εκπρόσωποι των Κεντρικών Τραπεζών των κρατών των Δυτικών Βαλκανίων και της Τουρκίας, στο πλαίσιο της προετοιμασίας των χωρών αυτών ως υποψήφιες για ένταξη για την μελλοντική συμμετοχή τους στο Ευρωπαϊκό Εξάμηνο.

Ο διάλογος σε θέματα οικονομίας και χρηματοοικονομικών θα συνεχιστεί το 2023 μεταξύ άλλων εξετάζοντας την εφαρμογή των συμπερασμάτων.

Γενικότερα, στα κοινά συμπεράσματα αναγνωρίζονται οι σοβαρές προκλήσεις στην υγεία, την οικονομία και την κοινωνία που επέφερε η πανδημία του COVID-19 και η ρωσική επίθεση στην Ουκρανία, και οι συμμετέχοντες συμφώνησαν πως ο διάλογος παραμένει σημαντικός, και πως είναι προς το συμφέρον όλων η λήψη των απαραίτητων μέτρων πολιτικής για αντιμετώπιση των αρνητικών εξελίξεων.

Οι συμμετέχοντες επανέλαβαν ακόμα από κοινού τη λύπη τους για τη ρωσική επίθεση κατά της Ουκρανίας, και συμφώνησαν να ενισχύσουν την ετοιμότητα αντιμετώπισης των επιπτώσεων του πολέμου στην ανάπτυξη, την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή μέσω στοχευμένων, προσωρινών και διάφανων οικονομικών και χρηματοοικονομικών μέτρων.