«Με όλο τον απαιτούμενο σεβασμό σε κάθε διαφορετική άποψη (δικηγόρων ή μη) και έχοντας υπόψη τις πραγματικότητες, θεωρώ ψήφιση της νομοθεσίας για σύσταση Εμπορικού Δικαστηρίου και Ναυτοδικείου, ως μια από τις σημαντικότερες θεσμικές αλλαγές στο δικαστικό μας σύστημα, που παρά τις αδημονούσες φωνές της συντήρησης που περιορίζονται σε νομικίστικες προσεγγίσεις, μπορούν να βοηθήσουν την δικαιοσύνη να αποκτήσει το αναγκαίο επίπεδο ανεξαρτησίας και στο δικαστήριο την δυνατότητα να δικάζει υποθέσεις για διαφορές που προέκυψαν πέραν των συνόρων της χώρας μας», αναφέρεται σε ανακοίνωση του κ. Νικολάου.
Σημειώνει παράλληλα ότι αναμένει από τους Βουλευτές και ειδικότερα τον Πρόεδρο και τα μέλη της Επιτροπής Νομικών ότι θα ολοκληρώσουν την εξέταση των νομοσχεδίων για την μεταρρύθμιση της δικαιοσύνης στο τόπο και δεν θα διστάσουν να επιφέρουν όλες τις αναγκαίες αλλαγές, εξετάζοντας με τις δέουσες επιφυλάξεις τις συνεχιζόμενες νομικίστικες προσεγγίσεις που τείνουν να κρύψουν την πραγματική αλήθεια. Διαφορετικά, αναφέρει, «δεν μπορούμε να λογιζόμαστε ως κέντρο παροχής υπηρεσιών χωρίς υψηλού επιπέδου ανεξάρτητη και ταχεία απονομή δικαιοσύνης».
Ωστόσο σημειώνει ότι «δυστυχώς η ψήφιση της νομοθεσίας σηματοδοτείται σε μια περίοδο που, αντί να προάγεται ο ελεύθερος ανταγωνισμός στην παροχή χρηματοπιστωτικών και εμπορικών υπηρεσιών, πλήττεται από τις συνέπειες της κρίσης που προκάλεσε η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία». Όπως αναφέρει τα περιοριστικά μέτρα, προκαλούν ήδη σημαντικό αντίκτυπο σε όλους τους οικονομικούς τομείς – χρηματοπιστωτικό, εμπορικό, τεχνολογικό και ενεργειακό – και εμβαθύνουν την παγκόσμια οικονομική κρίση που προκάλεσε η πανδημία και θέτουν την παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια υπό σοβαρή πίεση.
Παρόλο τον αντίκτυπο των κυρώσεων και περιορισμών και τις ετεροβαρείς επιπτώσεις για κάποια κράτη μέλη, ο κ. Νικολάου διαπιστώνει ότι αυτή παραμένει επίκαιρη και μπορεί να εξυπηρετήσει τους σκοπούς και τα συμπεράσματα της.
Εκφράζει ακόμα ανησυχία ότι η λειτουργία του Εμπορικού Δικαστηρίου και Ναυτοδικείου για παροχή υψηλής ποιότητας επίλυσης διαφορών, κινδυνεύει να εκτροχιαστεί λόγω κατεστημένων θεσμικών αδυναμιών που συντηρούνται για λόγους που σίγουρα δεν εξυπηρετούν το δικαστικό μας σύστημα. Τούτο γατί, όπως αναφέρει, παραγνωρίζουν πλήρως τα στοιχεία κατάταξης του δικαστικού μας συστήματος τα οποία ως είναι καλά γνωστό θα αξιολογηθούν με κάθε λεπτομέρεια από κάθε ενδιαφερόμενο, πριν επιλέξει τα δικαστήρια μας για επίλυση δικαστικής διαφοράς.
Βασικότερο κριτήριο, όπως αναφέρει, είναι η εκλαμβανόμενη ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, δηλαδή η εντύπωση που έχει ο ίδιος και γενικότερα η κοινή γνώμη για την λειτουργία των δικαστηρίων μας. Μια εκτίμηση η οποία σύμφωνα με την Έκθεση της ΕΕ που αφορά την κατάταξη του κράτους δικαίου για την Κύπρο βρίσκεται σε μέτριο επίπεδο (40%-59%), το 2021 μόλις το 41% θεωρεί την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης ως «αρκετά καλή» ή «πολύ καλή», ενώ το 2020 ήταν το 48%, δηλαδή μειώθηκε κατά επτά μονάδες και υπολείπεται ελάχιστα για να περάσει στην κατηγορία του χαμηλού επιπέδου (30%-39%).
«Για να περάσουμε στο υψηλό και πολύ ψηλό επίπεδο των ανταγωνιστικών χωρών, όπως είναι το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία στα πρότυπα των οποίων βασίστηκε το αρχικό νομοσχέδιο για το Εμπορικό Δικαστήριο, χρειαζόμαστε όχι μόνο μονάδες, αλλά αποφασιστικότητα για να επιφέρουμε τις αναγκαίες θεσμικές αλλαγές στην ανώτατη δομή των δικαστηρίων μας», σημειώνει, μεταξύ άλλων.