Στις 18 Αυγούστου, περίπου εκατό Τούρκοι στρατιώτες εισέβαλαν στο χωριό του Γιακουμή και τον συνέλαβαν μαζί με τη σύζυγο του, τον γιο τους Ανδρέα και πέντε συγχωριανούς του.
Ο υπεύθυνος αξιωματικός άρχισε να κτυπά στο κεφάλι τους άνδρες, με την κάννη του όπλου του, απαιτώντας να μάθει πού κρύβονταν άνδρες της Εθνικής Φρουράς.
Όπως δήλωσε ο Επίτροπος Προεδρίας, Φώτης Φωτίου, «στην απάντηση τους ότι δε γνώριζαν, συνέχισε να κτυπά τους συλληφθέντες, για να πυροβολήσει στη συνέχεια τον Γιακουμή στο κεφάλι. Μπροστά στα έντρομα βλέμματα της συζύγου του, άρπαξε τον γιο τους Αντρέα και απειλούσε να επαναλάβει την βάρβαρη και άνανδρη πράξη του και στον ίδιο.»
Ο 15χρονος τότε γιος του Γιακουμή γλίτωσε από την μανία των Τούρκων, μετά την άφιξη δεύτερου Τούρκου αξιωματικού, τον οποίο συνόδευε Τουρκοκύπριο φίλος ενός από τους Ελληνοκύπριους συλληφθέντες, ο οποίος και απέτρεψε τη δολοφονία όλων των άλλων αιχμαλώτων.
«Την επομένη μέρα και μετά από διαβήματα της συζύγου του, της επιτράπηκε από τα τουρκικά στρατεύματα να παραλάβει τη σορό του συζύγου της και με βοήθεια άλλων εγκλωβισθέντων να τον θάψει στο κοιμητήριο του χωριού. Τα οστά του εκτάφηκαν από το Κοιμητήριο Γύψου κατά τη διάρκεια εκταφών της Διερευνητικής Επιτροπής Αγνοουμένων», σημείωσε ο Φώτης Φωτίου.
Ο εγγονός του ήρωας, Γιακουμής Γιακουμή δήλωσε, « σήμερα παππού μαζευτήκαμε για να σε αποχαιρετήσουμε όλοι μαζί και να σου πούμε ότι θα είσαι στις καρδιές μας παντοτινά και στην άσβεστη μνήμη μας».
Ενώ ο κοινοτάρχης Γύψου, Παναγιώτης Γιασουμή πως «κατάλαβε ότι ήταν Τούρκοι στρατιώτες και απευθυνόμενος στους συγχωριανούς μας τους είπε αυτολεξεί: τούτοι που έρχονται ένα μας φάσειν...».
Η κηδεία του Γιακουμή Στυλιανού τελέστηκε από τον ιερό ναό Αποστόλου Βαρνάβα, στον συνοικισμό Μακαρίου, στις Καμάρες, στη Λάρνακα, όπου ζει σήμερα στην προσφυγιά η οικογένειά του.