Ο ανθυποπλοίαρχος Στέλιος Παλατές, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν υπεύθυνος του Τέταρτου Γραφείου της Διοίκησης Ναυτικού στη Ναυτική Βάση από το οποίο περνά η αλληλογραφία της Εθνικής Φρουράς, κατέθεσε ως ο 103ος μάρτυρας.
Σε κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 22/8/2011 ανέφερε πως στις 15/9/2010 στη Βάση έμαθε ότι υπήρχε σκοπιά της μονάδας του για φύλαξη των εμπορευματοκιβωτίων και πως σε καμία περίπτωση δεν γνώριζε το είδος το στρατιωτικό υλικό που είχαν τα εμπορευματοκιβώτια. Πρόσθεσε ότι στις 6/7/2011 λέχθηκε ότι υπήρχε πρόβλημα με ένα από τα εμπορευματοκιβώτια ενώ στις 8/7/2011 παρέλαβαν ένα πυροσβεστικό όχημα για κατάβρεξή τους. Για την ημέρα της έκρηξης, είπε πως ενώ κοιμόταν στο σπίτι του άκουσε μια έκρηξη και διακόπηκε η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Πήγε αμέσως στη Ναυτική Βάση και ακολούθως στη σκηνή της έκρηξης όπου ενημερώθηκε για τους νεκρούς.
Σε ερώτηση της Κατηγορούσας Αρχής, ο μάρτυρας απάντησε πως «δεν πήραμε οδηγίες για κατάβρεξη των εμπορευματοκιβωτίων».
Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε στη συνέχεια από τον Γιώργο Γεωργίου, συνήγορο υπεράσπισης των Μάρκου Κυπριανού και Σάββα Αργυρού. Ο κ. Γεωργίου υπέδειξε στον κ. Παλατέ έγγραφο το οποίο περιείχε λεπτομερειακά το υλικό που υπήρχε στα εμπορευματοκιβώτια και ο μάρτυρας είπε πως δεν είδε ποτέ το εν λόγω έγγραφο. Σημειώνεται ότι το συγκεκριμένο έγγραφο είχε αποσταλεί στη Ναυτική Βάση στις 17/2/2011, λίγες μόνο μέρες μετά την απόφαση για δειγματοληψία της πυρίτιδας.
Σε επανειλημμένες ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης, ο κ. Παλατές επανέλαβε ότι ουδέποτε είδε το συγκεκριμένο έγγραφο και πως δεν γνώριζε οτιδήποτε για το περιεχόμενο των εμπορευματοκιβωτίων. Πρόσθεσε ωστόσο πως είχε ακούσει τον Διοικητή του Λάμπρο Λάμπρου να μιλά για το έγγραφο αυτό και για την απόφαση για λήψη δειγμάτων από τα εμπορευματοκιβώτια.
Ο Ηλίας Ηλία, που σήμερα εργάζεται στο Κέντρο Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης και κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε ως επικελευστής στη Ναυτική Βάση, κατέθεσε ως ο 104ος μάρτυρας. Σε κατάθεσή του στην Αστυνομία στις 12/7/2011, που ανέγνωσε στο Κακουργιοδικείο, ο μάρτυρας είπε πως στην καθιερωμένη σύσκεψη που γινόταν στη Βάση έμαθαν για την ύπαρξη ενός διογκωμένου εμπορευματοκιβωτίου, ενώ αναφέρθηκε και στη δοκιμαστική ρίψη νερού στα εμπορευματοκιβώτια που έγινε στις 8/7/2011. Πρόσθεσε πως «το νερό που έπεφτε στα εμπορευματοκιβώτια εξατμιζόταν και δεν είχε κανένα αποτέλεσμα». Για την ημέρα της έκρηξης, είπε πως γύρω στις 05.35 συνάδελφός του τον πήρε τηλέφωνο σπίτι του και του είπε να πάει στη Βάση γιατί είχε φωτιά στα εμπορευματοκιβώτια ενώ 10-15 λεπτά αργότερα άκουσε μια έκρηξη.
Σε ερώτηση της Κατηγορούσας Αρχής, ο μάρτυρας απάντησε πως «δεν πήραμε οδηγίες για κατάβρεξη των εμπορευματοκιβωτίων».
Ο Σάββας Σάββα, ταγματάρχης Πεζικού στη Διεύθυνση Στρατιωτικών Πληροφοριών του ΓΕΕΦ, παρουσιάστηκε ως ο 105ος μάρτυρας κατηγορίας. Η κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία για το θέμα θεωρήθηκε από το Δικαστήριο αναγνωσθείσα και αποχώρησε χωρίς καμία αντεξέταση.
Ο συνταγματάρχης Στέλιος Στυλιανού, συντονιστής στο Κέντρο Επιχειρήσεων του ΓΕΕΦ, κατέθεσε ως ο 106ος μάρτυρας και η κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 26/7/2011 θεωρήθηκε αναγνωσθείσα.
Αντεξεταζόμενος από τον Ευστάθιο Ευσταθίου, συνήγορο υπεράσπισης των Κώστα Παπακώστα, Ανδρέα Νικολάου και Χαράλαμπου Χαραλάμπους, ο μάρτυρας είπε πως στις 11/7/2011 ενώ βρισκόταν υπηρεσία έλαβε πληροφορία ότι «υπάρχουν αναφλέξεις και εστίες φωτιάς γύρω από τα εμπορευματοκιβώτια στη Ναυτική Βάση, ότι η κατάσταση είναι ελεγχόμενη και πως από τις 04.45 βρίσκονταν στον χώρο πυροσβεστικά οχήματα».
Απαντώντας σε ερωτήσεις του κ. Ευσταθίου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι μόλις έλαβε την πληροφορία ανησύχησε και επικοινώνησε με τη Ναυτική Βάση για να μάθει εάν υπήρχαν στα εμπορευματοκιβώτια βλήματα και πυρομαχικά. «Μου είπαν ότι τα εμπορευματοκιβώτια περιείχαν μόνο πυρίτιδα» είπε και πρόσθεσε πως με νεότερο τηλεφώνημα από τη Βάση ενημερώθηκε πως υπήρχε πυρκαγιά στα εμπορευματοκιβώτια.
Ερωτηθείς γιατί δεν διέταξε εκκένωση του στρατοπέδου μετά την πληροφόρηση για ύπαρξη πυρκαγιάς στα εμπορευματοκιβώτια, ο κ. Στυλιανού απάντησε πως «όταν ενημερώθηκε η ιεραρχία για τα καθέκαστα, δεν δόθηκαν οδηγίες για εκκένωση. Εμείς για να δώσουμε τέτοια οδηγία πρέπει να πάρουμε έγκριση» είπε.
Σε άλλη ερώτηση απάντησε πως επικοινώνησε με το Συνταγματάρχη Γεωργιάδη ύστερα από προτροπή του Σάββα Αργυρού, τρίτου κατηγορούμενου στην υπόθεση αφού ήταν ο άμεσα υπεύθυνος για το θέμα, τον ενημέρωσε για την πυρκαγιά. Όταν ο μάρτυρας ζήτησε από το Συνταγματάρχη Γεωργιάδη να μάθει εάν υπήρχε οτιδήποτε άλλο στα εμπορευματοκιβώτια, του απάντησε πως «υπήρχε μόνο πυρίτιδα και κάποιοι πυροκροτητές που απομακρύνθηκαν σε προηγούμενο χρόνο. Δεν μου έδωσε άλλα στοιχεία» είπε ο μάρτυρας και πρόσθεσε πως «όλη η ιεραρχία δέχθηκε την πληροφόρηση για την κατάσταση χωρίς να αναφέρουν οτιδήποτε άλλο».
Αντεξεταζόμενος από τον Θανάση Κορφιώτη, συνήγορο υπεράσπισης του Διοικητή της ΕΜΑΚ Ανδρέα Λοϊζίδη, ο μάρτυρας είπε ότι επικοινώνησε με το Συνταγματάρχη Γεωργιάδη γιατί είχε μια ανησυχία για τυχόν έκρηξη και ότι στο Κέντρο Επιχειρήσεων δεν υπήρχε πληροφόρηση για τα εμπορευματοκιβώτια και το περιεχόμενο τους.
Αντεξεταζόμενος από τον Γιώργο Γεωργίου, συνήγορο υπεράσπισης των Μάρκου Κυπριανού και Σάββα Αργυρού, ο μάρτυρας είπε πως «όταν ενημέρωσα τον υπαρχηγό του ΓΕΕΦ δεν του ανέφερα ότι η κατάσταση είναι ελεγχόμενη».
Τέλος υιοθετήθηκε από το Κακουργιοδικείο η κατάθεση του Κλεάνθη Κλεάνθους, αυτοεργοδοτούμενου οδηγού, μετόχου του Συνδέσμου Αδειούχων Αχθοφόρων στο Λιμάνι Λεμεσού και χειριστή του γερανού που χρησιμοποιήθηκε για την εκφόρτωση των εμπορευματοκιβωτίων από τα φορτηγά αυτοκίνητα, στο χώρο του λιμανιού της Ναυτικής Βάσης και αργότερα για τη μεταφορά τους στη τσιμεντένια βάση, τον τελικό δηλαδή προορισμό τους.
Η δίκη θα συνεχιστεί την ερχόμενη Δευτέρα 21 Ιανουαρίου στις 09.00 το πρωί.