Σε δηλώσεις του στο ΚΥΠΕ ο εκπρόσωπος Τύπου της Αστυνομίας, Χρίστος Ανδρέου, επιβεβαίωσε την καταγγελία της δημοσιογράφου, σημειώνοντας ότι η αστυνομία έχει αρχίσει ήδη τη διερεύνηση της υπόθεσης και έχει λάβει ήδη αριθμό καταθέσεων.
Εξάλλου, ανέφερε ότι τις επόμενες μέρες αναμένεται να κληθεί για κατάθεση και ο ύποπτος, καθώς και άλλα πρόσωπα του τηλεοπτικού σταθμού για κατάθεση.
Σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, τα περιστατικά παρενόχλησης έλαβαν χώρα στο τηλεοπτικό κανάλι Sigma, όπου εργάζονταν και οι δύο πριν από περίπου ενάμιση χρόνο, με τη διεύθυνση του σταθμού, προς την οποία κατήγγειλε τα συμβάντα, να υποχρεώνει τον δημοσιογράφο σε παραίτηση. Η ίδια δεν προχώρησε, τότε, σε καταγγελία προς την Αστυνομία, αλλά η επαναπρόσληψη του εν λόγω δημοσιογράφου από τον σταθμό, προ μερικών εβδομάδων, στάθηκε η αφορμή, σύμφωνα με όσα δήλωσε προς τις εφημερίδες Πολίτης και Φιλελεύθερος, να προβεί την περασμένη Πέμπτη, σε επίσημη καταγγελία προς τις αστυνομικές Αρχές.
Με βάση την καταγγελία που διερευνά η Αστυνομία, η δημοσιογράφος δεχόταν μηνύματα στο κινητό της από τον εν λόγω δημοσιογράφο, με πρόστυχο και χυδαίο περιεχόμενο. Επειδή γινόταν όλο και πιο πιεστικός, η καταγγέλλουσα αντέδρασε, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με την αναφορά της προς την Αστυνομία, αυτός να εκδηλώσει απέναντί της εχθρική και εκδικητική συμπεριφορά.
Τότε η ίδια αποφάσισε να προχωρήσει σε καταγγελία προς τη διεύθυνση του καναλιού, η οποία και αντέδρασε άμεσα, απομακρύνοντας τον δημοσιογράφο. Σε καταγγελία προς την Αστυνομία δεν προχώρησε, κρίνοντας πως «αυτό δεν ήταν εφικτό, με βάση τις συνθήκες και τις δυνατότητές της». Και η καταγγέλλουσα αποχώρησε, λίγους μήνες αργότερα, από το Sigma, για άλλους λόγους, όπως είπε.
Για το όλο ζήτημα τοποθετείται επίσημα και ο ίδιος ο σταθμός, ο οποίος εξέδωσε νωρίς σήμερα ανακοίνωσή, με την οποία αναφέρει ότι μόλις περιήλθε σε γνώση του σταθμού η υποβολή καταγγελίας από την παραπονούμενη έθεσε «άμεσα σε υποχρεωτική αναστολή τον δημοσιογράφο, εν όψει περαιτέρω ενεργειών από τις ανακριτικές αρχές απερίσπαστης διαλεύκανσης του ζητήματος».
Όπως σημειώνει την καταγγελία της παραπονούμενης επιβεβαίωσε και ο Διευθύνων Σύμβουλος του σταθμού σε γραπτή επικοινωνία του με το Αρχηγείο Αστυνομίας.
Στην ανακοίνωσή του το «Σίγμα» απαντά, μεταξύ άλλων, για τις ενέργειες που έγιναν μετά την ενημέρωση που έλαβε η διοίκηση του σταθμού, αλλά και πως προχώρησαν στην επαναπρόσληψη του δημοσιογράφου.
Όπως αναφέρει στην ανακοίνωσή του «πριν ενάμιση περίπου χρόνο περιήλθε στην αντίληψη της Διεύθυνσης του σταθμού καταγγελία υπαλλήλου, η οποία εργαζόταν ως δημοσιογράφος», σημειώνοντας πως «η καταγγελία αφορούσε αποστολή μηνυμάτων από συνάδελφο της δημοσιογράφο, τα οποία θεωρήθηκε ότι υπερέβαιναν τα όρια της θεμιτής επικοινωνίας εκδηλώνοντας ερωτικό ενδιαφέρον του γράφοντος, κάτι το οποίο ενόχλησε την καταγγέλλουσα».
«Αμέσως», σημειώνει, «χωρίς χρονοτριβή, η Διεύθυνση του σταθμού συγκάλεσε συνάντηση στο γραφείο του Διευθύνοντος Συμβούλου του σταθμού στην οποία παρευρίσκονταν η Διευθύντρια Προσωπικού, η Διευθύντρια Ειδήσεων, ο Σύμβουλος Επικαιρικών Προγραμμάτων και οι δύο άμεσα εμπλεκόμενοι, σε ξεχωριστές συναντήσεις».
Ο «Σίγμα» συνεχίζει λέγοντας ότι στη συνάντηση ο καταγγελλόμενος δημοσιογράφος απέρριψε ως κακοπροαίρετες τις καταγγελίες, με την Διεύθυνση να του υποδεικνύει ότι η συμπεριφορά του δεν άφηνε άλλα περιθώρια πέραν της απομάκρυνσης του από την καταγγέλλουσα.
«Τότε ο ίδιος», αναφέρει στην ανακοίνωση του ο σταθμός, «υπέβαλε την παραίτησή του την οποία ο σταθμός και άμεσα αποδέχθηκε. Η έκβαση αυτή φάνηκε να ικανοποίησε την καταγγέλλουσα. Ένα μήνα περίπου αργότερα και η δημοσιογράφος εγκατέλειψε τον σταθμό για λόγους άσχετους με το γεγονός».
Όπως τονίζει «μετά παρέλευση ενός και πλέον έτους, ο σταθμός προέβη σε αναζήτηση δημοσιογράφων για τις τρέχουσες ανάγκες του και ο συγκεκριμένος υπέβαλε αίτηση ενδιαφέροντος», για να προσθέσει ότι «στη βάση των πραγματικών προσόντων του αιτητού και αφού δεν εκκρεμούσε καμία καταγγελία εναντίον του, τόσον από την εν λόγω δημοσιογράφο όσον από οποιαδήποτε άλλη γυναίκα, ο σταθμός προέβη σε επαναπρόσληψή του αφού ενεργούσε υπέρ του και το κριτήριο της μη καταγγελίας αλλά και το τεκμήριο της αθωότητας».
Επιπλέον, αναφέρει ότι μόλις περιήλθε σε γνώση του σταθμού η υποβολή καταγγελίας από την παραπονούμενη εναντίον του εν λόγω δημοσιογράφου, πράγμα όπως αναφέρει, το οποίο επιβεβαίωσε και ο Διευθύνων Σύμβουλος του σταθμού σε γραπτή επικοινωνία του με το Αρχηγείο Αστυνομίας, η Διεύθυνση έθεσε «άμεσα σε υποχρεωτική αναστολή τον δημοσιογράφο, εν όψει περαιτέρω ενεργειών από τις ανακριτικές αρχές απερίσπαστης διαλεύκανσης του ζητήματος».
Καταληκτικά αναφέρει πως «σε όλη την μακρά ιστορία τους τόσον ο τηλεοπτικός σταθμός ΣΙΓΜΑ όσον και εν γένει το Συγκρότημα ΔΙΑΣ έχουν επιδείξει ως θέμα αρχής και στην καθημερινή πράξη τον απερίφραστο και ασυμβίβαστο σεβασμό και ευαισθησία τους στην αξιοπρέπεια, ασφάλεια και ισότητα ευκαιριών στις γυναίκες υπαλλήλους τους».
«Σε αναφορά δε προς τη συγκεκριμένη αφορμή, ευθαρσώς ο σταθμός δηλώνει τον πλήρη σεβασμό στην κείμενη νομοθεσία και στις αστυνομικές και νομικές αρχές του κράτους», συμπληρώνει.